| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18153 | επομένως | [ἑπομένως] ε-πο-μέ-νως επίρρ.: για να δηλωθεί συμπέρασμα: αγορά οικονομική και ~ συμφέρουσα. Δεν έχω διαβάσει τα βιβλία του, ~ δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη. Βρίσκω όλα αυτά που λες αυτονόητα· ~, συμφωνώ και επαυξάνω. Πβ. άρα, λοιπόν, συνεπώς, ώστε. [< αρχ. ἑπομένως] | |
| 18154 | επονείδιστος | , η, ο [ἐπονείδιστος] ε-πο-νεί-δι-στος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί ντροπή, όνειδος: ~η: ήττα/πράξη/συμπεριφορά. ~α: έργα/λόγια. Πβ. αξιοκατάκριτος. ΣΥΝ. επαίσχυντος [< αρχ. ἐπονείδιστος] | |
| 18155 | επονομάζω | [ἐπονομάζω] ε-πο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {επονόμα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μτχ. ενεστ. επονομαζ-όμενος, κυρ. μεσοπαθ.}: δίνω σε κάποιον δεύτερο, επιπρόσθετο όνομα, που συνήθ. χαρακτηρίζει ιδιότητά του: ~στηκε "χαλκέντερος" για το μεγάλο συγγραφικό του έργο. Ηρόδοτος, ο ~όμενος πατέρας της ιστορίας. Ο Κ., ο ~όμενος (= (απο)καλούμενος, (επι)λεγόμενος) και ... Πβ. προσονομάζω. [< αρχ. ἐπονομάζω] | |
| 18156 | επονομασία | [ἐπονομασία] ε-πο-νο-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): επιπλέον όνομα που δίνεται σε κάποιον ή κάτι: αθλητικός σύλλογος με την ~ ... ~ες μεγάλων εταιρειών και οργανισμών. Εξαιρετικά μορφωμένος, είχε την ~ "σοφός". Πβ. επ-, προσ-ωνυμία, παρατσούκλι, παρωνύμιο. [< μτγν. ἐπονομασία ‘επίκληση’] | |
| 18157 | εποξείδιo | [ἐποξείδιo] ε-πο-ξεί-δι-o ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. οργανική ένωση που αποτελείται από ένα άτομο οξυγόνου και δύο άτομα άνθρακα: αιθέρες και ~α. Βλ. υπ-, υπερ-οξείδιο. [< αγγλ. epoxide, 1930, γαλλ. époxyde, 1934] | |
| 18158 | εποξειδικός | , ή, ό [ἐποξειδικός] ε-πο-ξει-δι-κός επίθ. & εποξικός: ΧΗΜ. (για χημικό παράγωγο) που περιέχει εποξείδια: ~ός: στόκος. ~ή: επίστρωση/κόλλα/πάστα. ~ό: αστάρι/βερνίκι. ~ές: βαφές/ρητίνες. ~ά: κονιάματα/σκυροδέματα/υλικά/χρώματα. Αντιστατικά ~ά δάπεδα. ● Ουσ.: εποξειδικό & εποξικό (το): συνθετική ρητίνη: αγώγιμο υδατοδιαλυτό ~. ~ δύο συστατικών. Τα ~ά χρησιμοποιούνται ως συγκολλητικά και επικαλυπτικά υλικά. Βλ. πολυμερή. [< αγγλ. epoxy, 1916, γαλλ. époxy, 1951] | |
| 18160 | εποποιία | [ἐποποιία] ε-πο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) σειρά ιστορικών γεγονότων ηρωικού χαρακτήρα και γενικότ. κάθε συλλογικό κατόρθωμα το οποίο θεωρείται κορυφαίο, εξαιρετικό και αξιομνημόνευτο: βυζαντινή/πολεμική ~. Η ~ του 1821/του 1940. Άθλοι, ~ες και επιτεύγματα.|| Κινηματογραφική/τεχνολογική ~. ΣΥΝ. έπος (2) 2. ΦΙΛΟΛ. (σπάν.) σύνθεση επών· συνεκδ. έπος ή επική ποίηση: ομηρική ~. Βλ. -ποιία. [< 1: γαλλ. épopée 2: αρχ. ἐποποιία] | |
| 18161 | εποπτεία | [ἐποπτεία] ε-πο-πτεί-α ουσ. (θηλ.) 1. παρακολούθηση και έλεγχος έργου, προσώπου, κατάστασης, συνολική και σε βάθος εικόνα, πλήρης γνώση ενός αντικειμένου: αυστηρή/επιστημονική/κλινική/κρατική/οικονομική/πολυμερής/(ΝΟΜ.) προληπτική ~. ~ διατριβής/δικτύου/έκδοσης/εξετάσεων/ομάδας/υπηρεσιών. Άσκηση/μέσα/όργανα/σύστημα ~ας. Αναλαμβάνω/αναθέτω σε κάποιον/έχω την ~. ~ και αξιολόγηση/διοίκηση/επιμέλεια. Ασκώ ~ επί του προσωπικού. Γενική/πλήρης ~ του χώρου. Λειτουργεί/τελεί υπό/κάτω από την ~ κάποιου. Υπάγεται στην ~ του. Πβ. επιστασία, επιτήρηση, επόπτευση. Βλ. τηλ~.|| (συνεκδ., η αρμόδια υπηρεσία:) Αρχή/Γραφείο/Επιτροπή/Διεύθυνση/Τμηματάρχης/Υπηρεσία ~ας. ~ Αγοράς/Αλιείας/Ιδρυμάτων/Σχολείων. ΣΥΝ. επίβλεψη 2. ΦΙΛΟΣ. άμεση αντίληψη των ιδεών, των πραγμάτων, μιας κατάστασης μέσω των αισθήσεων ή της συνείδησης. Πβ. ενόραση. [< 1: γαλλ. inspection, surveillance 2: αρχ. εποπτεία ‘στοχασμός, μύηση’, μεσν. ~, γερμ. Übersicht] | |
| 18162 | επόπτευση | [ἐπόπτευση] ε-πό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εποπτεύω: στενή ~. ~ των δραστηριοτήτων/εξελίξεων/εργασιών. ~ και φύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.|| ~ χώρων με τη χρήση καμερών/κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (πβ. κατόπτευση). Πβ. επίβλεψη, επιστασία, επιτήρηση, εποπτεία, παρακολούθηση. Βλ. έλεγχος. [< μτγν. ἐπόπτευσις] | |
| 18163 | εποπτεύω | [ἐποπτεύω] ε-πο-πτεύ-ω ρ. (μτβ.) {επόπτευ-σα, εποπτεύ-σει, -θηκε, -θεί, μτχ. ενεστ. -όμενος, -οντας} 1. ασκώ, έχω εποπτεία: ~ την εφαρμογή των αποφάσεων/τη λειτουργία του εργαστηρίου. ~ προσωπικά την κατάσταση. ~σε τρεις διδακτορικές διατριβές. Το προσωπικό του Σωματείου ~εται και καθοδηγείται από τον Γενικό Γραμματέα. ~όμενος φορέας του Υπουργείου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα που ~ει τις ρυθμίσεις ασφαλείας.|| (+γεν., λόγ.) Ο εισαγγελέας ~σε της προανάκρισης. Πβ. επιβλέπω, επιστατώ, επιτηρώ. 2. παρατηρώ, παρακολουθώ με τρόπο ώστε να ελέγχω ή να εξετάζω: Αρχή που ~ει το έργο. Η επιτροπή ~ει την τήρηση των κωδίκων δεοντολογίας. Οι διαιτητές ~ουν συνεχώς το σύνολο του αγωνιστικού χώρου. Πβ. κατοπτεύω. [< 1: αρχ. ἐποπτεύω] | |
| 18164 | επόπτης, επόπτρια | [ἐπόπτης] ε-πό-πτης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ανώτερος ιεραρχικά εργαζόμενος που εποπτεύει κάποιους ή κάτι: γενικός/επιστημονικός/οικονομικός ~. ~ Προστασίας Δεδομένων. ~ ελέγχου/εργασίας. ~ εκλογών/εξετάσεων. ~ του στρατοπέδου/των φυλακών. ~ ασφαλείας (σε διαγωνισμό). ~ πρακτικής άσκησης (ενν. φοιτητή). ~ες-επιτηρητές/συντονιστές. ~ες καθαριότητας (πβ. επιστάτης). ~ες δημόσιας υγείας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτύου.|| (ως επίθ.) ~ εκπαιδευτικός/καθηγητής. ● ΣΥΜΠΛ.: επόπτης (γραμμών): ΑΘΛ. (παλαιότ., στο ποδόσφαιρο) βοηθός διαιτητή· (στο τένις, στο βόλεϊ) αυτός που ελέγχει αν η μπάλα πέρασε έξω από τις γραμμές του γηπέδου. ΣΥΝ. λάινσμαν [< αρχ. ἐπόπτης ‘επιτηρητής, στοχαστής’, γαλλ. inspecteur] | |
| 18165 | εποπτικός | , ή, ό [ἐποπτικός] ε-πο-πτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την εποπτεία ή τον επόπτη: ~ός: έλεγχος/μηχανισμός/φορέας. ~ή: αξιολόγηση/Αρχή/εικόνα/εξέταση/επιτροπή/παρακολούθηση/συνεργασία. ~ό: όργανο/πλαίσιο/προσωπικό/συμβούλιο/σώμα. ~ά: καθήκοντα/μέτρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ά κεφάλαια (: που παραμένουν δεσμευμένα ως εγγύηση για την κάλυψη κινδύνου μη αποπληρωμής). 2. που σχετίζεται με τη μάθηση μέσω της άμεσης παρατήρησης: ~ή: διδασκαλία/μέθοδος/παρουσίαση. ~ό: υλικό. ● επίρρ.: εποπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα διδασκαλίας βλ. οπτικοακουστικός [< αρχ. ἐποπτικός ‘στοχαστικός’, αγγλ. supervisory] | |
| 18166 | εποπτικότητα | [ἐποπτικότητα] ε-πο-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): άμεση παρατήρηση των πραγμάτων μέσω των αισθήσεων· (ειδικότ. στην εκπαίδευση) χρήση εποπτικών μέσων για βαθύτερη κατανόηση του αντικειμένου μάθησης: Οι φωτογραφίες προσδίδουν ~ στο βιβλίο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Αυτενέργεια, διερευνητική μάθηση και ~. Μέσα ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 18167 | έπος | [ἔπος] έ-πος ουσ. (ουδ.) {έπ-ους | -η, -ών} 1. μακροσκελές αφηγηματικό ποίημα που εξιστορεί, εξυμνεί μυθικές ή πραγματικές ηρωικές πράξεις· κατ' επέκτ. κάθε καλλιτεχνικό έργο με παρόμοια χαρακτηριστικά: (ΦΙΛΟΛ.) ακριτικό/διδακτικό/ερωτικό/ηρωικό/θρησκευτικό/ινδικό/ιπποτικό/ιστορικό/λατινικό/ρομαντικό ~. Μέτρο/προοίμιο/προφορική σύνθεση/τεχνικές του ~ους. Τα ομηρικά ~η. Βλ. δράμα, επύλλιο, λυρική ποίηση.|| Κινηματογραφικό ~. ~ επιστημονικής φαντασίας. 2. (μτφ.) σύνολο ηρωικών, συνήθ. πολεμικών, γεγονότων: ~ αυτοθυσίας και αυταπάρνησης. Το (θρυλικό) ~ του 1940/του '21. ΣΥΝ. εποποιία (1) ● ΦΡ.: αμ' έπος αμ' έργον (αρχαιοπρ.-εμφατ.): για κάτι που γίνεται αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Δεν πρόλαβε να δώσει την εντολή και ~ ~ (= με το που το είπε) έτρεξαν να την εκτελέσουν. Πβ. πάραυτα. ΣΥΝ. το 'πε και το 'κανε, έπεα πτερόεντα (αρχαιοπρ.): λόγια του αέρα, χωρίς βαρύτητα, σπουδαιότητα, αξία ή πρακτική εφαρμογή: Ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που αποδείχθηκαν/παραμένουν ~ ~. Πβ. αερολογίες. [< αρχ. ἔπεα πτερόεντα] , το αλβανικό έπος βλ. αλβανικός [< αρχ. ἔπος ‘λόγος’, πληθ. ἔπη (τά) ‘επικοί στίχοι, (επική) ποίηση’] | |
| 18168 | επουλώνω | [ἐπουλώνω] ε-που-λώ-νω ρ. (μτβ.) {επούλω-σε, επουλώ-θηκε, -θεί, -μένος, επουλών-οντας} 1. ΙΑΤΡ. αποκαθιστώ βλάβη σε τραυματισμένο ιστό: Γαλάκτωμα που ~ει εγκαύματα/κοψίματα από το ξύρισμα. Αμυχή/ουλή/χτύπημα που ~εται (= θρέφει, κλείνει) γρήγορα/δύσκολα/πλήρως. Η τομή/το τραύμα του ασθενούς δέθηκε με ειδικό επίδεσμο μέχρι να ~θεί.|| (ελλειπτ.) Εντομοαπωθητικό λάδι που ανακουφίζει και ~ει μετά από τσίμπημα. Πβ. γιαίνω, γιατρεύω, θεραπεύω. 2. (μτφ.) μετριάζω την ένταση, μειώνω τις επιπτώσεις γεγονότος, κατάστασης: Ο χρόνος ~ει τις πληγές. Πβ. αμβλύνω, απαλύνω. Βλ. εξαλείφω. [< 1: αρχ. ἐπουλῶ] | |
| 18169 | επούλωση | [ἐπούλωση] ε-πού-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επουλώνω: (ΙΑΤΡ.) άμεση/αργή/γρήγορη/φυσική ~. ~ εγκαυμάτων/ελκών/καταγμάτων/ουλών/τομών/τραυμάτων. Διαδικασία/χρόνος ~ης. Πβ. θεραπεία, κλείσιμο.|| (κατ' επέκτ.) ~ λάκκων (οδοστρώματος).|| (μτφ.) Πνεύμα συμφιλίωσης και ~ης πληγών. [< μτγν. ἐπούλωσις] | |
| 18170 | επουλωτικός | , ή, ό [ἐπουλωτικός] ε-που-λω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβάλλει στην επούλωση: ~ός: ιστός (: τύλος). ~ή: αλοιφή/ικανότητα/κρέμα. ~ό: φάρμακο. ~ά: επιθέματα. Αιθέριο έλαιο με ~ή δράση. Φυτό αντιφλεγμονώδες και ~ό. Βότανα με ~ές ιδιότητες.|| (ως ουσ.) ~ό πληγών (ενν. προϊόν, σκεύασμα). ● επίρρ.: επουλωτικά [< μτγν. ἐπουλωτικός] | |
| 18171 | επουράνιος | , α/ος, ο [ἐπουράνιος] ε-που-ρά-νι-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που βρίσκεται στον ουρανό: ~ος: κόσμος/παράδεισος. ~α: βασιλεία/ζωή. ~ες: δυνάμεις. Ο ~ Θεός/Πατέρας. ΑΝΤ. επίγειος (2) ● Ουσ.: επουράνια (τα) {επουρανίων} (λογοτ.): ο ουρανός ως κατοικία του Θεού, των πνευμάτων και των ψυχών. Πβ. ουράνια. [< αρχ. ἐπουράνιος] | |
| 18172 | επουσιώδης | , ης, ες [ἐπουσιώδης] ε-που-σι-ώ-δης επίθ. {επουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που υστερεί σε ουσία, σημασία, αξία, νόημα: ~ης: λεπτομέρεια/παράλειψη. ~ες: ενδιαφέρον/ελάττωμα/ζήτημα. ~εις: αλλαγές/διαφορές/τροποποιήσεις.|| (ως ουσ.) Εµµονή στα ~η (ενν. θέματα). Πβ. ασήμαντος, δευτερεύων. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. ουσιώδης [< μτγν. ἐπουσιώδης] | |
| 18173 | εποφθαλμιώ | [ἐποφθαλμιῶ] ε-πο-φθαλ-μι-ώ ρ. (μτβ.) {εποφθαλμι-άς ...· μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): επιθυμώ έντονα και επιδιώκω με κάθε μέσο να αποκτήσω κάτι, συνήθ. ξένη ιδιοκτησία: Δεν ~ τη θέση κανενός (πβ. ζηλεύω). ~ά (: έχει βλέψεις για) την κυβερνητική εξουσία. Έβλεπε παντού συνωμότες, που ~ούσαν την περιουσία του. Πβ. βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι, υποβλέπω. [< μτγν. ἐποφθαλμιῶ ‘ρίχνω ματιές’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ