Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19080-19100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18190επτακοσιοστός

, ή, ό [ἑπτακοσιοστός] ε-πτα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ. (700ός, Ψ' ή ψ', λατ. DCC) & (προφ.) εφτακοσιοστός: που σε μια αριθμητική σειρά κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 700: ~ή: επέτειος. ~ πρώτος/δεύτερος. Βλ. -οστός.|| (ως ουσ.) O ~ στην κατάταξη/στη λίστα. Το ένα ~ό (: καθένα από τα επτακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου). [< μτγν. ἑπτακοσιοστός]

18191Επτάλοφος[Ἑπτάλοφος] Ε-πτά-λο-φος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ως χαρακτηρισμός της Κωνσταντινούπολης και της Ρώμης, που έχουν χτιστεί σε επτά λόφους: (σπανιότ. ως επίθ.) η ~ος Πόλη. Βλ. Βασιλεύουσα. [< μτγν. ἑπτάλοφος]
18192επταμηνίτικος, η, ο βλ. εφταμηνίτικος
18193επτάμηνος, η, ο: βλ. επτα-, -μηνος
18194επτανησιακός, ή, ό [ἑπτανησιακός] ε-πτα-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα Επτάνησα ή/και τους Επτανήσιους. ΣΥΝ. Ιόνιος (1)
18195Επτανήσιος, Επτανήσια[Ἐπτανήσιος] Ε-πτα-νή-σι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Επτάνησα. ΣΥΝ. Ιόνιος (2)
18196επτάνιο[ἑπτάνιο] ε-πτά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο και εύφλεκτο υγρό κορεσμένων υδρογονανθράκων με επτά άτομα άνθρακα στο μόριό τους (σύμβ. C7H16), το οποίο παράγεται από την απόσταξη αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται συχνά ως διαλύτης: κανονικό ~. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. heptane]
18197επτασφράγιστος, η, ο [ἑπτασφράγιστος] ε-πτα-σφρά-γι-στος επίθ. & (προφ.) εφτασφράγιστος (εμφατ.): πολύ καλά κλεισμένος ή κρυμμένος, φυλαγμένος: ~ος: φάκελος. ~η: πόρτα/πύλη.|| ~α: αρχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: επτασφράγιστο μυστικό: πολύ καλά κρυμμένο: ~ ~ παραμένει η σύνθεση του ψηφοδελτίου. Κράτησε σαν/ως ~ ~ τις επόμενες κινήσεις του.
18198επτάφωτος, η, ο [ἑπτάφωτος] ε-πτά-φω-τος επίθ. & εφτάφωτος: βλ. -φωτος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επτάφωτη λυχνία & (λόγ.) επτάφωτος λυχνία: ΘΡΗΣΚ. κηροπήγιο με επτά τμήματα (υποδοχές), που αποτελεί ιερό σύμβολο της ιουδαϊκής θρησκείας. [< μτγν. ἑπτάφωτος]
18199επταψήφιος, α, ο & εφταψήφιος βλ. επτα-, -ψήφιος
18200επτάψυχοςβλ. εφτάψυχος
18201επτάωρος, η, ο βλ. επτα-, -ωρος
18202επύλλιο[ἐπύλλιο] ε-πύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. μικρό επικό ποίημα και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος που ήκμασε κυρ. κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο: ερωτικό/ιστορικό/κωμικό ~. Βλ. -ύλλιο. [< μτγν. ἐπύλλιον]
18203επωάζει[ἐπῳάζει] ε-πω-ά-ζει ρ. (μτβ.) {επώα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σπάν. -σμένος, επωάζ-οντας} (λόγ.): (για πτηνά, ερπετά και αμφίβια) δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες (κυρ. θερμοκρασίας) για την εκκόλαψη του αβγού: Η θαλάσσια χελώνα ~ τα αβγά της στην άμμο. Πβ. κλωσά.επωάζω (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): καλλιεργώ για πολύ καιρό και κρυφά ένα φαινόμενο, μια κατάσταση, που εκδηλώνεται υπό κατάλληλες συνθήκες: Ο συγγραφέας ~ει για χρόνια το μυθιστόρημά του. ~εται μεθοδικά το αβγό του φιδιού στη χώρα. ● Παθ.: επωάζεται: ΙΑΤΡ. αναπτύσσεται σε οργανισμό: ~ ο ιός/η νόσος. Το παθογόνο βακτήριο ~ σε διάστημα λίγων εβδομάδων. [< αρχ. ἐπῳάζω]
18204επώαση[ἐπώαση] ε-πώ-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. περίοδος από τη γονιμοποίηση του αβγού έως την εκκόλαψη και οι σχετικές βιολογικές διαδικασίες: τεχνητή/φυσική ~. Θερμοκρασία/κλίβανος ~ης. Πβ. κλώσημα. 2. ΙΑΤΡ. διάστημα από την είσοδο παθογόνου παράγοντα στον οργανισμό έως την εκδήλωση των αρχικών συμπτωμάτων της ασθένειας: ~ του ιού/μικροβίου. Χρόνος ~ης της γρίπης. 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ανάπτυξη φαινομένου: συνθήκες ~ης της βίας και τρομοκρατίας.|| ~ της καινοτομίας. 4. ΦΥΣ. ΠΥΡ. διαδικασία μετατροπής ατομικού πυρήνα σε σχάσιμο υλικό. [< 1: αρχ. ἐπῴασις, γαλλ. incubation]
18205επωαστήρας[ἐπωαστήρας] ε-πω-α-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τεχνητή επώαση: ξηρός ~. ~ες πτηνοτροφείων.|| (σε μικροβιολογικό εργαστήριο:) ~ για καλλιέργεια μυκήτων και βακτηρίων. Ωάρια και σπερματοζωάρια που κλείνονται μέσα σε ειδικούς ~ες. Βλ. θερμοκοιτίδα, -τήρας. [< γαλλ. incubateur]
18206επωαστήριο[ἐπωαστήριο] ε-πω-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος τεχνητής επώασης· ειδικότ. επωαστήρας. Βλ. εκκολαπτήριο, -τήριο.
18207επωαστικός, ή, ό [ἐπῳαστικός] ε-πω-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επώαση: ~ός: θάλαμος. ~ή: μηχανή. Η ~ή περίοδος της ασθένειας. Βλ. εκκολαπτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: επωαστικός κλίβανος βλ. κλίβανος [< αρχ. ἐπῳαστικός]
18208επωδή[ἐπῳδή] ε-πω-δή ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. μαγικός λόγος, συνήθ. ωδή (ποίημα ή τραγούδι), που -σύμφωνα με λαϊκές αντιλήψεις- μπορεί να απομακρύνει το κακό (ασθένειες, κακά πνεύματα). Πβ. γητειά, ξόρκι, μαγγανεία. [< αρχ. ἐπῳδή]
18209επωδός[ἐπῳδός] ε-πω-δός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) λόγος (σύνθημα, φράση) που επαναλαμβάνεται συνεχώς: γνωστή/κοινή/σταθερή/συνηθισμένη ~.|| (συνήθ. ειρων.) Η μόνιμη ~ του είναι ... 2. ΦΙΛΟΛ. έμμετρο τμήμα λυρικού ποιήματος που τραγουδιόταν από τον χορό μετά τη στροφή και την αντιστροφή. 3. ΜΟΥΣ. (επίσ.) ρεφρέν τραγουδιού. Πβ. γύρισμα, τσάκισμα. Βλ. μοτίβο. [< 2, 3: αρχ. ἐπῳδός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.