Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19200-19220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18310έργω[ἔργῳ] έρ-γω επίρρ.: (αρχαιοπρ.-συνήθ. ΝΟΜ.) έμπρακτα: ~ εξύβριση (: με πράξεις). ● ΦΡ.: λόγω και έργω βλ. λόγος [< αρχ. ἔργῳ]
18311εργώδης, ης, ες [ἐργώδης] ερ-γώ-δης επίθ. {εργώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (συνήθ. για προσπάθεια) που γίνεται με κόπο, κουραστικός, επίπονος: Ημέρες ~ους προετοιμασίας για τις εξετάσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: τοκετός (= δύσκολος). ~ης: αναπνοή. Πβ. δυσχερής, κοπιώδης. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἐργώδης]
18312έρεβος[ἔρεβος] έ-ρε-βος ουσ. (ουδ.) {ερέβ-ους | σπάν. στον πληθ.} (αρχαιοπρ.): (βαθύ) σκοτάδι: το χάος και το ~.|| (μτφ.) ~ στην ψυχή. Το ~ της αγνωσίας. Τα ~η του Kάτω Kόσμου. ΑΝΤ. φως. ΣΥΝ. ζόφος (2), σκότος [< αρχ. ἔρεβος, γαλλ. ténèbres]
18313ερεβώδης, ης, ες [ἐρεβώδης] ε-ρε-βώ-δης επίθ. {ερεβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σκοτεινός, ζοφερός και κατ' επέκτ. μυστηριώδης: ~ης: εικόνα. ~ες: τοπίο. ~η: κίνητρα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. ἐρεβώδης, γαλλ. ténébreux]
18314ερεθίζω[ἐρεθίζω] ε-ρε-θί-ζω ρ. (μτβ.) {ερέθι-σα, ερεθί-στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ερεθίζ-οντας} 1. προκαλώ ερεθισμό, συνήθ. σε σημείο του σώματος: Χημική ουσία που ~ει το αναπνευστικό σύστημα. Υφάσματα που ~ουν το δέρμα. ~σμένες: αμυγδαλές. ~σμένα: μάτια. 2. προκαλώ διέγερση των αισθήσεων, δίνω έντονα ερεθίσματα: Ταινία που ~ει διανοητικά τον θεατή. Κείμενα/θέματα που ~ουν το ενδιαφέρον/την περιέργεια. Παιχνίδια που ~ουν τη φαντασία.|| (ελλειπτ.) Η ποίηση ταράζει και ~ει. Πβ. κεντρίζω, παρακινώ. 3. διεγείρω ερωτικά, σεξουαλικά: Θέαμα/σκηνή που με ~ει. Πβ. ανάβω, αναστατώνω, εξάπτω, προκαλώ. 4. εξαγριώνω, εξοργίζω, εκνευρίζω: Σκάνδαλα που ~ουν την κοινή γνώμη.|| ~εται εύκολα/με το παραμικρό. [< αρχ. ἐρεθίζω]
18315ερέθισμα[ἐρέθισμα] ε-ρέ-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {ερεθίσμ-ατος | -ατα} 1. στοιχείο, αιτία, παράγοντας που διεγείρει νεύρο, κύτταρο ή όργανο του σώματος: αισθητηριακό/ακουστικό/απτικό/εξωτερικό/ηλεκτρικό/ηχητικό/νευρικό/οπτικό ~. ~ατα από το περιβάλλον. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ενεργοποιεί ή κινητοποιεί τη σκέψη, τη δημιουργικότητα, τη φαντασία: ~ για δημιουργία/δράση/συζήτηση. Το βίντεο ως ~ για διάλογο και προβληματισμό. Πβ. ελατήριο, κίνητρο. [< αρχ. ἐρέθισμα]
18316ερεθισμένος, η, ο [ἐρεθισμένος] ε-ρε-θι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει υποστεί ερεθισμό: ~ος: λαιμός. ~η: επιδερμίδα. ~ο: δέρμα. ~α: μάτια.|| (μτφ.) ~α: νεύρα/πνεύματα (= εξημμένα). 2. που έχει διεγερθεί ερωτικά. [< αρχ. ἠρεθισμένος]
18317ερεθισμός[ἐρεθισμός] ε-ρε-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. εκδήλωση υπερευαισθησίας σε σημείο του σώματος: τοπικός ~. ~ του δέρματος/του προσώπου. Εξανθήματα και ~οί. Πβ. κοκκίνισμα. 2. ερωτική διέγερση. Βλ. αυτο~. 3. σωματική ή ψυχική αντίδραση σε ερέθισμα: ~ των κυττάρων/της σκέψης/φαντασίας. ΣΥΝ. διέγερση. [< αρχ. ἐρεθισμός]
18318ερεθιστικός, ή, ό [ἐρεθιστικός] ε-ρε-θι-στι-κός επίθ. 1. που ενεργοποιεί τις αισθήσεις, διεγείρει ερωτικά: ~ό: άρωμα/θέαμα. Πβ. αισθησιακός, προκλητικός. 2. που κεντρίζει, παρακινεί το ενδιαφέρον: ~ή: ιδέα/συζήτηση. ~ό: βιβλίο/θέμα. 3. που προκαλεί ερεθισμό: ~ός: βήχας (: παροξυντικός)/παράγοντας. ~ή: δράση/ουσία. ~ά: αέρια. Ο καφές είναι ~ για το στομάχι. [< αρχ. ἐρεθιστικός 1: γαλλ. provocant 2: γαλλ. excitant 3: γαλλ. irritant]
18319ερεθιστικότητα[ἐρεθιστικότητα] ε-ρε-θι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πρόκληση ερεθισμού: ~ στο δέρμα/στα µάτια. 2. ΒΙΟΛ. ιδιότητα αντίδρασης σε εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα: η ~ στους ζωικούς/μονοκύτταρους οργανισμούς. Η ~ του νευρικού συστήματος. Βλ. διεγερτικ-, ευερεθιστ-ότητα. [< γαλλ. irritabilité]
18320ερείδομαι[ἐρείδομαι] ε-ρεί-δο-μαι ρ. {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. στη μτχ. ερειδ-όμενος} (σπάν.-λόγ.): βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάτι: Το σκεπτικό μου ~εται στην πεποίθηση ότι ...|| Απόφαση ~όμενη στον νόμο. [< αρχ. ἐρείδω]
18321ερείκη[ἐρείκη] ε-ρεί-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ρείκι. [< αρχ. ἐρείκη]
18322ερείπιο[ἐρείπιο] ε-ρεί-πι-ο ουσ. (ουδ.) {ερειπί-ου | -ων} 1. υπόλειμμα οικοδομικής συνήθ. κατασκευής που έχει καταστραφεί, κατεδαφιστεί ή φθαρεί: μεσαιωνικά/ρωμαϊκά ~α. Το ~ του εργοστασίου. Σωροί ~ων.|| (σε αρχαιολογικό χώρο) Σώζονται ~α από την ακρόπολη.|| (μτφ., για κτίσμα παραμελημένο, σε κακή κατάσταση) Σχολείο-~. Το σπίτι κατάντησε ~. Πβ. γκρεμίσματα, ρημάδι, συντρίμμι, χάλασμα. 2. (μτφ., για πρόσ.) που είναι καταπονημένος, καταβεβλημένος, γερασμένος· Δεν κοιμήθηκα καλά και είμαι (ένα) ~. Πβ. κουρέλι, ράκος. [< 1: αρχ. ἐρείπιον]
18323ερειπιώνας[ἐρειπιώνας] ε-ρει-πι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): περιοχή γεμάτη ερείπια: απέραντος ~. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ἐρειπιών]
18324ερειπώνω[ἐρειπώνω] ε-ρει-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ερείπω-σε, ερειπώ-σει, -θηκε, -θεί, συνηθέστ. -μένος}: μετατρέπω, μεταβάλλω κάτι σε ερείπιο: Έκρηξη ηφαιστείου ~ει την περιοχή. Ισχυρός σεισμός ~σε την πόλη. Tο ανάκτορο εγκαταλείφθηκε και σταδιακά ~θηκε.|| ~μένο: αρχοντικό/μοναστήρι. ~α: κτίρια. Πβ. γκρεμίζω, καταστρέφω, κατεδαφίζω. [< μτγν. ἐρειπῶ]
18325ερείπωση[ἐρείπωση] ε-ρεί-πω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. για κτίσμα) μετατροπή σε ερείπια: μνημεία με σημάδια εγκατάλειψης και ~ης. Σπίτι που έχει περιπέσει σε κατάσταση ~ης. Πβ. γκρέμισμα, καταστροφή, κατεδάφιση. [< μεσν. ερείπωσις]
18326ερεισίνωτο[ἐρεισίνωτο] ε-ρει-σί-νω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ώτου} (επίσ.) 1. πλάτη, ράχη καθίσματος: το ~ του καναπέ.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Εδώλιο με ~. 2. τμήμα κρεβατιού (κυρ. σε νοσοκομείο) το οποίο ανασηκώνεται και χρησιμεύει για τη στήριξη της πλάτης: ρυθμιζόμενο ~. [< γερμ. Rückenlehne]
18327έρεισμα[ἔρεισμα] έ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) {ερείσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (μτφ.-λόγ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο υποστήριξης προσώπου, θέσης, απόφασης: επιστημονικό/ηθικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/νομικό/πολιτικό/συνταγματικό ~. Αναζήτηση ~άτων. Κόμμα με λαϊκά ~ατα (: με απήχηση στον λαό). Πβ. βάση, στήριγμα. Βλ. αντ~, δεκανίκι. 2. (επίσ.) πλευρικό τμήμα οδοστρώματος (ή σιδηροτροχιάς): επικίνδυνο ~ αριστερά/δεξιά. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή που χρησιμοποιείται ως (υπο)στήριγμα: περιμετρικό ~. Πβ. βάση. Βλ. υπ~. [< αρχ. ἔρεισμα ‘στήριγμα, υποστήριγμα’]
18328ερειστικός, ή, ό [ἐρειστικός] ε-ρει-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που παρέχει στήριξη στο σώμα: ~ός: ιστός (= υποστηρικτικός). ~ό: σύστημα (: που περιλαμβάνει κυρ. τον σκελετό και αποτελείται από οστά, αρθρώσεις, τένοντες και μυς). [< μτγν. ἐρειστικός]
18329ερέτης[ἐρέτης] ε-ρέ-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): κωπηλάτης. [< αρχ. ἐρέτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.