Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19100-19120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18210επώδυνος, η, ο [ἐπώδυνος] ε-πώ-δυ-νος επίθ. ΣΥΝ. οδυνηρός, ANT. ανώδυνος 1. που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο: ~ος: θάνατος/τοκετός. ~η: ασθένεια/(χειρουργική) επέμβαση/θεραπεία/ούρηση/πάθηση/φλεγμονή. ~ο: ερέθισμα/οίδημα. ~ες: πληγές.|| ~ος: χωρισμός. ~η: διαδικασία/εμπειρία/ήττα/πορεία. ~ο: συναίσθημα. ~ες: αναμνήσεις/συνέπειες. Πβ. αλγεινός, πολυώδυνος. 2. (μτφ.) που έχει σοβαρές επιπτώσεις: ~ος: συμβιβασμός. ~ες: αλλαγές/δοκιμασίες/λύσεις/μεταρρυθμίσεις. ~α: μέτρα. ● επίρρ.: επώδυνα & (λόγ.) επωδύνως ● ΣΥΜΠΛ.: επώδυνα σημεία: ΙΑΤΡ. συγκεκριμένες περιοχές του σώματος όπου η άσκηση πίεσης προκαλεί πόνο: ~ ~ του πέλματος. Με την ψηλάφηση εντοπίζονται πιθανά ~ ~. [< 1: αρχ. ἐπώδυνος]
18211επώθηση[ἐπώθηση] ε-πώ-θη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. διεργασία που συνίσταται σε μετακίνηση αρχαιότερου τεκτονικού σχηματισμού πάνω σε άλλον, νεότερο: ~ των πετρωμάτων. ~ και διάβρωση. Ζώνη ~ης. ~ήσεις μικρής κλίσης/μεγάλης κλίμακας. [< αγγλ. upthrust]
18212επωμίδα[ἐπωμίδα] ε-πω-μί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: υφασμάτινη λωρίδα που προσαρμόζεται εξωτερικά στους ώμους στρατιωτικής στολής και φέρει διακριτικό βαθμού: Οι ~ες των (υπ)αξιωματικών.|| ~ αστυνομικού. Πβ. γαλόνια, σαρδέλα, σιρίτι. [< αρχ. ἐπωμίς ‘ώμος, σημείο στερέωσης του ενδύματος στον ώμο’, γαλλ. épaulette]
18213επωμίζομαι[ἐπωμίζομαι] ε-πω-μί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {επωμί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, επωμιζ-όμενος} (μτφ.-λόγ.): αναλαμβάνω μια δύσκολη κυρ. υπόθεση και έχω την ευθύνη για τις συνέπειες που μπορεί να έχει: ~ όλο το βάρος/φορτίο του έργου. ~ το καθήκον/χρέος να ... ~ τον απαιτητικό ρόλο του ... Έχει ~στεί πλήρως το κόστος των πράξεών του.|| ~ τα έξοδα αποστολής (= πληρώνω). Πβ. επιφορτίζ-, φορτών-, χρεών-ομαι, φέρει στους ώμους του. [< μτγν. ἐπωμίζομαι ‘τοποθετώ στους ώμους μου’]
18214επώμιση[ἐπώμιση] ε-πώ-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τοποθέτηση (όπλου) στον ώμο: γρήγορη/σωστή ~. ~ και σκόπευση. Θέση ~ης.
18215επωνυμία[ἐπωνυμία] ε-πω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) {επωνυμι-ών} 1. επίσημη, διακριτική ονομασία, συνήθ. νομικού προσώπου: ~ επιχείρησης/καταστήματος/οργανισμού/σχολείου/τράπεζας/φορέα. Εταιρεία/ίδρυμα/σύλλογος/σωματείο με την ~ ... Πολιτιστικές εκδηλώσεις με την ~... Αλλαγή/κατοχύρωση/τροποποίηση/χρήση ~ας. Λογότυπα/σήματα και ~ες. Δημοσιοποίηση/μητρώο/πρωτόκολλο ~ών.|| ~ του προϊόντος. 2. (σπάν.) δεύτερο, πρόσθετο, επιπλέον όνομα που έχει κάποιος ή κάτι ως χαρακτηριστικό: ~ες προς τη Θεοτόκο. Πβ. προσωνυμία. Βλ. παρατσούκλι, παρωνύμιο, τίτλος, -ωνυμία. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορική/εταιρική επωνυμία & εμπορική ονομασία & εμπορικό όνομα: ΝΟΜ. το επαγγελματικό όνομα που χρησιμοποιεί μια εταιρεία στις συναλλαγές και τις εμπορικές πράξεις: με/υπό την ~ ~. Πβ. διακριτικός τίτλος. Βλ. σήμα κατατεθέν. [< αγγλ. trade name] [< αρχ. ἐπωνυμία]
18216επώνυμο[ἐπώνυμο] ε-πώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {επωνύμ-ου}: όνομα που πιστοποιεί ότι κάποιος ανήκει σε συγκεκριμένη οικογένεια, είναι κοινό σε όλα τα μέλη της, προέρχεται συνήθ. από τον πατέρα του καθενός και αντιδιαστέλλεται με το "μικρό", βαφτιστικό: αλλαγή ~ου. ΣΥΝ. επίθετο (2), οικογενειακό όνομα [< μτγν. ἐπώνυμον]
18217επώνυμος, η, ο [ἐπώνυμος] ε-πώ-νυ-μος επίθ. ΑΝΤ. ανώνυμος 1. (για πρόσ.) του οποίου το όνομα είναι γνωστό, ιδ. στο ευρύ κοινό: ~ος: καλλιτέχνης/τραγουδιστής. ~οι: καλεσμένοι. ~α: πρόσωπα. Πβ. διάσημος. Βλ. δημοφιλής.|| (ως ουσ.) Δηλώσεις/συνεντεύξεις ~ύμων. Βλ. αφρόκρεμα, βιπ.|| ~οι χρήστες του διαδικτύου (: που έχουν καταχωρήσει προσωπικά τους στοιχεία). 2. που φέρει το όνομα, την υπογραφή του δημιουργού, του ιδιοκτήτη, του κατασκευαστή του· ειδικότ. για προϊόν ποιοτικά εγγυημένο και συνήθ. ακριβό: ~η: αίτηση (= ενυπόγραφη)/αναφορά/εταιρεία (βλ. ανώνυμη)/ζήτηση/καταγγελία/καταχώριση/μήνυση/πρόσβαση/στήλη. ~ες: αφιερώσεις. Πβ. ονομαστικός.|| ~ος: εξοπλισμός. ~η: φίρμα. ~ες: δημιουργίες/μάρκες/συσκευές. ~α: αξεσουάρ/ρούχα (= σινιέ, φιρμάτα)/τρόφιμα/υλικά.|| (που πουλά τέτοια προϊόντα:) ~ος: οίκος μόδας. ~α: καταστήματα. Βλ. -ώνυμος. ● επίρρ.: επώνυμα & (λόγ.) επωνύμως: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: επώνυμος ήρωας: ΜΥΘ. του οποίου το όνομα έπαιρνε ένα γένος, μια φυλή, ένας δήμος. Βλ. γενάρχης. [< αρχ. ἐπώνυμος]
18218επωφελής, ής, ές [ἐπωφελής] ε-πω-φε-λής επίθ. {επωφελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που ωφελεί, από οικονομική ή άλλη άποψη: ~ής: επένδυση/συμφωνία/χρήση (του χρόνου). ~είς: όροι (δανείου/συμβολαίου). ~είς: δραστηριότητες/σχέσεις (προμηθευτών-πελατών). Αμοιβαία ~ συνεργασία για τις δύο χώρες. Πβ. επικερδής, λυσιτελής, συμφέρων. ΣΥΝ. ωφέλιμος (1) ΑΝΤ. αλυσιτελής, ασύμφορος, επιβλαβής, επιζήμιος, φθοροποιός ● επίρρ.: επωφελώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπωφελής]
18219επωφελούμαι[ἐπωφελοῦμαι] ε-πω-φε-λού-μαι ρ. (μτβ.) {επωφελ-ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): αξιοποιώ τις ευκαιρίες ή τις δυνατότητες που μου δίνονται προκειμένου να πετύχω τους στόχους μου, να αποκομίσω οφέλη: Επιχειρήσεις που ~ούνται από κοινοτικές επιδοτήσεις. Οι καταναλωτές ~ήθηκαν από τις συμφέρουσες προσφορές. (σε αγώνα ράλι:) Κέρδισε δύο θέσεις στην εκκίνηση ~ούμενος από την καθυστέρηση των αντιπάλων.|| (+ γεν.) ~ της δυνατότητας/ευκαιρίας (πβ. δράττομαι)/κατάστασης/στιγμής. ~ήθηκε των εξελίξεων. Πβ. εκμεταλλεύομαι. Βλ. δρέπω. [< μτγν. ἐπωφελοῦμαι, γαλλ. profiter]
18220ερ-βλ. εν-
18222εραλδική[ἑραλδική] ε-ραλ-δι-κή ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη των οικοσήμων και εμβλημάτων: Η ~ και η Γενεαλογία αποτελούν βοηθητικούς κλάδους της ιστορικής επιστήμης. ΣΥΝ. οικοσημολογία [< γαλλ. héraldique]
18223εραλδικός, ή, ό [ἑραλδικός] ε-ραλ-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εραλδική: η ~ή παράδοση των Ιονίων Νήσων. (με κεφαλ. Ε) ~ή και Γενεαλογική Εταιρεία Ελλάδος. [< γαλλ. héraldique]
18224ερανίζομαι[ἐρανίζομαι] ε-ρα-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ερανι-στεί, -σμένος} (σπάν.-λόγ.): επιλέγω, συγκεντρώνω και παραθέτω φράσεις, χωρία, αποσπάσματα από κείμενα: ~ γνωμικά/στίχους. Βλ. ανθολογώ.|| (κατ' επέκτ.) Tραγούδια ~σμένα από διάφορους συνθέτες. [< μεσν. ερανίζομαι]
18225ερανικός, ή, ό [ἐρανικός] ε-ρα-νι-κός επίθ.: (σπάν.) που σχετίζεται με έρανο: ~ός: λογαριασμός. ~ή: εισφορά/επιτροπή. [< αρχ. ἐρανικός]
18226εράνισμα[ἐράνισμα] ε-ρά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ερανίσμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): συλλογή και παράθεση αποσπασμάτων, χωρίων, αποφθεγμάτων από κείμενα: ~ από την ελληνική γραμματεία. ~ατα (δημοσιευμάτων) από τον Τύπο.
18227έρανος[ἔρανος] έ-ρα-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: συγκέντρωση κυρ. χρημάτων σε εθελοντική βάση για φιλανθρωπικούς ή κοινωφελείς σκοπούς: Πανελλήνιος Αντικαρκινικός ~. ~ αγάπης. ~ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών/του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. ~ για τους πυρόπληκτους/υπέρ των σεισμοπαθών. Διενέργεια/διεξαγωγή εράνου. [< αρχ. ἔρανος ‘συνεισφορά’]
18228ερασιτέχνης, ερασιτέχνις[ἐρασιτέχνης] ε-ρα-σι-τέ-χνης επίθ./ουσ. {ερασιτεχνών | θηλ. ερασιτέχν-ιδος, -ιδα | -ιδες} 1. πρόσωπο που ασχολείται με τέχνη, επιστήμη, άθλημα ή άλλη δραστηριότητα για προσωπική ευχαρίστηση, από χόμπι και συνήθ. περιστασιακά: (ως επίθ.) ~ης: ηθοποιός/μουσικός/τραγουδιστής/φωτογράφος/ψαράς. (λόγ.-θηλ.) ~ις: πιανίστα. Βλ. ραδιο~.|| (ως ουσ.) ~ του κινηματογράφου. ΑΝΤ. επαγγελματίας (1) 2. (μειωτ.) που δεν έχει μέθοδο, σύστημα, εμπειρία, γνώσεις: Ο άνθρωπος είναι ~ στη δουλειά του, δεν αξίζει να τον εμπιστευτείς. ΑΝΤ. επαγγελματίας (2) 3. ΑΘΛ. {μόνο στο αρσ.} αθλητικό σωματείο, συνήθ. σε αντιδιαστολή με το τμήμα αμειβομένων επαγγελματιών αθλητών του ίδιου συλλόγου. [< ιταλ. dilettante, γαλλ. amateur]
18229ερασιτεχνικός, ή, ό [ἐρασιτεχνικός] ε-ρα-σι-τε-χνι-κός επίθ. ΑΝΤ. επαγγελματικός 1. που σχετίζεται με ερασιτέχνη ή γίνεται από αυτόν: ~ός: αθλητισμός/θίασος/σταθμός/σύλλογος. ~ή: ομάδα/ταινία. ~ό: βίντεο/θέατρο/ποδόσφαιρο/πρωτάθλημα. ~οί: αγώνες. ~ές: ηχογραφήσεις/παραγωγές. ~ά: συγκροτήματα. Βλ. ραδιο~.|| ~ή ενασχόληση με τον χορό (πβ. ευκαιρ-, περιστασ-ιακός). ~ή εκτίμηση της κατάστασης (πβ. εμπειρ-, πρακτ-ικός). 2. (για εργασία, υπηρεσία, προϊόν) που υστερεί σε οργάνωση, ποιότητα και αποτελεσματικότητα: ~ός: σχεδιασμός. ~οί: χειρισμοί. Πβ. πρόχειρος. ● επίρρ.: ερασιτεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
18230ερασιτεχνισμός[ἐρασιτεχνισμός] ε-ρα-σι-τε-χνι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. επαγγελματισμός 1. έλλειψη συστηματικότητας, μεθοδικότητας, αποτελεσματικότητας και ουσιαστικής επιστημονικής κατάρτισης· (συνεκδ.-στον πληθ.) οι αντίστοιχες πράξεις: ~ και ανευθυνότητα/ανοργανωσιά/επιπολαιότητα. Η εργασία του πάσχει από ~ό και προχειρότητα.|| ~οί και άστοχες κινήσεις. 2. (σπανιότ.) ενασχόληση με κάτι για προσωπική ικανοποίηση: Σπουδάζω θεατρολογία από ~ό. Βλ. -ισμός, ραδιο~. [< γαλλ. amateurisme, ιταλ. dilettantismo]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.