Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [1900-1920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
914αειφόρος, α/ος, ο [ἀειφόρος] α-ει-φό-ρος επίθ. & αειφορικός (λόγ.): που αναφέρεται ή συμβάλλει στην αειφορία: ~ος: τουρισμός. ~ος: αλιεία/αρχιτεκτονική/διαχείριση (των αποβλήτων/των δασών). ~ες: δραστηριότητες/μεταφορές/πηγές ενέργειας/πόλεις. ~α: κτίρια. ~ χρήση των φυσικών και ανθρωπογενών οικοσυστημάτων. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος [< μτγν. ἀειφόρος ‘ο πάντα εύφορος, ανεξάντλητος’, αγγλ. sustainable]
915αείφυλλος, η/ος, ο [ἀείφυλλος] α-εί-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. αειθαλής: ~α: πλατύφυλλα (π.χ. αγριελιά, πουρνάρι, σχίνος). Βλ. -φυλλος. ΑΝΤ. φυλλοβόλος [< αρχ. ἀείφυλλος]
916ΑΕΝ(η): Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού.
917αέναος, η, ο [ἀέναος] α-έ-να-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που κινείται συνεχώς και κατ' επέκτ. διαρκής, αιώνιος: ο ~ος: αγώνας/κύκλος της ζωής. ~η: αναζήτηση (της αλήθειας)/κίνηση (των πλανητών). ~ο: γίγνεσθαι. Η ~η (= αστείρευτη) χαρά της ανακάλυψης/δημιουργίας. Πβ. αΐδιος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος, διηνεκής, παντοτινός, συνεχής. ● επίρρ.: αενάως & αέναα [< αρχ. ἀέναος]
918ΑΕΠ1. (το) Ακαθάριστο Εγχώριο/Εθνικό Προϊόν. 2. (η) Ανώτατη Επιτροπή Προμηθειών. 3. (η) Ανώτατη Εκπαιδευτική Περιφέρεια.
919ΑΕΠΠ(η) Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών.
920αερ-βλ. αερο-
921αεράγημα[ἀεράγημα] α-ε-ρά-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις που μεταφέρονται αεροπορικώς στον τόπο αποστολής τους: Τα ~ήματα του εχθρού/της επίλεκτης μεραρχίας. [< γαλλ. troupe aéroportée, 1928]
922αεραγωγός[ἀεραγωγός] α-ε-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. άνοιγμα, δίοδος ή σωλήνας για μεταφορά και διοχέτευση αέρα από ή προς κλειστό χώρο: εύκαμπτος ~. ~ αναρρόφησης καυσαερίων/κτιρίου/μηχανήματος/πλοίου. Βλ. εξαεριστήρας. Βλ. -αγωγός, αεριαγωγός.|| (ΙΑΤΡ.) Ρινο-/στοματο-φαρυγγικός ~. Απόφραξη ~ού (σε βρέφος). Ο λάρυγγας χρησιµεύει ως ~ και ως φωνητικό όργανο. [< γαλλ. porte-vent, αγγλ. airway]
923αεράθλημα[ἀεράθλημα] α-ε-ρά-θλη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: άθλημα, αγώνισμα με πτητική κατασκευή ή μηχανή: το ~ του αερομοντελισμού/της ανεμοπορίας. (Αερο)λέσχη ~άτων. [< αγγλ. airsport]
924αεραθλητής[ἀεραθλητής] α-ε-ρα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) {αεραθλητών, σπάν. θηλ. αεραθλήτρια}: πρόσωπο που παίρνει μέρος σε αεραθλήματα: ~ αλεξίπτωτου πλαγιάς.
925αεραθλητικός, ή, ό [ἀεραθλητικός] α-ε-ρα-θλη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους αεραθλητές ή τα αεραθλήματα: ~ή: επίδειξη/λέσχη (πβ. αερολέσχη)/οµοσπονδία. ~οί: αγώνες. ~ές: δραστηριότητες.
926αεραθλητισμός[ἀεραθλητισμός] α-ε-ρα-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): αθλητική δραστηριότητα που ασκείται με πτητικές κατασκευές ή μηχανές: εγκαταστάσεις/πίστες ~ού.
927αεράκατος[ἀεράκατος] α-ε-ρά-κα-τος ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΑΕΡΟΝ. υδροπλάνο χωρίς πλωτήρες, κατάλληλο για προσθαλάσσωση, αποθαλάσσωση ή/και σύντομη πλεύση, το οποίο προωθείται με έλικα και διευθύνεται με πηδάλιο αεροσκάφους.
928αεράκιβλ. αέρας
929αεράμυνα[ἀεράμυνα] α-ε-ρά-μυ-να ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των μέσων ή μέτρων για την αντιμετώπιση εχθρικών αεροπορικών επιθέσεων και η αντίστοιχη υπηρεσία: εθνική ~. Ασκήσεις/(πυραυλικό) σύστημα/συστοιχίες ~ας. Η Πολεμική Αεροπορία διασφαλίζει την ~ (= αεροπορική άμυνα) της χώρας.|| Τα μαχητικά έπληξαν στόχους της εχθρικής ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητική αεράμυνα: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία του άμαχου πληθυσμού από αεροπορικές επιθέσεις σε καιρό πολέμου. Βλ. καταφύγιο. [< αγγλ. air defence, 1916]
930αερανάρτηση[ἀερανάρτηση] α-ε-ρα-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ανύψωσης του οχήματος στο πίσω μέρος για την απορρόφηση των κραδασμών. Πβ. ανάρτηση αέρος. [< αγγλ. air suspension]
931αεραντλία[ἀεραντλία] α-ε-ρα-ντλί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. συσκευή για μεταφορά, πύκνωση ή αραίωση αέρα σε κλειστό χώρο: ανυψωτική/χειροκίνητη ~. Εμβολοφόρες ~ες. [< γαλλ. pompe à air]
932αεραπόβαση[ἀεραπόβαση] α-ε-ρα-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. επιχείρηση εναέριας μεταφοράς και αποβίβασης μάχιμων δυνάμεων και των αναγκαίων μέσων υποστήριξής τους, συνήθ. στα μετόπισθεν του εχθρού: ~ πεζοναυτών. Ειδικές μονάδες/ζώνη ~ης. ~ με αεροσκάφος τύπου C-130/με ελικόπτερα.
933αεραποβατικός, ή, ό [ἀεραποβατικός] α-ε-ρα-πο-βα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αεροαποβατικός: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την αεραπόβαση: ~ός: λόχος. ~ή: επιχείρηση (βλ. αεροκίνητη)/μονάδα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: γυμνάσια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.