| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18294 | εργοληψία | [ἐργοληψία] ερ-γο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργολαβία: συμβάσεις ~ας. Εργοδοσία και ~. Βλ. -ληψία. | |
| 18295 | εργομετρία | [ἐργομετρία] ερ-γο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τεχνική που αποσκοπεί στη μελέτη και μέτρηση του έργου ορισμένων μυών ή γενικά του οργανισμού: ~ άνω άκρων. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. ergometry, γαλλ. ergométrie, περ. 1960] | |
| 18296 | εργομετρικός | , ή, ό [ἐργομετρικός] ερ-γο-με-τρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εργομετρία ή το εργόμετρο: ~ός: έλεγχος. ~ή: αξιολόγηση. ~ό: ποδήλατο. ~ές: εξετάσεις (αθλητών). ~ά: τεστ. ● επίρρ.: εργομετρικά [< αγγλ. ergometric, γαλλ. ergométrique, περ. 1960] | |
| 18297 | εργόμετρο | [ἐργόμετρο] ερ-γό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΓΥΜΝ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του μυϊκού έργου του αθλούμενου· κατ' επέκτ. όργανο γυμναστικής εξοπλισμένο με τη συγκεκριμένη συσκευή: κωπηλατικό ~. ~ άνω άκρων. Ποδηλασία σε ~. Βλ. ισοκινητικό δυναμόμετρο, -μετρο. [< αγγλ. ergometer, γαλλ. ergomètre] | |
| 18298 | εργονομία | [ἐργονομία] ερ-γο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη των συνθηκών εργασίας και των σχέσεων ανθρώπου-μηχανής-περιβάλλοντος· κυρ. ιδιότητα αντικειμένου ή χώρου σχεδιασμένου με τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του χρήστη: η ευχρηστία και ~ μιας συσκευής. ~ και λειτουργικότητα. Εσωτερικό (ενν. αυτοκινήτου) με άρτια ~. Βλ. -νομία. [< αγγλ. ergonomics, 1949, γαλλ. ergonomie, περ. 1965] | |
| 18299 | εργονομικός | , ή, ό [ἐργονομικός] ερ-γο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εργονομία ή βασίζεται στις αρχές της: ~ός: εξοπλισμός/σχεδιασμός. ~ή: καρέκλα (γραφείου)/λαβή. ~ό: πληκτρολόγιο/σχήμα/τιμόνι. ~ές: ατέλειες. Πβ. λειτουργικός. ● επίρρ.: εργονομικά [< αγγλ. ergonomic, 1954, γαλλ. ergonomique, πριν από το 1970] | |
| 18300 | εργόσημο | [ἐργόσημο] ερ-γό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ειδικό μέτρο ασφάλισης των κατ' οίκον απασχολούμενων που περιλαμβάνει τη χρήση πολύπτυχης επιταγής συγκεκριμένης χρηματικής αξίας, στην οποία θα καταγράφεται το ποσό της αμοιβής του εργαζομένου και το ποσό της εισφοράς υπέρ του αρμόδιου ασφαλιστικού ταμείου. Βλ. -σημο. | |
| 18301 | εργοστασιακός | , ή, ό [ἐργοστασιακός] ερ-γο-στα-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται σε εργοστάσιο ή σε εξάρτημα εγκατεστημένο από εργοστάσιο: ~ή: παραγωγή. ~ό: συγκρότημα (πβ. βιομηχανικό)/σωματείο. ~ές: μονάδες/προδιαγραφές. ~ά: προϊόντα. Μοντέλο αυτοκινήτου που καλύπτεται από ~ή εγγύηση. Η ~ή τιμή δεν περιλαμβάνει φόρο.|| ~ός: εξοπλισμός. ~ές: ζάντες.|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) ~ή: ομάδα. | |
| 18302 | εργοστασιάρχης | [ἐργοστασιάρχης] ερ-γο-στα-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης εργοστασίου. Πβ. βιομήχανος. Βλ. -άρχης. [< γερμ. Fabrikant] | |
| 18303 | εργοστάσιο | [ἐργοστάσιο] ερ-γο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος διαμορφωμένος και εξοπλισμένος κατάλληλα για την παραγωγή βιομηχανικών αγαθών: πυρηνικό/υδροηλεκτρικό ~. ~ αυτοκινήτων/επίπλων/ζάχαρης/λιπασμάτων/παιχνιδιών. ~ υφαντουργίας. ~ ηλεκτρικής ενέργειας/φυσικού αερίου. ~ ανακύκλωσης/βιοκαυσίμων/κομποστοποίησης. Οι εγκαταστάσεις/η λειτουργία του ~ίου. Πβ. βιομηχανία, φάμπρικα. Βλ. καπν~, -στάσιο. [< μεσν. εργοστάσιον 'χώρος εργασίας', γερμ. Fabrik, γαλλ. usine] | |
| 18304 | εργοταξιακός | , ή, ό [ἐργοταξιακός] ερ-γο-τα-ξι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργοτάξιο: ~ή: σήμανση. ~ό: ρεύμα. ~οί: χώροι. ~ές: εγκαταστάσεις. | |
| 18305 | εργοτάξιο | [ἐργοτάξιο] ερ-γο-τά-ξι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: προσωρινή εγκατάσταση τεχνικών και άλλων μέσων καθώς και εργατικού δυναμικού σε ένα χώρο για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ή έργων μηχανικών κατασκευών: περιφραγμένο ~. ~ του μετρό. ~ ανέγερσης (κατοικιών)/οικοδομής. Επιβλέπων μηχανικός/οργάνωση ~ίου.|| (κατ' επέκτ.-επιτατ.) Πόλη που είναι ένα απέραντο ~. [< γαλλ. chantier, γερμ. Baustelle] | |
| 18306 | εργοφυσιολογία | [ἐργοφυσιολογία] ερ-γο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο ανθρώπινος οργανισμός σε ορισμένη δραστηριότητα, σε συγκεκριμένο ερέθισμα: κλινική ~. Εργαστήριο/κέντρο ~ας. [< αγγλ. ergophysiology, 1973] | |
| 18307 | εργοφυσιολογικός | , ή, ό [ἐργοφυσιολογικός] ερ-γο-φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την εργοφυσιολογία: ~ή: αξιολόγηση. ~ές: εξετάσεις/μετρήσεις. | |
| 18308 | εργοφυσιολόγος | [ἐργοφυσιολόγος] ερ-γο-φυ-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πτυχιούχος φυσικής αγωγής, συνήθ. με ειδίκευση στη μελέτη εργομετρικών μετρήσεων των αθλουμένων, ιδ. αυτών που κάνουν πρωταθλητισμό, ώστε με την κατάλληλη διατροφή και άσκηση να μεγιστοποιήσουν το παραγόμενο μυϊκό έργο: ειδικός/κλινικός ~. ~ της/στην ΠΑΕ ... Αξιολόγηση/εξέταση από ~ο. | |
| 18309 | εργόχειρο | [ἐργόχειρο] ερ-γό-χει-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είρου}: κεντητό ή πλεκτό χειροτέχνημα: παραδοσιακό ~. Έκθεση ~ων. Πβ. κέντημα.|| (σπάν.) ~ μηχανής. [< πβ. μτγν. ἐργόχειρον ‘χειροποίητο έργο’, γερμ. Handarbeit] | |
| 18310 | έργω | [ἔργῳ] έρ-γω επίρρ.: (αρχαιοπρ.-συνήθ. ΝΟΜ.) έμπρακτα: ~ εξύβριση (: με πράξεις). ● ΦΡ.: λόγω και έργω βλ. λόγος [< αρχ. ἔργῳ] | |
| 18311 | εργώδης | , ης, ες [ἐργώδης] ερ-γώ-δης επίθ. {εργώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (συνήθ. για προσπάθεια) που γίνεται με κόπο, κουραστικός, επίπονος: Ημέρες ~ους προετοιμασίας για τις εξετάσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: τοκετός (= δύσκολος). ~ης: αναπνοή. Πβ. δυσχερής, κοπιώδης. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἐργώδης] | |
| 18312 | έρεβος | [ἔρεβος] έ-ρε-βος ουσ. (ουδ.) {ερέβ-ους | σπάν. στον πληθ.} (αρχαιοπρ.): (βαθύ) σκοτάδι: το χάος και το ~.|| (μτφ.) ~ στην ψυχή. Το ~ της αγνωσίας. Τα ~η του Kάτω Kόσμου. ΑΝΤ. φως. ΣΥΝ. ζόφος (2), σκότος [< αρχ. ἔρεβος, γαλλ. ténèbres] | |
| 18313 | ερεβώδης | , ης, ες [ἐρεβώδης] ε-ρε-βώ-δης επίθ. {ερεβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σκοτεινός, ζοφερός και κατ' επέκτ. μυστηριώδης: ~ης: εικόνα. ~ες: τοπίο. ~η: κίνητρα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. ἐρεβώδης, γαλλ. ténébreux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ