| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18314 | ερεθίζω | [ἐρεθίζω] ε-ρε-θί-ζω ρ. (μτβ.) {ερέθι-σα, ερεθί-στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ερεθίζ-οντας} 1. προκαλώ ερεθισμό, συνήθ. σε σημείο του σώματος: Χημική ουσία που ~ει το αναπνευστικό σύστημα. Υφάσματα που ~ουν το δέρμα. ~σμένες: αμυγδαλές. ~σμένα: μάτια. 2. προκαλώ διέγερση των αισθήσεων, δίνω έντονα ερεθίσματα: Ταινία που ~ει διανοητικά τον θεατή. Κείμενα/θέματα που ~ουν το ενδιαφέρον/την περιέργεια. Παιχνίδια που ~ουν τη φαντασία.|| (ελλειπτ.) Η ποίηση ταράζει και ~ει. Πβ. κεντρίζω, παρακινώ. 3. διεγείρω ερωτικά, σεξουαλικά: Θέαμα/σκηνή που με ~ει. Πβ. ανάβω, αναστατώνω, εξάπτω, προκαλώ. 4. εξαγριώνω, εξοργίζω, εκνευρίζω: Σκάνδαλα που ~ουν την κοινή γνώμη.|| ~εται εύκολα/με το παραμικρό. [< αρχ. ἐρεθίζω] | |
| 18315 | ερέθισμα | [ἐρέθισμα] ε-ρέ-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {ερεθίσμ-ατος | -ατα} 1. στοιχείο, αιτία, παράγοντας που διεγείρει νεύρο, κύτταρο ή όργανο του σώματος: αισθητηριακό/ακουστικό/απτικό/εξωτερικό/ηλεκτρικό/ηχητικό/νευρικό/οπτικό ~. ~ατα από το περιβάλλον. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ενεργοποιεί ή κινητοποιεί τη σκέψη, τη δημιουργικότητα, τη φαντασία: ~ για δημιουργία/δράση/συζήτηση. Το βίντεο ως ~ για διάλογο και προβληματισμό. Πβ. ελατήριο, κίνητρο. [< αρχ. ἐρέθισμα] | |
| 18316 | ερεθισμένος | , η, ο [ἐρεθισμένος] ε-ρε-θι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει υποστεί ερεθισμό: ~ος: λαιμός. ~η: επιδερμίδα. ~ο: δέρμα. ~α: μάτια.|| (μτφ.) ~α: νεύρα/πνεύματα (= εξημμένα). 2. που έχει διεγερθεί ερωτικά. [< αρχ. ἠρεθισμένος] | |
| 18317 | ερεθισμός | [ἐρεθισμός] ε-ρε-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. εκδήλωση υπερευαισθησίας σε σημείο του σώματος: τοπικός ~. ~ του δέρματος/του προσώπου. Εξανθήματα και ~οί. Πβ. κοκκίνισμα. 2. ερωτική διέγερση. Βλ. αυτο~. 3. σωματική ή ψυχική αντίδραση σε ερέθισμα: ~ των κυττάρων/της σκέψης/φαντασίας. ΣΥΝ. διέγερση. [< αρχ. ἐρεθισμός] | |
| 18318 | ερεθιστικός | , ή, ό [ἐρεθιστικός] ε-ρε-θι-στι-κός επίθ. 1. που ενεργοποιεί τις αισθήσεις, διεγείρει ερωτικά: ~ό: άρωμα/θέαμα. Πβ. αισθησιακός, προκλητικός. 2. που κεντρίζει, παρακινεί το ενδιαφέρον: ~ή: ιδέα/συζήτηση. ~ό: βιβλίο/θέμα. 3. που προκαλεί ερεθισμό: ~ός: βήχας (: παροξυντικός)/παράγοντας. ~ή: δράση/ουσία. ~ά: αέρια. Ο καφές είναι ~ για το στομάχι. [< αρχ. ἐρεθιστικός 1: γαλλ. provocant 2: γαλλ. excitant 3: γαλλ. irritant] | |
| 18319 | ερεθιστικότητα | [ἐρεθιστικότητα] ε-ρε-θι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πρόκληση ερεθισμού: ~ στο δέρμα/στα µάτια. 2. ΒΙΟΛ. ιδιότητα αντίδρασης σε εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα: η ~ στους ζωικούς/μονοκύτταρους οργανισμούς. Η ~ του νευρικού συστήματος. Βλ. διεγερτικ-, ευερεθιστ-ότητα. [< γαλλ. irritabilité] | |
| 18320 | ερείδομαι | [ἐρείδομαι] ε-ρεί-δο-μαι ρ. {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. στη μτχ. ερειδ-όμενος} (σπάν.-λόγ.): βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάτι: Το σκεπτικό μου ~εται στην πεποίθηση ότι ...|| Απόφαση ~όμενη στον νόμο. [< αρχ. ἐρείδω] | |
| 18321 | ερείκη | [ἐρείκη] ε-ρεί-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ρείκι. [< αρχ. ἐρείκη] | |
| 18322 | ερείπιο | [ἐρείπιο] ε-ρεί-πι-ο ουσ. (ουδ.) {ερειπί-ου | -ων} 1. υπόλειμμα οικοδομικής συνήθ. κατασκευής που έχει καταστραφεί, κατεδαφιστεί ή φθαρεί: μεσαιωνικά/ρωμαϊκά ~α. Το ~ του εργοστασίου. Σωροί ~ων.|| (σε αρχαιολογικό χώρο) Σώζονται ~α από την ακρόπολη.|| (μτφ., για κτίσμα παραμελημένο, σε κακή κατάσταση) Σχολείο-~. Το σπίτι κατάντησε ~. Πβ. γκρεμίσματα, ρημάδι, συντρίμμι, χάλασμα. 2. (μτφ., για πρόσ.) που είναι καταπονημένος, καταβεβλημένος, γερασμένος· Δεν κοιμήθηκα καλά και είμαι (ένα) ~. Πβ. κουρέλι, ράκος. [< 1: αρχ. ἐρείπιον] | |
| 18323 | ερειπιώνας | [ἐρειπιώνας] ε-ρει-πι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): περιοχή γεμάτη ερείπια: απέραντος ~. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ἐρειπιών] | |
| 18324 | ερειπώνω | [ἐρειπώνω] ε-ρει-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ερείπω-σε, ερειπώ-σει, -θηκε, -θεί, συνηθέστ. -μένος}: μετατρέπω, μεταβάλλω κάτι σε ερείπιο: Έκρηξη ηφαιστείου ~ει την περιοχή. Ισχυρός σεισμός ~σε την πόλη. Tο ανάκτορο εγκαταλείφθηκε και σταδιακά ~θηκε.|| ~μένο: αρχοντικό/μοναστήρι. ~α: κτίρια. Πβ. γκρεμίζω, καταστρέφω, κατεδαφίζω. [< μτγν. ἐρειπῶ] | |
| 18325 | ερείπωση | [ἐρείπωση] ε-ρεί-πω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. για κτίσμα) μετατροπή σε ερείπια: μνημεία με σημάδια εγκατάλειψης και ~ης. Σπίτι που έχει περιπέσει σε κατάσταση ~ης. Πβ. γκρέμισμα, καταστροφή, κατεδάφιση. [< μεσν. ερείπωσις] | |
| 18326 | ερεισίνωτο | [ἐρεισίνωτο] ε-ρει-σί-νω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ώτου} (επίσ.) 1. πλάτη, ράχη καθίσματος: το ~ του καναπέ.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Εδώλιο με ~. 2. τμήμα κρεβατιού (κυρ. σε νοσοκομείο) το οποίο ανασηκώνεται και χρησιμεύει για τη στήριξη της πλάτης: ρυθμιζόμενο ~. [< γερμ. Rückenlehne] | |
| 18327 | έρεισμα | [ἔρεισμα] έ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) {ερείσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (μτφ.-λόγ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο υποστήριξης προσώπου, θέσης, απόφασης: επιστημονικό/ηθικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/νομικό/πολιτικό/συνταγματικό ~. Αναζήτηση ~άτων. Κόμμα με λαϊκά ~ατα (: με απήχηση στον λαό). Πβ. βάση, στήριγμα. Βλ. αντ~, δεκανίκι. 2. (επίσ.) πλευρικό τμήμα οδοστρώματος (ή σιδηροτροχιάς): επικίνδυνο ~ αριστερά/δεξιά. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή που χρησιμοποιείται ως (υπο)στήριγμα: περιμετρικό ~. Πβ. βάση. Βλ. υπ~. [< αρχ. ἔρεισμα ‘στήριγμα, υποστήριγμα’] | |
| 18328 | ερειστικός | , ή, ό [ἐρειστικός] ε-ρει-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που παρέχει στήριξη στο σώμα: ~ός: ιστός (= υποστηρικτικός). ~ό: σύστημα (: που περιλαμβάνει κυρ. τον σκελετό και αποτελείται από οστά, αρθρώσεις, τένοντες και μυς). [< μτγν. ἐρειστικός] | |
| 18329 | ερέτης | [ἐρέτης] ε-ρέ-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): κωπηλάτης. [< αρχ. ἐρέτης] | |
| 18330 | έρευνα | [ἔρευνα] έ-ρευ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -εύνης | -ών}: σύνολο οργανωμένων ενεργειών που γίνονται με σκοπό την εύρεση, τη συλλογή ή την ερμηνεία στοιχείων: ανακριτική/δημόσια/(ιατρο)δικαστική/διοικητική/εντατική/μυστική/πανελλαδική/πολύπλευρη ~. Αντικείμενο/πεδίο ~ας. Γραφείο ιδιωτικών ~ών (βλ. ντετέκτιβ). Μετά από εξονυχιστική ~ στο σπίτι του δράστη ... Εντείνεται/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η εισαγγελική ~ για επικίνδυνα τρόφιμα. Κάνω/ξεκινώ ~. Το θέμα είναι/παραμένει υπό ~ (= ερευνάται). Διατάχθηκε διεξοδική ~ της υπόθεσης. Στο σκοτάδι οι ~ες για τη ληστεία. Η προκαταρκτική ~ (= προ~) ανατέθηκε στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.|| Ανασκαφική/αρχαιολογική/αυτόνομη/γενετική/δημογραφική/διαστημική/επιδημιολογική/ιστορική/κλινική/κοινωνική/περιβαλλοντική/τεχνολογική/φιλολογική ~. Ακαδημαϊκή/εκπαιδευτική/εμπειρική/πειραματική/πιλοτική/ποιοτική/ποσοτική/πρωτογενής/πρωτότυπη/στατιστική/στοχευμένη ~. ~ αιχμής. ~ κοινής γνώμης (πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση, σφυγμομέτρηση). ~ ικανοποίησης πελατών/χρηστών. Σύμφωνα με επίσημη ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ... Το συμπέρασμα προκύπτει από ~ που πραγματοποίησε ... Συμμετοχή ασθενών σε επιστημονική ~. Πρόσφατες ~ες για λογαριασμό του Υπουργείου. Ελεύθερη ~ και διακίνηση ιδεών. Πβ. μελέτη, σπουδή. ● ΣΥΜΠΛ.: βασική έρευνα: που αποσκοπεί στην απόκτηση και διεύρυνση των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων σε συγκεκριμένο αντικείμενο, χωρίς να δίνεται έμφαση στην πρακτική τους εφαρμογή., επιχειρησιακή έρευνα: εφαρμογή μαθηματικών κυρ. μεθόδων, προκειμένου να μελετηθούν προβλήματα που σχετίζονται με πολύπλοκα συστήματα, με σκοπό τη βελτιστοποίησή τους: πιθανότητες/προσομοίωση/στατιστική και ~ ~. (ως γνωστικό αντικείμενο, με κεφαλ. τα αρχικά Ε) Θεωρητική και Εφαρμοσμένη ~ ~. [< αγγλ. operations/operational research, 1943, γαλλ. recherche opénationelle, 1956] , έρευνα αξιολόγησης: που αποσκοπεί στην αξιολόγηση αγαθών, προγραμμάτων, υπηρεσιών: ~ ~ των διδακτικών βιβλίων. [< αγγλ. evaluative research, 1966] , έρευνα δράσης: ΠΑΙΔΑΓ. συμμετοχικός τύπος έρευνας που αποσκοπεί στην εύρεση λύσεων σε πραγματικά προβλήματα. [< αγγλ. action-research, 1945] , έρευνα και ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. σύνολο ενεργειών που αποσκοπούν στη βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών και στον σχεδιασμό και προώθηση πρότυπων εφαρμογών, καινοτόμων λύσεων· το αντίστοιχο τμήμα εταιρειών: ~ ~ πληροφοριακών συστημάτων/τεχνολογιών αιχμής. [< αγγλ. research and development, 1923] , εφαρμοσμένη έρευνα: που επεξεργάζεται θεωρητικές επιστημονικές γνώσεις για την αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων ή τον σχεδιασμό πρακτικών μέσων για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου τομέα., σωματική έρευνα & σωματικός έλεγχος: που γίνεται συνήθ. από αστυνομικό όργανο με σκοπό την ανακάλυψη κυρ. όπλων, εκρηκτικών ή ναρκωτικών που μπορεί να κρύβει κάποιος στο σώμα του: ~ ~ στο αεροδρόμιο/γήπεδο. Βλ. ανιχνευτής. [< αγγλ. body search] , βαλλιστική εξέταση βλ. βαλλιστικός, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, έρευνα αγοράς βλ. αγορά, έρευνα/μελέτη πεδίου βλ. πεδίο, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός ● ΦΡ.: κατ' οίκον έρευνα: που διενεργείται νόμιμα στο σπίτι κάποιου: ένταλμα ~ ~ας (πβ. αναζήτηση, ψάξιμο). Σε νομότυπη ~ ~ που ακολούθησε/έγινε από άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Βλ. οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας. [< αρχ. ἔρευνα ‘αναζήτηση, διερεύνηση’, γαλλ.-αγγλ. investigation, γαλλ. recherche, αγγλ. research] | |
| 18331 | ερευνητής, ερευνήτρια | [ἐρευνητής] ε-ρευ-νη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που διεξάγει έρευνες, κυρ. επιστημονικές: ιστορικός/μεταδιδακτορικός ~ής. Αναπληρωτής/ανεξάρτητος/δόκιμος/εντεταλμένος/επισκέπτης/κύριος/τακτικός/υπότροφος ~ής. ~ής του Ινστιτούτου .../του Πανεπιστημίου ... (σε ερευνητικά κέντρα:) ~ Α', Β', Γ', Δ' βαθμίδας. ~τρια σε θέματα ... Πβ. μελετητής. Βλ. εξ~. 2. ΦΩΤΟΓΡ. {μόνο στο αρσ.} διόπτρα φωτογραφικής μηχανής ή τηλεσκοπίου: ~ με βάση και ανορθωτικό φακό. [< 1: μτγν. ἐρευνητής, ἐρευνήτρια, γαλλ. chercheur] | |
| 18332 | ερευνητικός | , ή, ό [ἐρευνητικός] ε-ρευ-νη-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε έρευνα: ~ός: οργανισμός/συνεργάτης. ~ή: δραστηριότητα/εργασία/ομάδα. ~ό: αντικείμενο/έργο/ίδρυμα/ινστιτούτο/κενό/κέντρο/πεδίο/προσωπικό/τμήμα. ~οί: φορείς. ~ές: αναζητήσεις/δαπάνες/μονάδες/υποθέσεις. ~ά: ενδιαφέροντα/προγράμματα. Για ~ούς σκοπούς. Η ακαδημαϊκή και ~ή κοινότητα. Ευρωπαϊκός ~ χώρος. Βλ. εξ~. 2. (μτφ.) διερευνητικός: ~ή: ματιά. ~ό: μυαλό. Πβ. εξεταστικός. [< μτγν. ἐρευνητικός, γαλλ. de recherche] | |
| 18333 | ερευνώ | [ἐρευνῶ] ε-ρευ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ερευν-άς ... | ερεύν-ησα, -ήσω, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. ενεστ. -ώμενος, -ημένος, -ώντας}: διεξάγω έρευνα: ~ά (= μελετά) χρόνια την ιστορία της περιοχής. Επιτροπή που ~ά το σκάνδαλο (= διερευνά, εξετάζει). Οι αστυνομικοί ~ησαν σπιθαμή προς σπιθαμή το διαμέρισμα του υπόπτου για όπλα. ~ώνται όλα τα ενδεχόμενα/αίτια του θανάτου. Τα στοιχεία πρέπει να ~ηθούν από κάθε σκοπιά/διεξοδικά/εκ νέου/εξονυχιστικά/περαιτέρω. Κανείς δεν έχει ~ήσει σε βάθος το θέμα αυτό.|| Τα σωστικά συνεργεία εξακολουθούν να ~ούν για τους δύο αγνοούμενους (= αναζητούν, ψάχνουν). Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: πίστευε και μη ερεύνα (προφ.): προτροπή σε κάποιον να δεχθεί κάτι αδιαμαρτύρητα, χωρίς να το εξετάσει σε βάθος, συνήθ. για ζητήματα θρησκευτικής πίστης ή σε περιπτώσεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική: Μην το πολυψάχνεις το θέμα. ~ ~! [< αρχ. ἐρευνῶ ‘αναζητώ, διερευνώ, εξετάζω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ