| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18270 | εργένης | [ἐργένης] ερ-γέ-νης ουσ. (αρσ.) {εργένηδες} , εργένισσα (η): πρόσωπο που, ενώ βρίσκεται σε ηλικία γάμου, δεν έχει παντρευτεί και ζει μόνο του: αθεράπευτος/αμετανόητος/ορκισμένος/περιζήτητος/φανατικός ~. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. άγαμος, γεροντοπαλίκαρο, ελεύθερος. Βλ. ζευγαρωμένος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< τουρκ. ergen] | |
| 18271 | εργένικος | , η, ο [ἐργένικος] ερ-γέ-νι-κος επίθ.: που είναι σχετικός με εργένη: ~η: ζωή. ~ο: διαμέρισμα/σπίτι. ~ες: συνήθειες. ● επίρρ.: εργένικα | |
| 18272 | έργο | [ἔργο] έρ-γο ουσ. (ουδ.) 1. δραστηριότητα ή σύνολο ενεργειών, η εκτέλεση των οποίων οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με προκαθορισμένο ή όχι στόχο: ακαδημαϊκό/διδακτικό/εκπαιδευτικό/επιστημονικό/ερευνητικό/θεάρεστο/ιεραποστολικό/κοινωνικό/κυβερνητικό/νομοθετικό/συμβουλευτικό/τιτάνιο/φιλανθρωπικό ~. ~α ανάπλασης (της παραλίας)/αναστήλωσης/συντήρησης/υποδομής. Αναπτυξιακά/αντιπλημμυρικά/αρδευτικά/κατασκευαστικά/οδικά/ολυμπιακά ~α. (σε προειδοποιητική πινακίδα) Προσοχή ~α! (: τεχνικά ~α). Ανάδοχος/ανάθεση/αξιολόγηση/απολογισμός/δημοπράτηση/διαχείριση/επικεφαλής/μίσθωση/πρόοδος/προϋπολογισμός/στόχος/συντελεστές/συντονιστής/υλοποίηση/χρηματοδότηση (ενός) ~ου.|| Αντίθεση/συμφωνία ~ων-λόγων. Καλά ~α (= καλές πράξεις).|| Αναλαμβάνω/εγκαινιάζω/εκπονώ/εκτελώ/επιτελώ/παράγω/πραγματοποιώ (ένα) ~. Το ~ (δεν) ολοκληρώθηκε. Είναι ~ μιας (ολόκληρης) ζωής. Το ~ της ζωής του (: το πιο σημαντικό). Ο βίος και το ~ κάποιου (: το σύνολο των ~ων του). Πβ. κατασκεύασμα.|| Είναι ~ της αστυνομίας/κυβέρνησης. Πβ. αποστολή, αρμοδιότητα, καθήκον, υποχρέωση, χρέος. Βλ. πάρεργο, υπο~. 2. (ειδικότ.) κάθε καλλιτεχνικό, πνευματικό δημιούργημα: ζωγραφικό/θεατρικό/κινηματογραφικό/κλασικό/λογοτεχνικό/μεταφραστικό/μοντέρνο/μουσικό/πρωτότυπο/συνολικό/τηλεοπτικό ~. Δημοσιευμένο ερευνητικό-επιστημονικό ~. ~ γλυπτικής (: άγαλμα, γλυπτό)/χαρακτικής. Πρόκειται για ένα μνημειώδες ~ χιλίων σελίδων (πβ. βιβλίο). Αν και πέθανε πρόωρα, άφησε πίσω της αξιόλογο/λαμπρό/σπουδαίο συγγραφικό ~. Ο πίνακας είναι ~ του 18ου αι./του ζωγράφου ... (ειδικότ. για παράσταση ή ταινία, φιλμ) Πρόβες για το ~. Η μουσική-σκηνοθετική επιμέλεια ενός ~ου. Ανεβάζω/βιντεοσκοπώ/γυρίζω/προβάλλω/πρωταγωνιστώ σε/σκηνοθετώ ένα ~. Τι ~ έχει/παίζει (η τηλεόραση/το σινεμά); 3. ΦΥΣ. ποσότητα ενέργειας που παράγεται από την κίνηση του σημείου εφαρμογής μιας δύναμης και η οποία υπολογίζεται από το γινόμενο της δύναμης αυτής και της μετατόπισης του σημείου: μονάδα μέτρησης ~ου (= τζάουλ). ● Υποκ.: εργάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: εργάρα (η): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια έργα: κοινωφελή έργα που εκτελούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό του: εκτέλεση/κατασκευή ~ων ~ων (π.χ. γέφυρες). ~ ~ στην περιφέρεια. [< γαλλ. travaux publics] , απένταξη έργου βλ. απένταξη, βιβλίο/έργο αναφοράς βλ. αναφορά, εγγειοβελτιωτικά έργα βλ. εγγειοβελτιωτικός, έργα βιτρίνας βλ. βιτρίνα, έργο τέχνης βλ. τέχνη, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, προένταξη έργου βλ. προένταξη, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου βλ. σύμβαση ● ΦΡ.: (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί (μτφ.-προφ.): για δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση που έχει ξαναζήσει ή γνωρίζει καλά κάποιος, για επανάληψη κακής προηγούμενης συμπεριφοράς κάποιου: Επειδή ~ ~ , κράτα την ψυχραιμία σου., επί το έργον (λόγ.): κατά την εκτέλεση έργου: νοσηλευτές/πυροσβέστες ~ ~. Τους έπιασαν/συνελήφθησαν ~ ~ (πβ. επ' αυτοφώρω).|| (προφ. ως προτροπή) Εμπρός λοιπόν ~ ~! , έργα και ημέρες (συνήθ. ειρων.): για αναφορά σε περιπετειώδη ζωή ή αξιοσημείωτες πράξεις και γεγονότα: ~ ~ της κυβέρνησης/του συλλόγου., αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, ευχής έργο βλ. ευχή, λόγω και έργω βλ. λόγος, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. ἔργον, γαλλ. œuvre, ouvrage, travail, αγγλ. work] | |
| 18273 | εργο- & εργό- & εργ- | : α΄ συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται σε έργο ή απόδοση: εργο-δότης/~λάβος/~τάξιο. Εργ-οδηγός.|| Εργο-γραφία.|| Εργο-γόνος/~θεραπεία/~φυσιολογία. Εργό-μετρο. | |
| 18274 | εργοβιογραφία | [ἐργοβιογραφία] ερ-γο-βι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): εργογραφία στην οποία εντάσσονται και βιογραφικά στοιχεία: αναλυτική ~ του ποιητή/συγγραφέα. Βλ. -γραφία. | |
| 18275 | εργοβιογραφικός | , ή, ό [ἐργοβιογραφικός] ερ-γο-βι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εργοβιογραφία: ~ή: έκθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: εργοβιογραφικό (σημείωμα): βιογραφικό στο οποίο καταγράφεται και το έργο ενός ατόμου. | |
| 18276 | εργογόνος | , ος/α, ο [ἐργογόνος] ερ-γο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που βελτιώνει τη σωματική ή/και πνευματική απόδοση: ~ες: ουσίες. ~α: βοηθήματα (στον αθλητισμό)/μέσα/(διατροφικά) συμπληρώματα. Βλ. αναβολικά, κρεατίνη, στεροειδή, -γόνος. [< αγγλ. ergogenic, 1910, γαλλ. ergogène] | |
| 18277 | εργογραφία | [ἐργογραφία] ερ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): καταγραφή του συνόλου των έργων κάποιου, συνήθ. σε χρονολογική σειρά: ενδεικτική/επιλεγμένη/πλήρης ~. ~ του ερευνητή (: αναγραφή των δημοσιευμάτων του)/ποιητή. Βλ. -γραφία, εργοβιογραφία. [< πβ. γερμ. Ergographie, αγγλ. ergography] | |
| 18278 | εργογραφικός | , ή, ό [ἐργογραφικός] ερ-γο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εργογραφία: ~ή: δραστηριότητα. ~ό: σημείωμα/υπόμνημα. ~ές: ιστοσελίδες/πληροφορίες. | |
| 18279 | εργοδηγός | [ἐργοδηγός] ερ-γο-δη-γός ουσ. (αρσ.): υπεύθυνος για την επίβλεψη ενός έργου, ιδ. τεχνικού, την εποπτεία εργασίας και την καθοδήγηση εργατών σε βιομηχανική μονάδα ή επιχείρηση: πτυχιούχος ~. ~ δομικών έργων. ~-ηλεκτρολόγος/-μηχανολόγος/-χημικός. Πβ. αρχιεργάτης, επιστάτης. [< γαλλ. conducteur (des travaux)] | |
| 18280 | εργοδικός | , ή, ό [ἐργοδικός] ερ-γο-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με μια διαδικασία κατά την οποία κάθε ακολουθία ή δείγμα ορισμένου μεγέθους αναπαριστά εξίσου το σύνολο: ~ή: θεωρία/υπόθεση. [< αγγλ. ergodic, 1926, γαλλ. ergodique] | |
| 18281 | εργοδοσία | [ἐργοδοσία] ερ-γο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) το σύνολο των εργοδοτών· ο εργοδότης μιας συγκεκριμένης επιχείρησης: συμφωνία/συνάντηση μεταξύ ~ας και εργαζομένων.|| Η ~ του εργοστασίου. Βλ. μεγαλο~. 2. (σπανιότ.) ανάθεση έμμισθης εργασίας: ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Βλ. -δοσία. [< 1: γαλλ. patronat 2: μτγν. ἐργοδοσία] | |
| 18282 | εργοδότης | [ἐργοδότης] ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. εργοδότρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσλαμβάνει και μισθοδοτεί προσωπικό: συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ ~ών και εργαζομένων.|| (το θηλ. ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Βλ. αφεντικό, μεγαλο~, -δότης. [< αρχ. ἐργοδότης, μεσν. εργοδότρια, γερμ. Arbeitgeber] | |
| 18283 | εργοδότηση | [ἐργοδότηση] ερ-γο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πρόσληψη, επαγγελματική απασχόληση: ~ προσωπικού. ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. Βλ. αγορά εργασίας, -δότηση. | |
| 18284 | εργοδοτικός | , ή, ό [ἐργοδοτικός ] ερ-γο-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με εργοδότη: ~ός: συνδικαλισμός. ~ή: ένωση/οργάνωση. ~οί: φορείς. ~ές: εισφορές. ~ά: συμφέροντα.|| ~ή: αυθαιρεσία. | |
| 18285 | εργοδοτώ | [ἐργοδοτώ] ερ-γο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {εργοδοτ-εί ..., -ώντας | εργοδότ-ησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος}: (κυρ. στην Κύπρο, για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) προσλαμβάνω και μισθοδοτώ προσωπικό: ~είται από επιχείρηση. ~ούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου. [< μτγν. ἐργοδοτῶ ‘αναθέτω κάποιο έργο’ | |
| 18286 | εργοθεραπεία | [ἐργοθεραπεία] ερ-γο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη η οποία μέσα από κατάλληλα επιλεγμένες δραστηριότητες αποσκοπεί στη βελτίωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων και στην ισότιμη κοινωνική συμμετοχή ανθρώπων που εμφανίζουν δυσλειτουργίες ή/και αναπηρίες: Παιδιατρική/Ψυχιατρική ~. Πβ. εργασιοθεραπεία. Βλ. αισθητηριακή ολοκλήρωση, -θεραπεία. [< γαλλ. ergothérapie, 1911, γερμ. Ergotherapie] | |
| 18287 | εργοθεραπευτής | [ἐργοθεραπευτής] ερ-γο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) , εργοθεραπεύτρια (η): επιστήμονας με ειδίκευση στην εργοθεραπεία: ~ ατόμων με ειδικές ανάγκες. Πβ. εργασιοθεραπευτής. Βλ. λογο-, φυσικο-θεραπευτής. [< γαλλ. ergothérapeute, γερμ. Ergotherapeut] | |
| 18288 | εργοθεραπευτικός | , ή, ό [ἐργοθεραπευτικός] ερ-γο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εργοθεραπεία ή στον εργοθεραπευτή: ~ή: παρέμβαση. ~ό: κέντρο/πρόγραμμα. [< γαλλ. ergothérapeutique, γερμ. ergotherapeutisch] | |
| 18289 | εργολαβία | [ἐργολαβία] ερ-γο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.): ανάληψη εκτέλεσης έργου ή παροχής υπηρεσιών από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ορισμένη αμοιβή και δικά του μέσα: ~ για την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Σύμβαση ~ας. Αντικείμενο/δημοπράτηση της ~ας. Αναθέσεις ~ών. ~ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Πβ. εργοληψία. Βλ. αυτεπιστασία, υπ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εργολαβία δίκης: ΝΟΜ. συμφωνία (σύμβαση) με την οποία δικηγόρος αναλαμβάνει τη διεξαγωγή δίκης με αμοιβή που συνίσταται στην εκχώρηση ή μεταβίβαση τμήματος (ποσοστού) του αντικειμένου της δίκης. ● ΦΡ.: έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά 1. του έχει ανατεθεί εργασία εργολαβικά: Εταιρεία που ~ ~ τον καθαρισμό των δεξαμενών. 2. (μτφ.-συχνά ειρων.) ασχολείται συνεχώς ή αποκλειστικά με κάτι: ~ ~ τη λασπολογία εναντίον μου. Εκπομπή που ~ ~ τον ανθρώπινο πόνο. [< αρχ. ἐργολαβία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ