| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18131 | επιχώριος | , α, ο [ἐπιχώριος] ε-πι-χώ-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που ανήκει, βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο, χώρο: ~ος: επίσκοπος/μητροπολίτης. ~α: παράδοση.|| (ΙΑΤΡ.) ~οι: λεμφαδένες.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ελληνικά ~α αλφάβητα της αρχαϊκής εποχής. Πβ. εγχώριος, (ε)ντόπιος. [< αρχ. ἐπιχώριος ‘γηγενής’] | |
| 7741 | επίχωση | [αὔλακα] αύ-λα-κα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αύλακας (ο) 1. (επίσ.) αυλάκι: αποστραγγιστικός/αρδευτικός ~ας. Διάνοιξη/επίχωση ~α. ~ες παροχέτευσης (υδάτων).|| (ΩΚΕΑΝ.) Υποθαλάσσια/ωκεάνια ~. Πβ. λεκάνη. Βλ. βύθισμα, τάφρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τομή στην επιφάνεια εξαρτήματος, συσκευής ή κατασκευής που εξυπηρετεί τη λειτουργία του: Οι ~ες της τροχαλίας. Σωλήνας που φέρει ~ες. Βλ. αυλάκωση, εντομή. 3. ΑΝΑΤ. λεπτή ράβδωση στην επιφάνεια του εγκεφάλου, πτύχωση σε μαλακό ιστό: κροταφική/νευρική ~. Ελικοειδείς ~ες.|| Κολποκοιλιακή ~ (: που διαχωρίζει τους κόλπους της καρδιάς). Οι ~ες του δέρματος (βλ. ρυτίδες). [< 1: αρχ. αὖλαξ, αγγλ. trough 3: γαλλ. sillon] | |
| 18132 | επίχωση | [ἐπίχωση] ε-πί-χω-ση ουσ. (θηλ.): επιχωμάτωση· σταδιακή κάλυψη γεωλογικού στρώματος από νεότερο: παραλιακή/τεχνητή ~. ~ ρέματος/σωλήνων. ~ ορυγμάτων και θεμελίων. Πβ. μπάζωμα.|| (ΓΕΩΛ.) Παλαιολιθικές/προϊστορικές ~ώσεις. ~ώσεις του Πλειστόκαινου. [< μτγν. ἐπίχωσις] | |
| 18133 | επιψευδαργυρωμένος | , η, ο [ἐπιψευδαργυρωμένος] ε-πι-ψευ-δαρ-γυ-ρω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί επιψευδαργύρωση: ~ος: σωλήνας/χάλυβας. ~η: λαμαρίνα. ~α: ελατήρια/εξαρτήματα. Ταινία χαλύβδινη θερμά ~η. Πβ. γαλβανισμένος. Βλ. επιμεταλλωμένος. | |
| 18134 | επιψευδαργύρωση | [ἐπιψευδαργύρωση] ε-πι-ψευ-δαρ-γύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επικάλυψη, επένδυση επιφάνειας με λεπτή στρώση ψευδάργυρου· συνεκδ. η ίδια η επίστρωση: ηλεκτρολυτική/ψυχρή ~. ~ εν θερμώ. ~ σιδήρου.|| Πάχος ~ης. Πβ. γαλβανισμός. Βλ. επιμετάλλωση. [< γαλλ. zingage] | |
| 18135 | επιψηφίζω | [ἐπιψηφίζω] ε-πι-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {επεψήφι-σε, επιψηφί-σει, επιψηφι-στεί} (σπάν.-λόγ.): εγκρίνω, επικυρώνω με θετική ψήφο: Η ολομέλεια της Βουλής ~σε τo νoµoσχέδιo. ΣΥΝ. υπερψηφίζω, ψηφίζω (2) ΑΝΤ. καταψηφίζω [< μτγν. ἐπιψηφίζω] | |
| 18136 | επιψήφιση | [ἐπιψήφιση] ε-πι-ψή-φι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιψηφίζω: ~ της απόφασης/των διατάξεων/του νομοσχεδίου. ~ δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων. Πβ. έγκριση, επικύρωση. ΣΥΝ. υπερψήφιση, ψήφιση ΑΝΤ. καταψήφιση [< μεσν. επιψήφισις] | |
| 18137 | ΕΠΚΑ | (η): Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. | |
| 18138 | επλήγη | βλ. πλήττω2 | |
| 18139 | έπληξε | βλ. πλήττω2 | |
| 18140 | έπλυνα | βλ. πλένω | |
| 18141 | ΕΠΟ | (η): Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Βλ. ΚΕΔ. | |
| 18142 | εποικίζω | [ἐποικίζω] ε-ποι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {εποίκι-σε, εποικί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εποικίζ-οντας} (λόγ.): κάνω εποικισμό· εγκαθίσταμαι κάπου ως έποικος: Χώρα που ~ει (σε) κατεχόμενα εδάφη. Ο στρατός ~σε την περιοχή.|| Φυλές που ~ουν καλλιεργήσιμα μέρη. Νησί που ~στηκε από εμπόρους/πρόσφυγες. Βλ. απ-, μετ-οικίζω.|| (κατ' επέκτ.) Μικρόβια που ~ουν τη χοληδόχο κύστη. Τα ζιζάνια ~ουν αγροτικές καλλιέργειες. Υδρόφιλα είδη χλωρίδας ~ουν ρηχές λίμνες. [< αρχ. ἐποικίζω] | |
| 18143 | εποικισμός | [ἐποικισμός] ε-ποι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) εποίκιση (η) (λόγ.): μετακίνηση και μόνιμη εγκατάσταση τμημάτων πληθυσμού σε συγκεκριμένο τόπο, για βιοτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς ή εθνικούς λόγους: βίαιος/μαζικός/μεταναστευτικός/παράνομος/προσφυγικός/συστηματικός ~. ~ κατεχόμενων εδαφών/παραμεθόριων περιοχών. Ίδρυση και ~ χωριού. Πολιτική/σχέδιο ~ού.|| (ειδικότ.) Σχεδιάζεται ο ~ της Σελήνης. Βλ. αποικισμός, μετοίκιση, -ισμός. [< μτγν. ἐποικισμός, ἐποίκισις ‘ίδρυση αποικίας’] | |
| 18144 | εποικιστικός | , ή, ό [ἐποικιστικός] ε-ποι-κι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με εποικισμό: ~ή: δραστηριότητα/νομοθεσία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: εκτάσεις. Επιδρομές με ~ό χαρακτήρα. Βλ. αποικιστικός. | |
| 18146 | εποικοδόμημα | [ἐποικοδόμημα] ε-ποι-κο-δό-μη-μα ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) το σύνολο των κοινωνικών, νομικών και πολιτικών θεσμών ως προέκταση και αντανάκλαση της υλικής, οικονομικής βάσης και των παραγωγικών σχέσεων μιας κοινωνίας· κατ' επέκτ. οτιδήποτε αναπτύσσεται πάνω σε κάτι άλλο (και εξαρτάται από αυτό): αστικό/ιδεολογικό/καπιταλιστικό/κρατικό/πνευματικό/πολιτιστικό ~. Στο ~ ανήκουν το κράτος, οι θεσμοί, η θρησκεία, η ηθική, το δίκαιο, η τέχνη. ΣΥΝ. υπερδομή. Βλ. βάση. [< πβ. μτγν. ἐποικοδόμημα 'κτίσμα σε προϋπάρχοντα θεμέλια', γερμ. Überbau, γαλλ.-αγγλ. superstructure] | |
| 18147 | εποικοδόμηση | [ἐποικοδόμηση] ε-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.): εποικοδομητισμός· γενικότ. κτίσιμο, θεμελίωση σε βάση που προϋπάρχει: (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ της γνώσης/μάθησης.|| Κοινωνική ~. Μέτρα ~ης εμπιστοσύνης (πβ. οικοδόμηση). [< αρχ. ἐποικοδόμησις ‘συσσώρευση’] | |
| 18148 | εποικοδομητικός | , ή, ό [ἐποικοδομητικός] ε-ποι-κο-δο-μη-τι-κός επίθ.: (μτφ.) που συμβάλλει στην βελτίωση ή την επιτυχή ολοκλήρωση ή έκβαση προσπάθειας, δραστηριότητας: ~ός: διάλογος/ρόλος. ~ή: ανταλλαγή απόψεων/απάντηση/επικοινωνία/επίσκεψη (σε μουσείο)/κριτική/προσέγγιση (στη διδασκαλία, βλ. εποικοδομητισμός)/πρόταση/στάση/συζήτηση/συμβολή/συμμετοχή/συνάντηση/συνεργασία/χρήση. ~ό: κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα/σχόλιο. ~ές: διαπραγματεύσεις/επαφές/θέσεις/λύσεις/παρατηρήσεις/παρεμβάσεις/συνομιλίες/σχέσεις. ~ά: βήματα/μέτρα. (για πρόσ.) Είναι θετικοί/συνεργάσιμοι και ~οί. Πβ. αποτελεσματ-, δημιουργ-ικός, ωφέλιμος. ΑΝΤ. αποδομητικός (1) ● επίρρ.: εποικοδομητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εποικοδομητική ασάφεια βλ. ασάφεια [< γαλλ. constructif] | |
| 18149 | εποικοδομητισμός | [ἐποικοδομητισμός] ε-ποι-κο-δο-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εποικοδομισμός: ΠΑΙΔΑΓ. θεωρία μάθησης σύμφωνα με την οποία η γνώση προϋποθέτει ενσωμάτωση των νέων πληροφοριών με τις προϋπάρχουσες, ύστερα από ενεργητική επεξεργασία των ερεθισμάτων που δέχεται το άτομο από το περιβάλλον: κοινωνικός ~. ~ και ανακαλυπτική-διερευνητική-συνεργατική μάθηση/διαθεματική προσέγγιση. Η διαδικασία του ~ού είναι μαθητοκεντρική. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. κονστρουκτιβισμός (2) [< γαλλ. constructivisme, περ. 1925] | |
| 18145 | εποικοδοµιστικός | , ή, ό [ἐποικοδομιστικός] ε-ποι-κο-δο-µι-στι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. που σχετίζεται με τον εποικοδομητισμό: ~ή: θεωρία/προσέγγιση της γνώσης. ~ό: περιβάλλον μάθησης/πλαίσιο. ΣΥΝ. κονστρουκτιβιστικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ