| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18114 | επιχειρούμενος | , η, ο [ἐπιχειρούμενος] ε-πι-χει-ρού-με-νος επίθ.: που γίνεται προσπάθεια για να πραγματοποιηθεί: ο ~ εκσυγχρονισμός του δημόσιου βίου. Οι ~ες αλλαγές. Τα ~α σχέδια. ● βλ. επιχειρώ [< αρχ. ἐπιχειρούμενος] | |
| 18115 | επιχειρώ | [ἐπιχειρῶ] ε-πι-χει-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιχειρ-είς ... | επιχείρ-ησα (λόγ.) επεχείρ-ησα, επιχειρ-ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. ενεστ. -ούμενος, -ώντας} 1. δοκιμάζω, επιδιώκω (να κάνω) κάτι: ~ ένα νέο ξεκίνημα. ~εί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις/να κόψει το κάπνισμα (πβ. πασχίζω). ~ησαν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα. Θα ~ηθεί η (: θα καταβληθεί προσπάθεια για) βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. ~ήθηκαν μεταρρυθμίσεις. (προφ.) Αν δεν έχεις ξαναταξιδέψει βράδυ, θα σου έλεγα (να) μην το ~ήσεις.|| (ΑΘΛ.) ~ησε σουτ από μακριά.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ήθηκε νοθεία αποτελεσμάτων. Πβ. αποπειρώμαι, προσπαθώ. 2. (αμτβ.) διεξάγω στρατιωτική συνήθ. επιχείρηση: Τεθωρακισμένο όχημα προορισμένο να ~εί σε δύσβατα εδάφη. Οι πυροσβεστικές μονάδες ~ούν σε όλα τα μέτωπα. ● Παθ.: επιχειρείται: γίνεται προσπάθεια να: Στο βιβλίο του ~ η διερεύνηση/παρουσίαση του προβλήματος. ● βλ. επιχειρούμενος [< αρχ. ἐπιχειρῶ] | |
| 18116 | επιχορήγηση | [ἐπιχορήγηση] ε-πι-χο-ρή-γη-ση ουσ. (θηλ.) & επιχορηγία: ΟΙΚΟΝ. κρατική χρηματική ενίσχυση σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την παραγωγή προϊόντων ή γενικότ. την εκπλήρωση διαφόρων κοινωνικών ή οικονομικών σκοπών ή αναγκών· συνεκδ. το αντίστοιχο ποσό: αυξημένη/γενναία/δημόσια/έκτακτη/ετήσια/ιδιωτική/κοινοτική/κυβερνητική/μηνιαία/παράνομη/σταθερή/τακτική ~. ~ έργων. ~ από την Ευρωπαϊκή Ένωση/την Πολιτεία/τον προϋπολογισμό. ~ επιχειρήσεων για πρόσληψη ανέργων. ~ προς την αυτοδιοίκηση/την Εκκλησία/τα κόμματα/τα Πανεπιστήμια/τα ταμεία. ~ για την ίδρυση και επέκταση ξενοδοχειακών μονάδων. Διάρκεια/ποσοστό/σύμβαση ~ης. Πρόγραμμα ~ης νέων ελεύθερων επαγγελματιών. Εκχώρηση της ~ης. Γεωργικές/θεατρικές ~ήσεις. Αιτήσεις για ~ήσεις. ~ήσεις επενδύσεων. ~ήσεις του υπουργείου. ~ήσεις για ζημιές (από πλημμύρες). Διαχείριση/εκταμίευση/κατανομή των ~ήσεων. Μηνιαία ~ φοιτητών. Πβ. χρηματοδότηση.|| Η ~ καταβάλλεται στους δικαιούχους. Η ~ ανέρχεται σε ... Το ύψος της ~ης φτάνει στα ... ευρώ. Πβ. επι-, πριμο-δότηση. Βλ. συνεισφορά. [< μεσν. επιχορήγησις, μτγν. ἐπιχορηγία ‘επιπλέον εφοδιασμός, προμήθεια’, γαλλ. subvention] | |
| 18117 | επιχορηγώ | [ἐπιχορηγῶ] ε-πι-χο-ρη-γώ ρ. (μτβ.) {επιχορηγ-είς ... | επιχορήγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. ενεστ. -ούμενος, -ώντας}: ΟΙΚΟΝ. παρέχω επιχορήγηση: Ο Δήμος ~εί τα σχολεία για ... Το Υπουργείο Πολιτισμού θα ~ήσει το φεστιβάλ. Η σύσταση νέων εταιρειών ~είται. Έργα/προγράμματα που ~ούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έρευνα ~ήθηκε με ... ευρώ. ~ούμενοι: φορείς. ~ούμενες: επενδύσεις. Πβ. επιδοτώ, πριμοδοτώ, χρηματοδοτώ. [< μτγν. ἐπιχορηγῶ 'παρέχω, προμηθεύω', γαλλ. subventionner] | |
| 18118 | επίχριση | [ἐπίχριση] ε-πί-χρι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιχρίω: ~ δαπέδων/επιφάνειας οδού/τοιχοποιίας. Ασβεστοκονίαμα για επίστρωση-~. Χρώµατα ~ης. Εργασίες ~ης κονιαμάτων. [< μτγν. ἐπίχρισις ‘άλειμμα, επάλειψη’] | |
| 18119 | επίχρισμα | [ἐπίχρισμα] ε-πί-χρι-σμα ουσ. (ουδ.) {επιχρίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΟΙΚΟΔ. μείγμα υλικού για επάλειψη ή επικάλυψη επιφάνειας: ακρυλικό/ανάγλυφο/διακοσμητικό/θερμομονωτικό/ισοθερμικό/πλαστικό/στεγανωτικό/υδατοστεγές ~. Εξωτερικά/εσωτερικά ~ατα. ~ για στέγες/στηθαία/ταράτσες/υδρορροές/φωταγωγούς. ~ για προστασία των κουφωμάτων από τα νερά της βροχής. Το ~ των τοίχων και της οροφής. ~ τσιμεντοκονιάματος. Αγγεία με ερυθρό/καστανό ~. Χάντρες με μπρούντζινο ~. ~ βερνικιού/γύψου/μολύβδου. ~ από πηλό. Γαλβανισμένοι χάλυβες με ~ ψευδαργύρου. Δεξαμενή με τσιμεντένιο ~. Ρωγμές σε ~ατα κτιρίου. Αποκατάσταση/αφαίρεση/καταρρεύσεις/συντήρηση ~άτων. Τεχνίτες ~άτων. Πβ. ασβεστοκονίαμα, σοβάς. 2. ΙΑΤΡ. δείγμα που λαμβάνεται από τον οργανισμό για μικροσκοπική εξέταση· κρούστα από ποικίλες ουσίες που σχηματίζεται σε ορισμένα σημεία: κολπικό/κυτταρολογικό/ρινοφαρυγγικό/τραχηλικό ~. ~ατα μυελού.|| Λευκωπό ~ γλώσσας και χειλέων. Πληγές με πυώδες ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε επιφανειακό ή επουσιώδες, που χρησιμοποιείται κατ' επίφαση: ιδεολογικό/νομικό ~. ~ αντικειμενικότητας/δημοκρατίας/εγκυρότητας/μοντερνισμού/νομιμότητας. Πβ. επιφάνεια, λούστρο. [< πβ. μτγν. ἐπίχρισμα ‘αλοιφή’] | |
| 18120 | επιχρίω | [ἐπιχρίω] ε-πι-χρί-ω ρ. (μτβ.) {επέχρι-σε, επιχρί-σει, επιχρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): καλύπτω επιφάνεια με παχύρρευστο υλικό: Οι οικοδομές ~ονται εξωτερικά και εσωτερικά με τρεις στρώσεις σοβά. ~σμένο: χαρτί. Τοίχοι ~σμένοι με ασβεστοκονίαμα. Υφάσματα ~σμένα με κόλλα. [< αρχ. ἐπιχρίω ‘αλείφω’] | |
| 18121 | επίχρυσος | , η, ο [ἐπίχρυσος] ε-πί-χρυ-σος επίθ.: που έχει επικαλυφθεί, επενδυθεί με χρυσό: ~ος: σταυρός. ~η: αλυσίδα. ~ο: ασήμι/φινίρισμα. ~α: κοσμήματα. Καθρέφτης/πίνακας με ~ο πλαίσιο. Επιγραφή με ~α γράμματα. Πβ. επιχρυσωμένος. Βλ. επάργυρος. [< αρχ. ἐπίχρυσος] | |
| 18122 | επιχρυσωμένος | , η, ο [ἐπιχρυσωμένος] ε-πι-χρυ-σω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επίχρυσος. Βλ. επιμεταλλωμένος. [< μτγν. ἐπικεχρυσωμένος] | |
| 18123 | επιχρυσώνω | [ἐπιχρυσώνω] ε-πι-χρυ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {επιχρύσω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καλύπτω επιφάνεια με στρώμα χρυσού: ~ αγιογραφίες/κοσμήματα. Ξυλόγλυπτο τέμπλο που ~θηκε. Βλ. επαργυρώνω, επιχαλκώνω. ΣΥΝ. χρυσώνω (2) [< μτγν. ἐπιχρυσῶ] | |
| 18124 | επιχρύσωση | [ἐπιχρύσωση] ε-πι-χρύ-σω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση επιφάνειας με λεπτή στρώση χρυσού· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ~ εικόνων/κοσμημάτων/τέμπλων (πβ. χρύσωμα). ~ και επαργύρωση χάλυβα και μέταλλων. ~ώσεις σε ιερά σκεύη. Βλ. επιμετάλλωση. [< γαλλ. dorage, dorure] | |
| 18125 | επιχρωμιωμένος | , η, ο [ἐπιχρωμιωμένος] ε-πι-χρω-μι-ω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επιχρωμίωση: ~ος: ορείχαλκος/χάλυβας. ~η: μάσκα (ψυγείου)/σχάρα. ~ο: αλουμίνιο/ατσάλι. Πβ. χρωμέ. Βλ. επιμεταλλωμένος. [< γαλλ. chromé] | |
| 18126 | επιχρωμίωση | [ἐπιχρωμίωση] ε-πι-χρω-μί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση επιφάνειας με λεπτή στρώση χρωμίου· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ηλεκτρολυτική ~. Βλ. επιμετάλλωση. [< γαλλ. chromage, 1927] | |
| 18127 | επίχωμα | [ἐπίχωμα] ε-πί-χω-μα ουσ. (ουδ.): χώμα και άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται σε επιχωμάτωση: οπλισμένο ~. Κατασκευή/πρανή ~άτων. Καθίζηση υπέστη το ~. Βλ. ανάχωμα, όρυγμα, -χωμα. | |
| 18128 | επιχωματώνω | [ἐπιχωματώνω] ε-πι-χω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {επιχωμάτω-σε, επιχωματώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (επίσ.): κάνω επιχωμάτωση: Η πλατεία ~θηκε και δενδροφυτεύτηκε. Έκταση που έχει ~θεί και μπαζωθεί. Η τάφρος έχει ~θεί με φερτά υλικά. ~μένη: κοίτη (ποταμού). [< γαλλ. remblayer] | |
| 18129 | επιχωμάτωση | [ἐπιχωμάτωση] ε-πι-χω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συγκέντρωση μάζας από χώμα και άλλα υλικά σε κοιλότητα για το γέμισμά της ή σε επιφάνεια για την ανύψωσή της: ~ έλους/χειμάρρου. ~ του λιμανιού/της παραλίας. ~ώσεις κήπων/σιδηροδρομικών σταθμών. Εργασίες εκσκαφών-~ώσεων. Η γέφυρα διαπλατύνθηκε με ~ώσεις. Πβ. επίχωση, μπάζωμα, χωματισμός. Βλ. ανάχωμα. ΑΝΤ. εκχωμάτωση [< γαλλ. remblai, remblayage] | |
| 18130 | επιχωριάζει | [ἐπιχωριάζει] ε-πι-χω-ρι-ά-ζει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λόγ.): εμφανίζεται συχνά σε συγκεκριμένο τόπο, ώστε να αποτελεί χαρακτηριστικό του· επικρατεί, κυριαρχεί: Γλωσσικό φαινόμενο (βλ. κώφωση) που ~ κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα (πβ. ενδημεί). Έθιμα που ~ουν στο νησί.|| (κατ' επέκτ.) Συμπτώματα που ~ουν στον δημόσιο βίο και λόγο. [< αρχ. ἐπιχωριάζω ‘πηγαίνω συχνά, (για πράγματα) είναι συνηθισμένα ή κοινά’] | |
| 18131 | επιχώριος | , α, ο [ἐπιχώριος] ε-πι-χώ-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που ανήκει, βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο, χώρο: ~ος: επίσκοπος/μητροπολίτης. ~α: παράδοση.|| (ΙΑΤΡ.) ~οι: λεμφαδένες.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ελληνικά ~α αλφάβητα της αρχαϊκής εποχής. Πβ. εγχώριος, (ε)ντόπιος. [< αρχ. ἐπιχώριος ‘γηγενής’] | |
| 7741 | επίχωση | [αὔλακα] αύ-λα-κα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αύλακας (ο) 1. (επίσ.) αυλάκι: αποστραγγιστικός/αρδευτικός ~ας. Διάνοιξη/επίχωση ~α. ~ες παροχέτευσης (υδάτων).|| (ΩΚΕΑΝ.) Υποθαλάσσια/ωκεάνια ~. Πβ. λεκάνη. Βλ. βύθισμα, τάφρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τομή στην επιφάνεια εξαρτήματος, συσκευής ή κατασκευής που εξυπηρετεί τη λειτουργία του: Οι ~ες της τροχαλίας. Σωλήνας που φέρει ~ες. Βλ. αυλάκωση, εντομή. 3. ΑΝΑΤ. λεπτή ράβδωση στην επιφάνεια του εγκεφάλου, πτύχωση σε μαλακό ιστό: κροταφική/νευρική ~. Ελικοειδείς ~ες.|| Κολποκοιλιακή ~ (: που διαχωρίζει τους κόλπους της καρδιάς). Οι ~ες του δέρματος (βλ. ρυτίδες). [< 1: αρχ. αὖλαξ, αγγλ. trough 3: γαλλ. sillon] | |
| 18132 | επίχωση | [ἐπίχωση] ε-πί-χω-ση ουσ. (θηλ.): επιχωμάτωση· σταδιακή κάλυψη γεωλογικού στρώματος από νεότερο: παραλιακή/τεχνητή ~. ~ ρέματος/σωλήνων. ~ ορυγμάτων και θεμελίων. Πβ. μπάζωμα.|| (ΓΕΩΛ.) Παλαιολιθικές/προϊστορικές ~ώσεις. ~ώσεις του Πλειστόκαινου. [< μτγν. ἐπίχωσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ