| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18274 | εργοβιογραφία | [ἐργοβιογραφία] ερ-γο-βι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): εργογραφία στην οποία εντάσσονται και βιογραφικά στοιχεία: αναλυτική ~ του ποιητή/συγγραφέα. Βλ. -γραφία. | |
| 18275 | εργοβιογραφικός | , ή, ό [ἐργοβιογραφικός] ερ-γο-βι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εργοβιογραφία: ~ή: έκθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: εργοβιογραφικό (σημείωμα): βιογραφικό στο οποίο καταγράφεται και το έργο ενός ατόμου. | |
| 18276 | εργογόνος | , ος/α, ο [ἐργογόνος] ερ-γο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που βελτιώνει τη σωματική ή/και πνευματική απόδοση: ~ες: ουσίες. ~α: βοηθήματα (στον αθλητισμό)/μέσα/(διατροφικά) συμπληρώματα. Βλ. αναβολικά, κρεατίνη, στεροειδή, -γόνος. [< αγγλ. ergogenic, 1910, γαλλ. ergogène] | |
| 18277 | εργογραφία | [ἐργογραφία] ερ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): καταγραφή του συνόλου των έργων κάποιου, συνήθ. σε χρονολογική σειρά: ενδεικτική/επιλεγμένη/πλήρης ~. ~ του ερευνητή (: αναγραφή των δημοσιευμάτων του)/ποιητή. Βλ. -γραφία, εργοβιογραφία. [< πβ. γερμ. Ergographie, αγγλ. ergography] | |
| 18278 | εργογραφικός | , ή, ό [ἐργογραφικός] ερ-γο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εργογραφία: ~ή: δραστηριότητα. ~ό: σημείωμα/υπόμνημα. ~ές: ιστοσελίδες/πληροφορίες. | |
| 18279 | εργοδηγός | [ἐργοδηγός] ερ-γο-δη-γός ουσ. (αρσ.): υπεύθυνος για την επίβλεψη ενός έργου, ιδ. τεχνικού, την εποπτεία εργασίας και την καθοδήγηση εργατών σε βιομηχανική μονάδα ή επιχείρηση: πτυχιούχος ~. ~ δομικών έργων. ~-ηλεκτρολόγος/-μηχανολόγος/-χημικός. Πβ. αρχιεργάτης, επιστάτης. [< γαλλ. conducteur (des travaux)] | |
| 18280 | εργοδικός | , ή, ό [ἐργοδικός] ερ-γο-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με μια διαδικασία κατά την οποία κάθε ακολουθία ή δείγμα ορισμένου μεγέθους αναπαριστά εξίσου το σύνολο: ~ή: θεωρία/υπόθεση. [< αγγλ. ergodic, 1926, γαλλ. ergodique] | |
| 18281 | εργοδοσία | [ἐργοδοσία] ερ-γο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) το σύνολο των εργοδοτών· ο εργοδότης μιας συγκεκριμένης επιχείρησης: συμφωνία/συνάντηση μεταξύ ~ας και εργαζομένων.|| Η ~ του εργοστασίου. Βλ. μεγαλο~. 2. (σπανιότ.) ανάθεση έμμισθης εργασίας: ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Βλ. -δοσία. [< 1: γαλλ. patronat 2: μτγν. ἐργοδοσία] | |
| 18282 | εργοδότης | [ἐργοδότης] ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. εργοδότρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσλαμβάνει και μισθοδοτεί προσωπικό: συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ ~ών και εργαζομένων.|| (το θηλ. ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Βλ. αφεντικό, μεγαλο~, -δότης. [< αρχ. ἐργοδότης, μεσν. εργοδότρια, γερμ. Arbeitgeber] | |
| 18283 | εργοδότηση | [ἐργοδότηση] ερ-γο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πρόσληψη, επαγγελματική απασχόληση: ~ προσωπικού. ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. Βλ. αγορά εργασίας, -δότηση. | |
| 18284 | εργοδοτικός | , ή, ό [ἐργοδοτικός ] ερ-γο-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με εργοδότη: ~ός: συνδικαλισμός. ~ή: ένωση/οργάνωση. ~οί: φορείς. ~ές: εισφορές. ~ά: συμφέροντα.|| ~ή: αυθαιρεσία. | |
| 18285 | εργοδοτώ | [ἐργοδοτώ] ερ-γο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εργοδοτ-εί ..., -ώντας | εργοδότ-ησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος}: (κυρ. στην Κύπρο, για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) προσλαμβάνω και μισθοδοτώ προσωπικό: ~είται από επιχείρηση. ~ούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου. [< μτγν. ἐργοδοτῶ ‘αναθέτω κάποιο έργο’ | |
| 18286 | εργοθεραπεία | [ἐργοθεραπεία] ερ-γο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη η οποία μέσα από κατάλληλα επιλεγμένες δραστηριότητες αποσκοπεί στη βελτίωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων και στην ισότιμη κοινωνική συμμετοχή ανθρώπων που εμφανίζουν δυσλειτουργίες ή/και αναπηρίες: Παιδιατρική/Ψυχιατρική ~. Πβ. εργασιοθεραπεία. Βλ. αισθητηριακή ολοκλήρωση, -θεραπεία. [< γαλλ. ergothérapie, 1911, γερμ. Ergotherapie] | |
| 18287 | εργοθεραπευτής | [ἐργοθεραπευτής] ερ-γο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) , εργοθεραπεύτρια (η): επιστήμονας με ειδίκευση στην εργοθεραπεία: ~ ατόμων με ειδικές ανάγκες. Πβ. εργασιοθεραπευτής. Βλ. λογο-, φυσικο-θεραπευτής. [< γαλλ. ergothérapeute, γερμ. Ergotherapeut] | |
| 18288 | εργοθεραπευτικός | , ή, ό [ἐργοθεραπευτικός] ερ-γο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εργοθεραπεία ή στον εργοθεραπευτή: ~ή: παρέμβαση. ~ό: κέντρο/πρόγραμμα. [< γαλλ. ergothérapeutique, γερμ. ergotherapeutisch] | |
| 18289 | εργολαβία | [ἐργολαβία] ερ-γο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.): ανάληψη εκτέλεσης έργου ή παροχής υπηρεσιών από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ορισμένη αμοιβή και δικά του μέσα: ~ για την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Σύμβαση ~ας. Αντικείμενο/δημοπράτηση της ~ας. Αναθέσεις ~ών. ~ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Πβ. εργοληψία. Βλ. αυτεπιστασία, υπ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εργολαβία δίκης: ΝΟΜ. συμφωνία (σύμβαση) με την οποία δικηγόρος αναλαμβάνει τη διεξαγωγή δίκης με αμοιβή που συνίσταται στην εκχώρηση ή μεταβίβαση τμήματος (ποσοστού) του αντικειμένου της δίκης. ● ΦΡ.: έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά 1. του έχει ανατεθεί εργασία εργολαβικά: Εταιρεία που ~ ~ τον καθαρισμό των δεξαμενών. 2. (μτφ.-συχνά ειρων.) ασχολείται συνεχώς ή αποκλειστικά με κάτι: ~ ~ τη λασπολογία εναντίον μου. Εκπομπή που ~ ~ τον ανθρώπινο πόνο. [< αρχ. ἐργολαβία] | |
| 18290 | εργολαβικός | , ή, ό [ἐργολαβικός] ερ-γο-λα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργολάβο ή εργολαβία: ~ή: αμοιβή/ανάθεση/εταιρεία/κατασκευή/σύμβαση. ~ό: αντάλλαγμα/κέρδος/όφελος/συµβόλαιο. ~ές: εργασίες. ~ά: συμφέροντα/συνεργεία. || ~ή: υπεράσπιση. Πβ. εργοληπτικός. Βλ. υπ~. ● επίρρ.: εργολαβικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 18291 | εργολάβος | [ἐργολάβος] ερ-γο-λά-βος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει εργολαβίες: ~ οικοδομών. ~ δημοσίων έργων. ~ κηδειών. Πβ. εργολήπτης. Βλ. μελετητής, υπ~.|| (μτφ.-μειωτ.) ~οι της λάσπης/της παραπληροφόρησης. 2. ΖΑΧΑΡ. {μόνο στο αρσ.} είδος γλυκίσματος με βασικά συστατικά αμύγδαλο, ζάχαρη και ασπράδι αβγού. Πβ. αμυγδαλωτά. Βλ. μακαρόν. [< 1: αρχ. ἐργολάβος 2: γαλλ. financier] | |
| 18292 | εργολήπτης | [ἐργολήπτης] ερ-γο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) , εργολήπτρια (η) (λόγ.): εργολάβος: ~ δημοσίων έργων.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία/κοινοπραξία. Βλ. -λήπτης. [< αρχ. ἐργολήπτης] | |
| 18293 | εργοληπτικός | , ή, ό [ἐργοληπτικός] ερ-γο-λη-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε εργολήπτη ή εργοληψία: ~ή: επιχείρηση/εταιρεία. ~ό: πτυχίο. Πβ. εργολαβικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ