| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18174 | εποχή | [ἐποχή] ε-πο-χή ουσ. (θηλ.) 1. καθένα από τα τέσσερα μέρη στα οποία υποδιαιρείται το ηλιακό έτος και γενικότ. κάθε χρονική φάση που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες: Oι τέσσερις ~ές του έτους (: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας). Διαδοχή/εναλλαγή/κύκλος/περιοδικότητα/σειρά των ~ών. Οι μήνες κάθε ~ής. Υψηλές για την ~ θερμοκρασίες. Τόπος διακοπών για όλες τις ~ές.|| Η ~ των βροχών/των μουσώνων/της ξηρασίας/ωρίμασης (των φρούτων, των λαχανικών). 2. κάθε ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από σημαντικά συνήθ. γεγονότα ή και πρόσωπα: προϊστορική/μινωική/κλασική/ελληνιστική (/αλεξανδρινή)/ρωμαϊκή/βυζαντινή/νεότερη ~. Ακμή/αρχή/μνημεία/παρακμή/πνεύμα/πολιτισμός/τέχνη/χαρακτηριστικά (μιας) ~ής. H ~ της Aναγέννησης/της δουλείας/του εμφυλίου/της (βιομηχανικής/γαλλικής/ελληνικής) επανάστασης/της κατοχής/του μεσοπολέμου/του μπαρόκ/της τουρκοκρατίας/του Ψυχρού Πολέμου. Σηματοδοτεί μια (νέα) ~. Πυρηνική/σύγχρονη/ψηφιακή ~. Zούμε στην ~ της παγκοσμιοποίησης/της πληροφορικής/της τεχνολογίας. Έργο που αντικατοπτρίζει την ~ του. Η παλιά καλή ~. (βλ. καιρός). 3. περίοδος του έτους κατά την οποία συμβαίνει, αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα: Η ~ των διακοπών/του θερισμού/του κυνηγιού/της σποράς/του τρύγου. ~ για θερινά/χειμερινά σπορ. Πβ. σεζόν. 4. συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη ζωή (κάποιου): κρίσιμη/μεταβατική/σημερινή ~. Η ~ της αθωότητας/της ενηλικίωσης/των μαθητικών(/παιδικών/σχολικών/φοιτητικών) χρόνων. Αλλοτινές/αξέχαστες/παλιές καλές/περασμένες ~ές. Άλλες/ωραίες ~ές τότε! Στην ~ μας (= στις μέρες μας, σήμερα). Κακή/καλή ~ για ... Εκείνη την/(Για) Μια/Πέρυσι (σαν) τέτοια ~ ήμουν στο ... (πβ. καιρός). Την ~ που ζούσε ο ..., δεν είχα γεννηθεί ακόμη. 5. ΓΕΩΛ. υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου: η ~ των δεινοσαύρων/του Πλειστοκαίνου. Βλ. αιώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή (/χριστιανική/παρούσα) εποχή: η μετά Χριστόν: το σύστημα της ~ής ~ής. || (συντομ.) Τον 5ο αι. Π.Κ.Ε. (: προ κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη γέννηση του Χριστού· π.Χ.). Το 328 Κ.Ε. (της κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν μετά τη γέννηση του Χριστού· μ.Χ.), νέα εποχή: πολιτιστικό κίνημα χρονολογούμενο από τη δεκαετία του 1980 που υπογραμμίζει την πνευματική συνείδηση, και συχνά περιλαμβάνει την πίστη στη μετενσάρκωση και την αστρολογία καθώς και τις πρακτικές του διαλογισμού, της χορτοφαγίας και της ολιστικής ιατρικής. Βλ. νιου έιτζ., χρυσή εποχή: χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζεται από ευημερία, (πολιτιστική) άνθιση και ακμή, επιτυχίες, διακρίσεις, ευτυχία: η ~ ~ των ανακαλύψεων/των τηλεπικοινωνιών. (ΙΣΤ.) ~ ~ του Περικλή (πβ. χρυσός αιώνας)., αρχαϊκή εποχή/περίοδος βλ. αρχαϊκός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή βλ. λίθος, Εποχή του Μετάλλου βλ. μέταλλο, Εποχή του Ορείχαλκου/Ορειχάλκινη Εποχή βλ. ορείχαλκος, Εποχή του Σιδήρου βλ. σίδηρος, Εποχή του Χαλκού βλ. χαλκός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, μεσοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοελλαδικός, μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοκυκλαδικός, μεσολιθική περίοδος/εποχή βλ. μεσολιθικός, μετανακτορική περίοδος/εποχή βλ. μετανακτορικός, νεολιθική εποχή/περίοδος βλ. νεολιθικός, παλαιολιθική εποχή/περίοδος βλ. παλαιολιθικός, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας, πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός, πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοελλαδικός, πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοκυκλαδικός, υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή βλ. υστεροβυζαντινός, υστεροελλαδική εποχή/περιόδος βλ. υστεροελλαδικός, υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. υστεροκυκλαδικός, χαλκολιθική εποχή/περίοδος βλ. χαλκολιθικός ● ΦΡ.: (της) εποχής: που αναφέρεται στην τρέχουσα ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο ή (για γεωργικό προϊόν) που παράγεται, που ευδοκιμεί κατά τη συγκεκριμένη εποχή: αντιλήψεις/απόψεις/ρούχα (= της μόδας, μοντέρνα) ~.|| Δράμα/έπιπλα/έργο/κουστούμια/ταινία/περιπέτεια ~.|| Λαχανικά/πιάτο/σαλάτα ~. ΑΝΤ. εκτός εποχής, άφησε/θα αφήσει εποχή & όνομα: για πρόσωπο ή πράγμα που μένει στη μνήμη χάρη στη σπουδαιότητα ή την επιτυχία του: Αθλητής/έργο/καλλιτέχνης/πολιτικός/ταινία που ~ ~. ΣΥΝ. γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία [< γαλλ. faire époque] , εκτός εποχής: για κάτι που δεν ταιριάζει ή δεν αντιστοιχεί σε μια ορισμένη περίοδο: λουλούδια/φρούτα ~ ~. ~ ~ καλλιέργεια/κηπευτικά.|| (μειωτ.) Πνεύμα ~ ~ (= απαρχαιωμένο).|| Ντύσιμο ~ ~ (= παλιομοδίτικο, ντεμοντέ). ΑΝΤ. (της) εποχής [< αγγλ. out of season] , λάθος εποχή: για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη χρονική περίοδο: Νιώθω πως ζω σε ~ ~. Η πρόταση μού έγινε σε ~ ~., όλων των εποχών (εμφατ.): για πρόσωπο ή πράγμα που παραμένει διαχρονικά αξεπέραστο: οι μεγαλύτεροι ευεργέτες ~ ~. Είναι η καλύτερη ομάδα/ταινία ~ ~. Πβ. μακράν., στην εποχή μου/της εποχής μου: κατά την χρονική περίοδο μέχρι τα γηρατειά, ιδίως την εποχή της νεότητας (κάποιου): Αυτό το τραγούδι ήταν επιτυχία της εποχής μου. Στην εποχή μου ήταν πολύ αυστηροί οι γονείς., ζει σε άλλη εποχή βλ. ζω1, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, τέλος εποχής βλ. τέλος [< μτγν. ἐποχή ‘στάση, σταμάτημα, διακοπή’, γαλλ. époque, saison] | |
| 18175 | εποχιακός & εποχικός | , ή, ό [ἐποχιακός] ε-πο-χι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει ή αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίοδο του έτους: ~ή: ανεργία/γρίπη/διακύμανση (στάθμης νερού)/ζήτηση/κατάθλιψη/μετανάστευση (βλ. αποδημία)/τριχόπτωση. ~ές: αλλεργίες/ανάγκες/ιώσεις/λοιμώξεις. ~ά: είδη/λαχανικά/λουλούδια/προϊόντα/φρούτα/φυτά. ~οί: άνεμοι (π.χ. μελτέμια). ~ή αύξηση του πληθυσμού/του τουρισμού.|| ~ός: εργάτης/πυροσβέστης/υπάλληλος (= έκτακτος). ~ή: απασχόληση. ~ό: βοήθημα/επίδομα/προσωπικό. ~ές: δουλειές/επιχειρήσεις. Πβ. περιστασιακός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. εργαζόμενοι). ● επίρρ.: εποχιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εποχική συναισθηματική διαταραχή βλ. διαταραχή [< γαλλ. saisonnier] | |
| 18176 | εποχικότητα | [ἐποχικότητα] ε-πο-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εποχιακού: ~ φρούτων και λαχανικών. ~ της παραγωγής/των πωλήσεων/του τουρισμού. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. seasonality, 1934, γαλλ. saisonnalité, 1975] | |
| 18177 | εποχούμαι | [ἐποχοῦμαι] ε-πο-χού-μαι ρ. {εποχείται, -ούνται· μόνο σε ενεστ.} (σπάν.-αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● Μτχ.: εποχούμενος , η, ο (επίσ.): που επιβαίνει σε όχημα: ~οι: αστυνομικοί/περιηγητές/ταξιδιώτες/τουρίστες. ~ σε δίτροχο. Όλοι οι διερχόμενοι, ~οι και πεζοί.|| (κατ' επέκτ.) ~η: περιπολία. [< αρχ. ἐποχοῦμαι ‘μεταφέρομαι, μετακινούμαι’] | |
| 18178 | έποψη | [ἔποψη] έ-πο-ψη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): άποψη: από ηθική/ιατρική/ιστορική ~. Υπό νοµική ~. Εξ επόψεως επιστημονικής. [< αρχ. ἔποψις] | |
| 18179 | ΕΠΠΕ | 1. (τα) Ειδικά Παραδοσιακά Προϊόντα Εγγυημένα. Βλ. ΠΟΠ. 2. (η) Επιτροπή Παρακολούθησης και Παραλαβής Έργου. | |
| 18180 | ΕΠΣ | (η) 1. Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων. 2. (παλαιότ.) Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (σήμερα ΚΕΠΠΑ). 3. Επιτροπή Προπτυχιακών Σπουδών. | |
| 18181 | επτά | [ἑπτά] ε-πτά αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (προφ.) εφτά 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 7 ή το σύνολο επτά μονάδων: (σε σφυγμομέτρηση) ~ στους δέκα δήλωσαν ότι ... Είναι ~ ετών/χρονών.|| Οι ~ μέρες της εβδομάδας. Οι ~ νότες της μουσικής κλίμακας. Τα ~ χρώματα της ίριδας. "Η Χιονάτη και οι ~ Νάνοι" (τίτλος παραμυθιού). Οι ~ ζωές/ψυχές της γάτας (σύμφωνα με λαϊκή δοξασία). Τα ~ μυστήρια της Εκκλησίας. 2. έβδομος: Στο εδάφιο/στο κεφάλαιο/στην παράγραφο ~. Στις ~ του μηνός. ~ η ώρα. ● Ουσ.: επτά (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 7: Προσθέτω το ~ στο δέκα. 2. το σύμβολο (7) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: Πού κάνει στάση το ~ (ενν. τρόλεϊ); 3. η ηλικία των επτά χρόνων: Έκλεισε τα ~. 4. βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Πήρε ~ στις εξετάσεις. 5. το έτος 1907 ή 2007: γεννημένος το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επτά θάλασσες: όλοι οι ωκεανοί του κόσμου: ταξίδι στις ~ ~. , Ομάδα των Επτά/Οκτώ βλ. ομάδα, τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα βλ. αμάρτημα ● ΦΡ.: στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα [< αρχ. ἑπτά] | |
| 18182 | επτα- & εφτα- & επτά- & εφτά- | : α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι ίσο με επτά ή είναι επτά φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: (ουσιαστικοπ.) (το) εφτα-μηνίτικο. Βλ. εξα-, οκτα-. || (κυρ. μτφ.-επιτατ.) Εφτά-ψυχος. Eπτα-σφράγιστος.|| Eπτα-πλάσιος. | |
| 18183 | επταετία | [ἑπταετία] ε-πτα-ε-τί-α ουσ. (θηλ.) & (προφ.) εφταετία: χρονική περίοδος επτά ετών: ανά ~. Προ ~ας. Κατά την ~.|| (ειδικότ.-συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε, για τη δικτατορία 1967-1974 στην Ελλάδα) Η χουντική ~. [< μτγν. ἑπταετία] | |
| 18184 | επτάζυμος | , η, ο βλ. εφτάζυμος | |
| 18185 | επταήμερος | , η, ο βλ. επτα-, -ήμερος | |
| 18186 | επταθλήτρια | [ἑπταθλήτρια] ε-πτα-θλή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αθλήτρια που αγωνίζεται στο έπταθλο. [< αγγλ. heptathlete, 1981, γαλλ. heptathlonienne] | |
| 18187 | έπταθλο | [ἕπταθλο] έ-πτα-θλο ουσ. (ουδ.) {επτάθλ-ου}: ΑΘΛ. σύνθετο αγώνισμα που περιλαμβάνει επτά διαφορετικά αγωνίσματα (: αγώνα δρόμου διακοσίων, οκτακοσίων μέτρων, εκατό μέτρων μετ' εμποδίων, άλμα εις μήκος, άλμα εις ύψος, ακοντισμό, σφαιροβολία): (στον ανοιχτό στίβο) ~ γυναικών/κορασίδων/νεανίδων.|| (στον κλειστό στίβο) ~ ανδρών. Βλ. δί-, τρί-, πέντ-, δέκ-αθλο. [< αγγλ. heptathlon, 1977, γαλλ. ~, 1980] | |
| 18188 | επτακόσια | [ἑπτακόσια] ε-πτα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (προφ.) εφτακόσ(ι)α 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 700 ή το σύνολο επτακοσίων μονάδων. 2. (ως αριθμητ. τακτ.) επτακοσιοστός. [< αρχ. ἑπτακόσια] | |
| 18189 | επτακόσιοι | , ες, α [ἑπτακόσιοι] ε-πτα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. {επτακοσίων} & (προφ.) εφτακόσ(ι)οι: που αποτελούν σύνολο επτακοσίων μονάδων: ~οι: μαθητές/σύνεδροι. ~ες: λίρες/ψήφοι. ~α: αντίτυπα/βιβλία.|| (ΙΣΤ.) ~ Θεσπιείς. [< αρχ. ἑπτακόσιοι] | |
| 18190 | επτακοσιοστός | , ή, ό [ἑπτακοσιοστός] ε-πτα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ. (700ός, Ψ' ή ψ', λατ. DCC) & (προφ.) εφτακοσιοστός: που σε μια αριθμητική σειρά κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 700: ~ή: επέτειος. ~ πρώτος/δεύτερος. Βλ. -οστός.|| (ως ουσ.) O ~ στην κατάταξη/στη λίστα. Το ένα ~ό (: καθένα από τα επτακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου). [< μτγν. ἑπτακοσιοστός] | |
| 18191 | Επτάλοφος | [Ἑπτάλοφος] Ε-πτά-λο-φος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ως χαρακτηρισμός της Κωνσταντινούπολης και της Ρώμης, που έχουν χτιστεί σε επτά λόφους: (σπανιότ. ως επίθ.) η ~ος Πόλη. Βλ. Βασιλεύουσα. [< μτγν. ἑπτάλοφος] | |
| 18192 | επταμηνίτικος | , η, ο βλ. εφταμηνίτικος | |
| 18193 | επτάμηνος | , η, ο: βλ. επτα-, -μηνος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ