Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19140-19160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18254εργάτης, εργάτρια[ἐργάτης] ερ-γά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εργατ-ών, εργατριών} 1. πρόσωπο που εργάζεται ως μισθωτός, συνήθ. χειρωνακτικά: ανειδίκευτος/βιομηχανικός/ειδικευμένος/εποχιακός ~. Αλλοδαποί/ξένοι ~ες. ~ βιοτεχνίας/γης (πβ. αγρ~)/θάλασσας (πβ. ναυτ~)/καθαριότητας/σιδηροδρόμων/υφαντουργίας. ~ σε λατομείο/οικοδομή/χωράφι. ~ες δημοσίων έργων/ορυχείων. Απεργία/δικαιώματα (= εργατικά)/μόχθος (των) ~ών. Γενική Συνομοσπονδία ~ών Ελλάδος (βλ. συνδικάτο). Το εργοστάσιο προέβη σε μαζικές απολύσεις ~ών. Πβ. δουλευτής, εργαζόμενος, χειρώνακτας. Βλ. αλι~, αρτ~, αρχι~, καπν~, λιμεν~, συν~, προλετάριος. 2. ΖΩΟΛ. {μόνο στο θηλ.} στείρα μέλισσα που εκτελεί όλες τις εργασίες (π.χ. συλλέγει τη γύρη και το νέκταρ, κατασκευάζει τις κηρήθρες). Βλ. βασίλισσα, κηφήνας. 3. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με πνευματική ή καλλιτεχνική συνήθ. δραστηριότητα: ακούραστος/αφοσιωμένος ~. ~ της επιστήμης (= επιστήμονας)/του θεάτρου/του λόγου (= λογοτέχνης, πβ. τεχνίτης)/της τέχνης (= καλλιτέχνης).|| ~ της αρετής/του καλού. Βλ. πρωτ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο στο αρσ.} είδος βαρούλκου, συνήθ. για πολύ βαριά αντικείμενα: ηλεκτρικός ~. ~ άγκυρας. Πβ. αργάτης. [< 1,3: μτγν. ἐργάτης 2: γαλλ. ouvrière 4: λόγ. επίδρ. στο αργάτης]
18255εργατιά[ἐργατιά] ερ-γα-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): οι εργάτες ως σύνολο· η εργατική τάξη: οι αγώνες/ο κόσμος της ~ιάς. Βλ. αγροτιά.
18256εργατικός, ή/ιά, ό [ἐργατικός] ερ-γα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον εργάτη ή την εργασία: ~ός: οικισμός/συνδικαλισμός. ~ή: απεργία/δαπάνη/δύναμη (: το σύνολο των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του εργάτη)/ένωση/μετανάστευση/πόλη (= εργατούπολη)/πολιτική (ΑΝΤ. αντι~)/συνοικία/συνομοσπονδία. ~ό: δικαστήριο/εισόδηµα/κόστος/προσωπικό. ~οί: αγώνες/νόμοι/συνεταιρισμοί. ~ές: αποζημιώσεις/διεκδικήσεις/κατακτήσεις. ~ά: αιτήματα/εισιτήρια (δωρεάν ή με έκπτωση για πολιτιστικές συνήθ. εκδηλώσεις)/στρώματα/συνδικάτα/σωματεία. Μαζική/μεγάλη ~ή κινητοποίηση. Βλ. ναυτ~, παν~, συν~, φιλ~. 2. (κυρ. για πρόσ.) που είναι σε μεγάλο βαθμό παραγωγικός, που εργάζεται με προθυμία: ~ός: λαός/μαθητής. ~ό: στέλεχος. ~ και φιλότιμος συνάδελφος/υπάλληλος. Πβ. δουλευταράς, επιμελής, φίλεργος, φιλόπονος. Βλ. αργόσχολος, οκνηρός, τεμπέλης. 3. (συνήθ. με κεφαλ. Ε) που σχετίζεται με το Εργατικό Κόμμα, κυρ. της Μ. Βρετανίας: ~ός: βουλευτής/ηγέτης/υπουργός. ~ή: αντιπολίτευση/κυβέρνηση.|| (ως ουσ.) Σταθερό προβάδισμα των ~ών στις δημοσκοπήσεις. ● Ουσ.: εργατικά (τα): αμοιβή για συγκεκριμένη εργασία: φθηνά ~. Η αντικατάσταση μαζί με τα ~ κόστισε ... ευρώ. ● επίρρ.: εργατικά ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικά χέρια: εργάτες ή γενικότ. εργαζόμενοι: Η ζήτηση σε φθηνά ~ ~ συνεχώς αυξάνεται (: για εργαζόμενους που αμείβονται με χαμηλό μισθό)., εργατική τάξη: το σύνολο των εργαζομένων ως ξεχωριστή κοινωνική τάξη: εργοδοσία και ~ ~. Πβ. εργατιά, προλεταριάτο. Βλ. αστική τάξη, κεφάλαιο, μπουρζουαζία., Εργατικό Δίκαιο/Εργατική Νομοθεσία/Εργατικός Κώδικας: ΝΟΜ. το σύνολο των νόμων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τις συνθήκες και τους όρους διεκπεραίωσης της εργασίας: ατομικό/ευρωπαϊκό ~ ~. [< γερμ. Arbeitsrecht] , εργατικό δυναμικό: το σύνολο των ατόμων που θέλουν και μπορούν να εργαστούν, το άθροισμα των εργαζομένων και των ανέργων: το διαθέσιμο ~ ~ (ευφημ. για την ανεργία). Στο μη ~ ~ ανήκουν και οι συνταξιούχοι. [< αγγλ. man power, workforce, 1943] , εργατικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, εργατικές κατοικίες βλ. κατοικία, εργατική διαφορά βλ. διαφορά, εργατική εισφορά βλ. εισφορά, Εργατική Εστία βλ. εστία, Εργατική Πρωτομαγιά βλ. Πρωτομαγιά, εργατικό ατύχημα βλ. ατύχημα, Εργατικό Κέντρο βλ. κέντρο, εργατικό κίνημα βλ. κίνημα, εργατικό κόστος βλ. κόστος [< 1: γαλλ. ouvrier 2: αρχ. ἐργατικός 3: αγγλ. labo(u)r, 1906]
18257εργατικότητα[ἐργατικότητα] ερ-γα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του εργατικού: ακατανίκητη/ακατάπαυστη/ασυνήθιστη/σπάνια ~. ~ και αποδοτικότητα/δημιουργικότητα. Εξυπνάδα/θέληση/συνέπεια και ~. Βλ. -ότητα, συν~. ΣΥΝ. φιλοπονία ΑΝΤ. οκνηρία, φυγοπονία [< γερμ. Arbeitsamkeit]
18258εργατισμός[ἐργατισμός] ερ-γα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική ιδεολογία, ιδ. στα πλαίσια του σοσιαλιστικού κινήματος, που θεωρεί κυρίαρχο τον ρόλο των εργατών στην κοινωνία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. travaillisme, 1925]
18259εργατογειτονιά[ἐργατογειτονιά] ερ-γα-το-γει-το-νιά ουσ. (θηλ.): δήμος ή συνοικία όπου η πλειονότητα των κατοίκων ανήκει στην εργατική τάξη. Πβ. φτωχογειτονιά.
18260εργατοδικείο[ἐργατοδικεῖο] ερ-γα-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. δικαστήριο το οποίο εκδικάζει υποθέσεις που αφορούν την παραβίαση εργασιακών σχέσεων. Βλ. -δικείο. [< γερμ. Arbeitsgericht]
18261εργατολόγος[ἐργατολόγος] ερ-γα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): νομικός με ειδίκευση στο Εργατικό Δίκαιο. Βλ. ποινικολόγος, -λόγος. [< αγγλ. labour lawyer]
18262εργατόπαιδο[ἐργατόπαιδο] ερ-γα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) παιδί που 1. προέρχεται από την εργατική τάξη. 2. (σπάν.) εργάζεται για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Βλ. βιοπαλαιστής, -παιδο.
18263εργατοπατέρας[ἐργατοπατέρας] ερ-γα-το-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: συνδικαλιστής που προσπαθεί με πατερναλιστικό τρόπο να κηδεμονεύσει εργάτες συνήθ. για προσωπική του ανέλιξη: ~ες των κομμάτων/των συνδικάτων. Βλ. -πατέρας.
18264εργατοτεχνικός, ή, ό [ἐργατοτεχνικός] ερ-γα-το-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργατοτεχνίτη: ~ό: δυναμικό/προσωπικό. ~ό: επάγγελμα (π.χ. ράφτης, υδραυλικός).
18265εργατοτεχνίτης[ἐργατοτεχνίτης] ερ-γα-το-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): εργάτης που έχει αποκτήσει ειδίκευση σε συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ οικοδομικών εργασιών. ~ες έργων ασφαλτόστρωσης/οικοδόμοι. Βλ. -τεχνίτης.
18266εργατοϋπαλληλικός, ή, ό [ἐργατοϋπαλληλικός] ερ-γα-το-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργατοϋπαλλήλους: ~ή: ένωση/νομοθεσία. ~ό: δυναμικό/κέντρο/κίνημα/προσωπικό. ~ές: οργανώσεις. ~ά: συνδικάτα. Η ~ή τάξη. Βλ. ΕΚΑ.
18267εργατοϋπάλληλος[ἐργατοϋπάλληλος] ερ-γα-το-ϋ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ενιαία ονομασία για εργάτη και υπάλληλο: ~οι τσιμεντοβιομηχανίας.
18268εργατούπολη[ἐργατούπολη] ερ-γα-τού-πο-λη ουσ. (θηλ.): πόλη που κατοικείται ως επί το πλείστον από εργάτες, εργατική πόλη: βιομηχανική ~. Βλ. -ούπολη.
18269εργατοώρα[ἐργατοώρα] ερ-γα-το-ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & εργατώρα: (ως μονάδα μέτρησης της εργασίας) έργο παραγόμενο από εργαζόμενο σε μία ώρα: απαιτούμενες/διαθέσιμες/χαμένες ~ες. Κόστος/τιμή/χρέωση ~ας. Απώλεια/εξοικονόμηση/μείωση ~ών. ΣΥΝ. ανθρωποώρα [< αγγλ. work(ing) hour]
18270εργένης[ἐργένης] ερ-γέ-νης ουσ. (αρσ.) {εργένηδες} , εργένισσα (η): πρόσωπο που, ενώ βρίσκεται σε ηλικία γάμου, δεν έχει παντρευτεί και ζει μόνο του: αθεράπευτος/αμετανόητος/ορκισμένος/περιζήτητος/φανατικός ~. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. άγαμος, γεροντοπαλίκαρο, ελεύθερος. Βλ. ζευγαρωμένος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< τουρκ. ergen]
18271εργένικος, η, ο [ἐργένικος] ερ-γέ-νι-κος επίθ.: που είναι σχετικός με εργένη: ~η: ζωή. ~ο: διαμέρισμα/σπίτι. ~ες: συνήθειες. ● επίρρ.: εργένικα
18272έργο[ἔργο] έρ-γο ουσ. (ουδ.) 1. δραστηριότητα ή σύνολο ενεργειών, η εκτέλεση των οποίων οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με προκαθορισμένο ή όχι στόχο: ακαδημαϊκό/διδακτικό/εκπαιδευτικό/επιστημονικό/ερευνητικό/θεάρεστο/ιεραποστολικό/κοινωνικό/κυβερνητικό/νομοθετικό/συμβουλευτικό/τιτάνιο/φιλανθρωπικό ~. ~α ανάπλασης (της παραλίας)/αναστήλωσης/συντήρησης/υποδομής. Αναπτυξιακά/αντιπλημμυρικά/αρδευτικά/κατασκευαστικά/οδικά/ολυμπιακά ~α. (σε προειδοποιητική πινακίδα) Προσοχή ~α! (: τεχνικά ~α). Ανάδοχος/ανάθεση/αξιολόγηση/απολογισμός/δημοπράτηση/διαχείριση/επικεφαλής/μίσθωση/πρόοδος/προϋπολογισμός/στόχος/συντελεστές/συντονιστής/υλοποίηση/χρηματοδότηση (ενός) ~ου.|| Αντίθεση/συμφωνία ~ων-λόγων. Καλά ~α (= καλές πράξεις).|| Αναλαμβάνω/εγκαινιάζω/εκπονώ/εκτελώ/επιτελώ/παράγω/πραγματοποιώ (ένα) ~. Το ~ (δεν) ολοκληρώθηκε. Είναι ~ μιας (ολόκληρης) ζωής. Το ~ της ζωής του (: το πιο σημαντικό). Ο βίος και το ~ κάποιου (: το σύνολο των ~ων του). Πβ. κατασκεύασμα.|| Είναι ~ της αστυνομίας/κυβέρνησης. Πβ. αποστολή, αρμοδιότητα, καθήκον, υποχρέωση, χρέος. Βλ. πάρεργο, υπο~. 2. (ειδικότ.) κάθε καλλιτεχνικό, πνευματικό δημιούργημα: ζωγραφικό/θεατρικό/κινηματογραφικό/κλασικό/λογοτεχνικό/μεταφραστικό/μοντέρνο/μουσικό/πρωτότυπο/συνολικό/τηλεοπτικό ~. Δημοσιευμένο ερευνητικό-επιστημονικό ~. ~ γλυπτικής (: άγαλμα, γλυπτό)/χαρακτικής. Πρόκειται για ένα μνημειώδες ~ χιλίων σελίδων (πβ. βιβλίο). Αν και πέθανε πρόωρα, άφησε πίσω της αξιόλογο/λαμπρό/σπουδαίο συγγραφικό ~. Ο πίνακας είναι ~ του 18ου αι./του ζωγράφου ... (ειδικότ. για παράσταση ή ταινία, φιλμ) Πρόβες για το ~. Η μουσική-σκηνοθετική επιμέλεια ενός ~ου. Ανεβάζω/βιντεοσκοπώ/γυρίζω/προβάλλω/πρωταγωνιστώ σε/σκηνοθετώ ένα ~. Τι ~ έχει/παίζει (η τηλεόραση/το σινεμά); 3. ΦΥΣ. ποσότητα ενέργειας που παράγεται από την κίνηση του σημείου εφαρμογής μιας δύναμης και η οποία υπολογίζεται από το γινόμενο της δύναμης αυτής και της μετατόπισης του σημείου: μονάδα μέτρησης ~ου (= τζάουλ). ● Υποκ.: εργάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: εργάρα (η): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια έργα: κοινωφελή έργα που εκτελούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό του: εκτέλεση/κατασκευή ~ων ~ων (π.χ. γέφυρες). ~ ~ στην περιφέρεια. [< γαλλ. travaux publics] , απένταξη έργου βλ. απένταξη, βιβλίο/έργο αναφοράς βλ. αναφορά, εγγειοβελτιωτικά έργα βλ. εγγειοβελτιωτικός, έργα βιτρίνας βλ. βιτρίνα, έργο τέχνης βλ. τέχνη, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, προένταξη έργου βλ. προένταξη, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου βλ. σύμβαση ● ΦΡ.: (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί (μτφ.-προφ.): για δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση που έχει ξαναζήσει ή γνωρίζει καλά κάποιος, για επανάληψη κακής προηγούμενης συμπεριφοράς κάποιου: Επειδή ~ ~ , κράτα την ψυχραιμία σου., επί το έργον (λόγ.): κατά την εκτέλεση έργου: νοσηλευτές/πυροσβέστες ~ ~. Τους έπιασαν/συνελήφθησαν ~ ~ (πβ. επ' αυτοφώρω).|| (προφ. ως προτροπή) Εμπρός λοιπόν ~ ~! , έργα και ημέρες (συνήθ. ειρων.): για αναφορά σε περιπετειώδη ζωή ή αξιοσημείωτες πράξεις και γεγονότα: ~ ~ της κυβέρνησης/του συλλόγου., αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, ευχής έργο βλ. ευχή, λόγω και έργω βλ. λόγος, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. ἔργον, γαλλ. œuvre, ouvrage, travail, αγγλ. work]
18273εργο- & εργό- & εργ-: α΄ συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται σε έργο ή απόδοση: εργο-δότης/~λάβος/~τάξιο. Εργ-οδηγός.|| Εργο-γραφία.|| Εργο-γόνος/~θεραπεία/~φυσιολογία. Εργό-μετρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.