Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19080-19100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18194επτανησιακός, ή, ό [ἑπτανησιακός] ε-πτα-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα Επτάνησα ή/και τους Επτανήσιους. ΣΥΝ. Ιόνιος (1)
18195Επτανήσιος, Επτανήσια[Ἐπτανήσιος] Ε-πτα-νή-σι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Επτάνησα. ΣΥΝ. Ιόνιος (2)
18196επτάνιο[ἑπτάνιο] ε-πτά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο και εύφλεκτο υγρό κορεσμένων υδρογονανθράκων με επτά άτομα άνθρακα στο μόριό τους (σύμβ. C7H16), το οποίο παράγεται από την απόσταξη αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται συχνά ως διαλύτης: κανονικό ~. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. heptane]
18197επτασφράγιστος, η, ο [ἑπτασφράγιστος] ε-πτα-σφρά-γι-στος επίθ. & (προφ.) εφτασφράγιστος (εμφατ.): πολύ καλά κλεισμένος ή κρυμμένος, φυλαγμένος: ~ος: φάκελος. ~η: πόρτα/πύλη.|| ~α: αρχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: επτασφράγιστο μυστικό: πολύ καλά κρυμμένο: ~ ~ παραμένει η σύνθεση του ψηφοδελτίου. Κράτησε σαν/ως ~ ~ τις επόμενες κινήσεις του.
18198επτάφωτος, η, ο [ἑπτάφωτος] ε-πτά-φω-τος επίθ. & εφτάφωτος: βλ. -φωτος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: επτάφωτη λυχνία & (λόγ.) επτάφωτος λυχνία: ΘΡΗΣΚ. κηροπήγιο με επτά τμήματα (υποδοχές), που αποτελεί ιερό σύμβολο της ιουδαϊκής θρησκείας. [< μτγν. ἑπτάφωτος]
18199επταψήφιος, α, ο & εφταψήφιος βλ. επτα-, -ψήφιος
18200επτάψυχοςβλ. εφτάψυχος
18201επτάωρος, η, ο βλ. επτα-, -ωρος
18202επύλλιο[ἐπύλλιο] ε-πύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. μικρό επικό ποίημα και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος που ήκμασε κυρ. κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο: ερωτικό/ιστορικό/κωμικό ~. Βλ. -ύλλιο. [< μτγν. ἐπύλλιον]
18203επωάζει[ἐπῳάζει] ε-πω-ά-ζει ρ. (μτβ.) {επώα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σπάν. -σμένος, επωάζ-οντας} (λόγ.): (για πτηνά, ερπετά και αμφίβια) δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες (κυρ. θερμοκρασίας) για την εκκόλαψη του αβγού: Η θαλάσσια χελώνα ~ τα αβγά της στην άμμο. Πβ. κλωσά.επωάζω (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): καλλιεργώ για πολύ καιρό και κρυφά ένα φαινόμενο, μια κατάσταση, που εκδηλώνεται υπό κατάλληλες συνθήκες: Ο συγγραφέας ~ει για χρόνια το μυθιστόρημά του. ~εται μεθοδικά το αβγό του φιδιού στη χώρα. ● Παθ.: επωάζεται: ΙΑΤΡ. αναπτύσσεται σε οργανισμό: ~ ο ιός/η νόσος. Το παθογόνο βακτήριο ~ σε διάστημα λίγων εβδομάδων. [< αρχ. ἐπῳάζω]
18204επώαση[ἐπώαση] ε-πώ-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. περίοδος από τη γονιμοποίηση του αβγού έως την εκκόλαψη και οι σχετικές βιολογικές διαδικασίες: τεχνητή/φυσική ~. Θερμοκρασία/κλίβανος ~ης. Πβ. κλώσημα. 2. ΙΑΤΡ. διάστημα από την είσοδο παθογόνου παράγοντα στον οργανισμό έως την εκδήλωση των αρχικών συμπτωμάτων της ασθένειας: ~ του ιού/μικροβίου. Χρόνος ~ης της γρίπης. 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ανάπτυξη φαινομένου: συνθήκες ~ης της βίας και τρομοκρατίας.|| ~ της καινοτομίας. 4. ΦΥΣ. ΠΥΡ. διαδικασία μετατροπής ατομικού πυρήνα σε σχάσιμο υλικό. [< 1: αρχ. ἐπῴασις, γαλλ. incubation]
18205επωαστήρας[ἐπωαστήρας] ε-πω-α-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τεχνητή επώαση: ξηρός ~. ~ες πτηνοτροφείων.|| (σε μικροβιολογικό εργαστήριο:) ~ για καλλιέργεια μυκήτων και βακτηρίων. Ωάρια και σπερματοζωάρια που κλείνονται μέσα σε ειδικούς ~ες. Βλ. θερμοκοιτίδα, -τήρας. [< γαλλ. incubateur]
18206επωαστήριο[ἐπωαστήριο] ε-πω-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος τεχνητής επώασης· ειδικότ. επωαστήρας. Βλ. εκκολαπτήριο, -τήριο.
18207επωαστικός, ή, ό [ἐπῳαστικός] ε-πω-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επώαση: ~ός: θάλαμος. ~ή: μηχανή. Η ~ή περίοδος της ασθένειας. Βλ. εκκολαπτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: επωαστικός κλίβανος βλ. κλίβανος [< αρχ. ἐπῳαστικός]
18208επωδή[ἐπῳδή] ε-πω-δή ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. μαγικός λόγος, συνήθ. ωδή (ποίημα ή τραγούδι), που -σύμφωνα με λαϊκές αντιλήψεις- μπορεί να απομακρύνει το κακό (ασθένειες, κακά πνεύματα). Πβ. γητειά, ξόρκι, μαγγανεία. [< αρχ. ἐπῳδή]
18209επωδός[ἐπῳδός] ε-πω-δός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) λόγος (σύνθημα, φράση) που επαναλαμβάνεται συνεχώς: γνωστή/κοινή/σταθερή/συνηθισμένη ~.|| (συνήθ. ειρων.) Η μόνιμη ~ του είναι ... 2. ΦΙΛΟΛ. έμμετρο τμήμα λυρικού ποιήματος που τραγουδιόταν από τον χορό μετά τη στροφή και την αντιστροφή. 3. ΜΟΥΣ. (επίσ.) ρεφρέν τραγουδιού. Πβ. γύρισμα, τσάκισμα. Βλ. μοτίβο. [< 2, 3: αρχ. ἐπῳδός]
18210επώδυνος, η, ο [ἐπώδυνος] ε-πώ-δυ-νος επίθ. ΣΥΝ. οδυνηρός, ANT. ανώδυνος 1. που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο: ~ος: θάνατος/τοκετός. ~η: ασθένεια/(χειρουργική) επέμβαση/θεραπεία/ούρηση/πάθηση/φλεγμονή. ~ο: ερέθισμα/οίδημα. ~ες: πληγές.|| ~ος: χωρισμός. ~η: διαδικασία/εμπειρία/ήττα/πορεία. ~ο: συναίσθημα. ~ες: αναμνήσεις/συνέπειες. Πβ. αλγεινός, πολυώδυνος. 2. (μτφ.) που έχει σοβαρές επιπτώσεις: ~ος: συμβιβασμός. ~ες: αλλαγές/δοκιμασίες/λύσεις/μεταρρυθμίσεις. ~α: μέτρα. ● επίρρ.: επώδυνα & (λόγ.) επωδύνως ● ΣΥΜΠΛ.: επώδυνα σημεία: ΙΑΤΡ. συγκεκριμένες περιοχές του σώματος όπου η άσκηση πίεσης προκαλεί πόνο: ~ ~ του πέλματος. Με την ψηλάφηση εντοπίζονται πιθανά ~ ~. [< 1: αρχ. ἐπώδυνος]
18211επώθηση[ἐπώθηση] ε-πώ-θη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. διεργασία που συνίσταται σε μετακίνηση αρχαιότερου τεκτονικού σχηματισμού πάνω σε άλλον, νεότερο: ~ των πετρωμάτων. ~ και διάβρωση. Ζώνη ~ης. ~ήσεις μικρής κλίσης/μεγάλης κλίμακας. [< αγγλ. upthrust]
18212επωμίδα[ἐπωμίδα] ε-πω-μί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: υφασμάτινη λωρίδα που προσαρμόζεται εξωτερικά στους ώμους στρατιωτικής στολής και φέρει διακριτικό βαθμού: Οι ~ες των (υπ)αξιωματικών.|| ~ αστυνομικού. Πβ. γαλόνια, σαρδέλα, σιρίτι. [< αρχ. ἐπωμίς ‘ώμος, σημείο στερέωσης του ενδύματος στον ώμο’, γαλλ. épaulette]
18213επωμίζομαι[ἐπωμίζομαι] ε-πω-μί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {επωμί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, επωμιζ-όμενος} (μτφ.-λόγ.): αναλαμβάνω μια δύσκολη κυρ. υπόθεση και έχω την ευθύνη για τις συνέπειες που μπορεί να έχει: ~ όλο το βάρος/φορτίο του έργου. ~ το καθήκον/χρέος να ... ~ τον απαιτητικό ρόλο του ... Έχει ~στεί πλήρως το κόστος των πράξεών του.|| ~ τα έξοδα αποστολής (= πληρώνω). Πβ. επιφορτίζ-, φορτών-, χρεών-ομαι, φέρει στους ώμους του. [< μτγν. ἐπωμίζομαι ‘τοποθετώ στους ώμους μου’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.