Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19120-19140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18235εργάζομαι[ἐργάζομαι] ερ-γά-ζο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εργά-στηκα, -στεί, εργαζ-όμενος, (σπάν.) εργασ-θείς, -θείσα} 1. ασκώ συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, απασχολούμαι επαγγελματικά: ~ σε γραφείο/επιχείρηση/εργοστάσιο/(εμπορικό) κατάστημα/Τράπεζα. ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. ~εται από το σπίτι/για λογαριασμό της εταιρείας/στα κτήματα. ~στηκε (για ένα διάστημα) ως ελεύθερος επαγγελματίας/ερευνητής. Πού ~εσαι; Ζει και ~εται (μόνιμα) στο εξωτερικό. ~εται αφιλοκερδώς/νύχτα/οκτάωρο/χωρίς ασφάλιση. ~ με βάρδιες/πλήρες ωράριο/σύμβαση. Σήμερα δεν ~, έχω ρεπό. Οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι αύριο δεν θα ~στούν (λόγω αργίας ή απεργίας). Βλ. συν~. ΣΥΝ. δουλεύω (1) 2. καταβάλλω σωματικό ή/και πνευματικό μόχθο για την πραγματοποίηση μιας εργασίας, ενός σκοπού: ~ ακατάπαυστα/ακούραστα/αποδοτικά/αποτελεσματικά/εντατικά/μεθοδικά/πυρετωδώς/σκληρά. ~ με αίσθημα ευθύνης/ζήλο/συνέπεια. ~ονται για το κοινό καλό/πάνω στο θέμα .../στα πλαίσια του προγράμματος. Πόσα άτομα ~στηκαν συνολικά; Πρέπει όλοι να ~στούμε ομαδικά, ώστε να ξεπεραστούν τα προβλήματα. Πβ. αγωνίζομαι, κοπιάζω, μοχθώ, παλεύω, πασχίζω.|| Οι μέλισσες ~ονται, για να φτιάξουν το μέλι. 3. (σπάν.) κοροϊδεύω: Μας ~εσαι; ● ΦΡ.: ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος [< αρχ. ἐργάζομαι]
18236εργαζόμενος, η, ο [ἐργαζόμενος] ερ-γα-ζό-με-νος επίθ. {-ου κ. -ένου}: που εργάζεται: ~ος: φοιτητής. ~η: μητέρα. ~οι: γονείς. Ο ~ λαός. Η ~η νεολαία.|| (ως ουσ.) Ανασφάλιστοι/εποχιακοί/προσωρινοί ~οι. Ο μέσος ~. Η αμοιβή/οι αποδοχές/τα δικαιώματα/το εισόδημα του ~ένου. ~οι στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. ~οι με μπλοκάκι/με συμβάσεις (= συμβασιούχοι). Οι ~οι των ΔΕΚΟ/του Δήμου/του εργοστασίου/του νοσοκομείου. Οι ~οι σε μεγάλες εταιρείες ή πολυεθνικές. Οι ~οι και οι συνταξιούχοι της χώρας. Αιτήματα/απεργία/διαμαρτυρία/κινητοποιήσεις των ~ένων. Πβ. εργάτης, υπάλληλος. Βλ. τηλ~. ΑΝΤ. άνεργος ● ΣΥΜΠΛ.: διακινούμενος εργαζόμενος: που διαμένει και εργάζεται νόμιμα σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μεθοριακοί εργαζόμενοι: που ζουν σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εργάζονται σε άλλο, γειτονικό. [< αγγλ. frontier workers] , μετακινούμενος εργαζόμενος: που απασχολείται ως μέλος ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού επιχείρησης, η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων. ● ΦΡ.: ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω (παροιμ.-αρχαιοπρ.): όποιος δεν εργάζεται (ενν. ενώ μπορεί) και κατ' επέκτ. δεν κοπιάζει, δεν δικαιούται να απολαμβάνει παροχές ή αγαθά. [< αρχ. ἐργαζόμενος, γαλλ. travailleur]
18237εργαλειακός, ή, ό [ἐργαλειακός] ερ-γα-λει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργαλείο ή χρησιμεύει ως τέτοιο: ~ός: εξοπλισμός. Η ~ή χρήση της γλώσσας.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~, τυποποιηµένος λόγος (= ξύλινος). ~ό και τεχνοκρατικό/ωφελιμιστικό πνεύμα.
18238εργαλείο[ἐργαλεῖο] ερ-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. μικρό και μεταλλικό, που χρησιμεύει στην εκτέλεση ορισμένης εργασίας: αλιευτικά/γεωργικά/ηλεκτρικά/ιατρικά/χειρουργικά ~α. ~α κηπουρικής/κοπής/συνεργείου/χειρός. ~α και εξαρτήματα. Κασετίνα ~ων (= εργαλειοθήκη). Πβ. μηχάνημα, όργανο, σύνεργα. Βλ. κατσαβίδι, πολυ~, πριόνι, σφυρί. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα για δημιουργία, τροποποίηση, ρύθμιση ή ανάλυση άλλων προγραμμάτων: ~ αναζήτησης/απομάκρυνσης ιών/μετάφρασης/σχεδίασης. Γλωσσικά/διαδικτυακά/ψηφιακά ~α. ~α για κατασκευή ιστοσελίδων. 3. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να διευκολύνει κάποια δραστηριότητα, διαδικασία: απαραίτητο/χρήσιμο ~. Ερμηνευτικά/μεθοδολογικά ~α. Το διαδίκτυο ως ~ εκπαίδευσης/επικοινωνίας. Το λεξικό ως βασικό ~ αναφοράς. Πβ. βοήθημα. 4. (αργκό) αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα. 5. (αργκό) ανδρικό μόριο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγνωστικά εργαλεία βλ. διαγνωστικός, μπάρα εργαλείων βλ. μπάρα, παίκτης-εργαλείο βλ. παίκτης, παίκτρια, παλέτα εργαλείων βλ. παλέτα [< 1: αρχ. ἐργαλεῖον, αγγλ. tool, γαλλ. outil]
18239εργαλειοθήκη[ἐργαλειοθήκη] ερ-γα-λει-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κασετίνα για μεταφορά ή φύλαξη εργαλείων: μεταλλική/πλαστική ~. ~ αλουμινίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σχεδίασης. Τα εικονίδια/το μενού της ~ης. || Η ~ του ΟΟΣΑ (: σύνολο μέτρων και προτάσεων ως εργαλεία ανάπτυξης). Βλ. -θήκη. [< πβ. μτγν. ἐργαλοθήκη, αγγλ. toolbox, 1966]
18240εργαλειομηχανή[ἐργαλειομηχανή] ερ-γα-λει-ο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μηχάνημα διαφόρων τύπων που χρησιμοποιείται για την κατεργασία στερεού υλικού και την κατασκευή αντικειμένων: ~ κάμψης/κοπής/κύρτωσης/λείανσης. ~ές μορφοποίησης μετάλλων. ~ές για ακόνισμα/πριόνισμα/τρόχισμα. Βλ. -μηχανή, πλάνη2, τόρνος. [< γερμ. Werkzeugmaschine]
18241εργαλειοποίηση[ἐργαλειοποίηση] ερ-γα-λει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εργαλειοποιώ: ~ του ανθρώπου. ~ της γλώσσας/γνώσης. Βλ. εμπορευματοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. instrumentalisation, 1946]
18242εργαλειοποιώ[ἐργαλειοποιῶ] ερ-γα-λει-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (αρνητ. συνυποδ.): χρησιμοποιώ κάποιον ή κάτι ως εργαλείο, για ωφελιμιστικούς σκοπούς: Το άτομο ~είται, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της παραγωγής. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. instrumentaliser, 1973]
18243εργασία[ἐργασία] ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) {εργασιών} 1. αμειβόμενη παραγωγή αγαθών και προσφορά υπηρεσιών για την κάλυψη ατομικών και συλλογικών αναγκών· ειδικότ. επαγγελματική θέση: αναγκαστική/ανασφάλιστη/ανειδίκευτη/ανεξάρτητη/ανθυγιεινή/βιοποριστική/δεύτερη/ελεύθερη/ενοικιαζόμενη/εξαρτημένη/εξειδικευμένη/επισφαλής/εποχιακή/ευκαιριακή/καθιστική/καλοπληρωμένη/κανονική (βλ. υπερωρία)/μισθωτή/νυχτερινή/προσωρινή/υποχρεωτική/φτηνή ~. Αγγελίες/αίτηση/αμοιβή (= αποδοχές, μισθός)/ευέλικτες ρυθμίσεις/ευκαιρίες/εύρεση/ζήτηση/παραγωγικότητα/περιβάλλον/προσφορά/συμβόλαιο/συνθήκες ~ας. ~ και ασφάλιση/καριέρα/στρες. ~ μερικής (πβ. παρτ-τάιμ)/πλήρους (πβ. φουλ-τάιμ) απασχόλησης. Κατ' οίκον ~/~ από το/στο σπίτι (πβ. τηλ~). Συνεχής ~ ή κατά/με βάρδιες. ~ με το κομμάτι. Ώρες ~ας (= ωράριο). Προκήρυξη θέσεων ~ας. Ρούχα ~ας. Σύσταση ομάδας ~ας (πβ. ομάδα δράσης). Με προσωπική ~. Βρίσκω/ζητώ/ψάχνω ~ (= δουλειά). Μένω χωρίς ~ (πβ. άνεργος). Ο κόσμος της ~ας (= οι εργαζόμενοι).|| (συνεκδ.) Ασφάλεια και υγεία στην ~ (ενν. στον χώρο ~ας, π.χ. γραφείο, εργοστάσιο). Κοινωνιολογία/ψυχολογία της ~ας.|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) Άδεια/κάρτα ~ας. Δικαίωμα στην ~. Πβ. επάγγελμα, επιτήδευμα. Βλ. ναυτ~, προ~, ρεπό, συν~, υπερ~. || Υπουργείο ~ας και Κοινωνικών Υποθέσεων. 2. κάθε σωματική ή/και πνευματική δραστηριότητα για την εκτέλεση ενός έργου: άμισθη/δημιουργική/εθελοντική/πνευματική/χειρωνακτική ~. Επιτροπή ~ας. Αναλαμβάνω μια ~ (πβ. υποχρέωση). Του ανατέθηκε ως ~ (= αποστολή) να ... Πβ. ασχολία, ενασχόληση.|| (σπάν.) Η ~ του μαρμάρου/του ξύλου (= κατ~). 3. (ειδικότ.) μελέτη, πραγματεία, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία: γραπτή/επιστημονική/ερευνητική/μεταπτυχιακή/περιβαλλοντική/πρωτότυπη/σχολική ~. Αναρτημένες (πβ. πόστερ)/ατομικές/ομαδικές ~ες. Αξιολόγηση/δακτυλογράφηση/δημοσίευση/δομή/εκπόνηση/παρουσίαση/περίληψη ~ας. Ασκήσεις-~ες εξαμήνου/μαθητών/φοιτητών. Ανάθεση/βράβευση/υποβολή ~ών. Βλ. διατριβή.εργασίες (οι) 1. σύνολο δραστηριοτήτων που απαιτούν σωματικό ή και πνευματικό μόχθο και συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέσα για την παραγωγή ενός έργου: αγροτικές/αρχαιολογικές/ξυλουργικές/οικιακές/οικοδομικές/προγραμματισμένες/προπαρασκευαστικές/τεχνικές/χωματουργικές ~. ~ αναβάθμισης/αποκατάστασης βλάβης/διάνοιξης σήραγγας/καθαρισμού/συντήρησης (αρχαιοτήτων). ~ μεγάλης/μικρής κλίμακας. ~ σε εξέλιξη. Αναστολή/έκθεση προόδου/εκτέλεση/έναρξη/καθυστέρηση/κατανομή/κοστολόγηση/λήξη/ολοκλήρωση/πλάνο/πορεία/πρόγραμμα ~ών. Διακοπή της κυκλοφορίας/προβλήματα υδροδότησης λόγω ~ών. Οι ~ μιας επιχείρησης (= η ακτίνα δράσης της). 2. συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, θέματα που διευθετούνται από αρμόδιο όργανο: Άρχισαν/συνεχίζονται/ολοκληρώθηκαν οι ~ της ημερίδας/της ολομέλειας/του συνεδρίου/της συνέλευσης/της συνόδου. ● Υποκ.: εργασιούλα (η) (οικ.): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασία υπαίθρου: πρακτική εργασία που διεξάγεται από ερευνητή στην ύπαιθρο· συλλογή δεδομένων από εξωτερικές πηγές, μακριά από εργαστήρια, πανεπιστήμια, σχολεία: ~ ~ για μελέτη του εδάφους. , κυκλική εργασία: μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που βασίζεται στη συνεχή κατάρτιση των ανέργων, ώστε να αντικαθιστούν εργαζομένους σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όταν οι τελευταίοι απουσιάζουν από τη δουλειά τους με γονική, εκπαιδευτική ή άλλη άδεια. Βλ. διά βίου εκπαίδευση. [< αγγλ. job rotation, 1963] , μαύρη εργασία: αδήλωτη στην εφορία, ανασφάλιστη: ~ ~ αλλοδαπών/μεταναστών. Βλ. παραοικονομία, φοροδιαφυγή., μονάδα εργασίας: το μικρότερο μετρήσιμο τμήμα της παραγωγής: αμοιβή/κόστος κατά ~ ~., παιδική εργασία: ΝΟΜ. απασχόληση παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το νομικά καθορισμένο κατώτερο όριο ηλικίας για εργασία: ~ ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. Παγκόσμια Ημέρα κατά της ~ής ~ας (: 12η Ιουνίου). Βλ. παιδιά των φαναριών. [< αγγλ. child labor, 1817] , αγορά εργασίας βλ. αγορά, απαλλακτική εργασία/πρόοδος βλ. απαλλακτικός, γεύμα εργασίας βλ. γεύμα, διπλωματική εργασία βλ. διπλωματικός, Εθνικός Οργανισμός Εργασίας βλ. οργανισμός, εξωτερικές εργασίες βλ. εξωτερικός, Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση, επίσχεση εργασίας βλ. επίσχεση, επιφάνεια εργασίας βλ. επιφάνεια, ιατρική της εργασίας βλ. ιατρική, καταμερισμός (της) εργασίας βλ. καταμερισμός, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, κοινωνική εργασία βλ. κοινωνικός, κύκλος εργασιών βλ. κύκλος, κυψέλη εργασίας βλ. κυψέλη, ομάδα εργασίας βλ. ομάδα, πάγκος εργασίας βλ. πάγκος, πραγματικός χρόνος εργασίας βλ. πραγματικός, πτυχιακή εργασία βλ. πτυχιακός, σταθμός εργασίας βλ. σταθμός, στάση εργασίας βλ. στάση, σύμβαση (εργασίας) βλ. σύμβαση, συνάντηση εργασίας βλ. συνάντηση, υπόθεση εργασίας βλ. υπόθεση, φόρτος εργασίας βλ. φόρτος, φύλλο εργασίας βλ. φύλλο ● ΦΡ.: εργασία για το σπίτι: ερώτηση ή άσκηση που πρέπει να απαντηθεί ή να επιλυθεί αντίστοιχα από τους μαθητές στο σπίτι τους., εργασία και χαρά!: για να δηλωθεί ευχαρίστηση κατά την εκτέλεση μιας εργασίας. [< αρχ. ἐργασία, γαλλ. travail, αγγλ. work, labor]
18244εργασιακός, ή, ό [ἐργασιακός] ερ-γα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργασία: ~ός: βίος/νόμος/φόρτος/χρόνος/χώρος. ~ή: (αν)ασφάλεια/απασχόληση/ικανοποίηση/πείρα. ~ό: δίκαιο/καθεστώς/μέλλον/περιβάλλον/στρες. ~οί: κανόνες/σύμβουλοι. ~ές: συμβάσεις/συνθήκες. ~ά: δικαιώματα/καθήκοντα. ● επίρρ.: εργασιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακές σχέσεις: που αναπτύσσονται μεταξύ εργοδοτών-εργαζομένων: ελαστικές/ευέλικτες ~ ~. Βελτίωση/διασφάλιση/ρύθμιση/σύστημα των ~ών ~εων. [< αγγλ. labour relations, 1943] , βιομηχανική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, επαγγελματική κινητικότητα βλ. κινητικότητα, εργασιακή εφεδρεία βλ. εφεδρεία
18245εργάσιμος, η, ο [ἐργάσιμος] ερ-γά-σι-μος επίθ.: που προορίζεται για εργασία: ~η: (η)μέρα (= καθημερινή, ΑΝΤ. αργία). ~ο: ωράριο. ~οι: μήνες. ~ες: ώρες. ~ και ελεύθερος χρόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: εργάσιμη εβδομάδα βλ. εβδομάδα [< μτγν. ἐργάσιμος]
18246εργασιμότητα[ἐργασιμότητα] ερ-γα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο ιδιοτήτων που πρέπει να έχει το σκυρόδεμα, ώστε να διαστρωθεί εύκολα και χωρίς κενά: υψηλή ~. ~ του κονιάματος/του μίγματος/του μπετόν. ~ και ρευστότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. workability]
18247εργασιοθεραπεία[ἐργασιοθεραπεία] ερ-γα-σι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επικουρική, υποστηρικτική θεραπευτική μέθοδος που στοχεύει στο να επανεντάξει στην κοινωνική ζωή άτομα με κινητική ή πνευματική υστέρηση μέσω της ομαδικής εργασίας και άλλων δημιουργικών δραστηριοτήτων: ψυχιατρική ~. ~ ατόμων με ειδικές ανάγκες. Κέντρο/ομάδα~ας. Πβ. εργοθεραπεία. Βλ. -θεραπεία. 2. (μτφ.) υπερβολική ενασχόληση με την εργασία προκειμένου να ξεπεράσει κάποιος τα προσωπικά συνήθ. προβλήματα που τον απασχολούν. [< αγγλ. work therapy, occupational therapy, 1915]
18248εργασιοθεραπευτής[ἐργασιοθεραπευτής] ερ-γα-σι-ο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) , εργασιοθεραπεύτρια (η): επιστήμονας ειδικός στην εργασιοθεραπεία. Πβ. εργοθεραπευτής. [< αγγλ. occupational therapist, 1922]
18249εργασιομανής, ής, ές [ἐργασιομανής] ερ-γα-σι-ο-μα-νής επίθ./ουσ.: πρόσωπο που εργάζεται με πάθος, με υπέρμετρο ζήλο, πολλές ώρες, σε βάρος της προσωπικής και κοινωνικής του ζωής: η διατροφή του ~ή.|| (ως επίθ.) ~ής: υπάλληλος. Βλ. -μανής. [< αγγλ. ergomaniac, workaholic, 1947]
18250εργασιομανία[ἐργασιομανία] ερ-γα-σι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του εργασιομανή. Βλ. εργατικότητα, -μανία. [< αγγλ. ergomania, workaholism, 1968, γαλλ. erg(asi)omanie, 1970]
18251εργαστήριβλ. εργαστήριο
18252εργαστηριακός, ή, ό [ἐργαστηριακός] ερ-γα-στη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργαστήριο, συνήθ. επιστημονικό: ~ός: βοηθός (: παρασκευαστής)/έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: έρευνα/Ιατρική/μέθοδος. ~ό: μάθημα/προσωπικό. ~οί: χώροι. ~ές: εξετάσεις. ~ά: ευρήματα/όργανα/πειράματα. ● επίρρ.: εργαστηριακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐργαστηριακός ‘που εκτελεί χειρωνακτική εργασία’, αγγλ. laboratorial]
18253εργαστήριο[ἐργαστήριο] ερ-γα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & εργαστήρι (κυρ. στις σημ. 2,3) 1. (συχνά με κεφαλ. Ε) χώρος ειδικά εξοπλισμένος για επιστημονική έρευνα, πείραμα, παρατήρηση, εξέταση: αιματολογικό/ακτινολογικό/βιοχημικό/μικροβιολογικό ~. ~ Ανατομίας/Βιολογίας/Ηλεκτρονικών Υπολογιστών/Πληροφορικής/Φαρμακευτικής/Φωνητικής/Χημείας (πβ. χημείο)/Ψυχολογίας. Βοηθός/υπεύθυνος ~ίου. Ιατρικά/πανεπιστημιακά/σχολικά ~α. Βλ. -τήριο. 2. μέρος κατάλληλο για την εκτέλεση χειρωνακτικών, τεχνικών εργασιών, που λειτουργεί συνήθ. και ως σημείο πώλησης των παραγόμενων προϊόντων: ηλεκτρολογικό/οδοντοτεχνικό ~. ~ αγγειοπλαστικής/αργυροχρυσοχοΐας/γλυπτικής/επίπλων/ζαχαροπλαστικής/ζωγραφικής (= ατελιέ, στούντιο)/κεραμικής/χειροτεχνίας. 3. εκπαιδευτικό κέντρο για την εκμάθηση και πρακτική εξάσκηση σε ένα αντικείμενο: βιωματικό/θεατρικό/πειραματικό ~. ~ δημοσιογραφίας/ελευθέρων σπουδών/σκηνοθεσίας/σχεδίου/υποκριτικής/φωτογραφίας/χορού. || ~α για παιδιά (: παιδικά ~α). 4. (συνεκδ.) μάθημα πρακτικών ασκήσεων και επιστημονικών εφαρμογών σε Σχολή: βιωματικό/υποχρεωτικό ~. Συμπληρωματικά ~α (: για αναπλήρωση χαμένων ωρών ή για ενίσχυση της διδασκαλίας). Παραδόσεις και ~α. Πέρασα το ~. 5. Επιστημονική συνάντηση συνήθ. κατά τη διάρκεια συνεδρίου για την παρουσίαση, συζήτηση ή και πρακτική εξάσκηση σε συγκεκριμένο θέμα, συνάντηση εργασίας. || (κυρ. ως εκπαιδευτικό πρόγραμμα) Βιωματικά ~α (προβληματισμού και ευαισθητοποίησης). Βλ. βιωματική μάθηση. ● ΣΥΜΠΛ.: εικονικό εργαστήριο: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό το οποίο παρέχει τη δυνατότητα προσομοίωσης και γραφικής αναπαράστασης των αποτελεσμάτων διαφόρων φαινομένων, επίλυσης εργαστηριακών ασκήσεων καθώς και σχεδίασης υπολογιστικών συστημάτων: ~ ~ Μαθηματικών/Φυσικής., εργαστήριο αναφοράς: που χρησιμεύει ως κέντρο πραγματογνωμοσύνης και εξασφαλίζει την τυποποίηση διαγνωστικών τεχνικών που σχετίζονται με συγκεκριμένο τομέα ειδίκευσης: ~ ~ και ποιοτικού ελέγχου. Kοινοτικά ~α ~ για την ασφάλεια τροφίμων και ζωοτροφών. [< αρχ. ἐργαστήριον ‘εργοτάξιο, κατάστημα, πορνείο’, γαλλ. laboratoire, αγγλ. laboratory, workshop]
3657εργάτης

, η, ο [ἀνειδίκευτος] α-νει-δί-κευ-τος επίθ.: που δεν έχει (εξ)ειδίκευση: ~ος: γιατρός/τεχνίτης. ~ο: εργατικό δυναμικό/προσωπικό. ~οι: εργαζόμενοι. Ημερομίσθιο ~ου εργάτη. ΑΝΤ. ειδικευμένος ● Ουσ.: ανειδίκευτος, ανειδίκευτη (ο/η): εργάτης, εργάτρια που δεν είναι (εξ)ειδικευμένος/η σε κάποιον τομέα. [< γαλλ. non specialisé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.