| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18334 | έρευσε | βλ. ρέει | |
| 18335 | έρεψε | βλ. ρέβω | |
| 18336 | ερήμην | [ἐρήμην] ε-ρή-μην επίρρ. (λόγ.) 1. (για κάτι που γίνεται) χωρίς την παρουσία, τη συμμετοχή, τη γνώση ή τη συναίνεση κάποιου: Αποφάσεις που λαμβάνονται ~ του λαού/των πολιτών.|| (κατ' επέκτ.) Αντιπαράθεση ~ της κοινής λογικής. Συζήτηση που γίνεται ~ της πραγματικότητας. ΣΥΝ. εν αγνοία (κάποιου) 2. ΝΟΜ. για διεξαγωγή δίκης κατά την οποία διάδικος (πολιτικά δικαστήρια) ή κατηγορούμενος (ποινικά δικαστήρια) είναι απών· εν απουσία: Δικαιώθηκε/καταδικάστηκε ~.|| (ως επίθ.) ~ απόφαση. Πβ. ερημοδικία. [< αρχ. ἐρήμην (δίκην), 2: γαλλ. par défaut, par contumace] | |
| 18337 | ερημητήριο | [ἐρημητήριο] ε-ρη-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος όπου ζει ερημίτης: μοναστήρια και ~ια. Πβ. αναχωρη-, ασκη-, ησυχασ-τήριο. 2. (μτφ.) μέρος που επιλέγει κάποιος για να απομονωθεί, π.χ. εξοχικό σπίτι σε ακατοίκητη, ερημική περιοχή. [< γαλλ. ermitage, αγγλ. hermitage] | |
| 18338 | ερημιά | [ἐρημιά] ε-ρη-μιά ουσ. (θηλ.) 1. απουσία ανθρώπων· τόπος όπου δεν ζουν άνθρωποι ή που βρίσκεται μακριά από κατοικημένη περιοχή: η ~ του τοπίου. ~ και ησυχία/σιωπή.|| Τριγυρνούσε στις ~ιές. 2. (μτφ.) απουσία ψυχικής, συναισθηματικής επαφής και ζεστασιάς: μαύρη ~. Η ~ της ζωής του. Πβ. απο-μόνωση, -ξένωση, μοναξιά. [< μεσν. ερημιά] | |
| 18339 | ερημικός | , ή, ό [ἐρημικός] ε-ρη-μι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται σε απομονωμένο μέρος, σε ερημιά χωρίς ανθρώπους: ~ός: δρόμος. ~ή: παραλία/περιοχή/τοποθεσία. ~ό: εκκλησάκι/νησί. ~ά: μονοπάτια. Πβ. απόμερος. ΑΝΤ. πολυσύχναστος 2. (σπάν.) που σχετίζεται με έρημο: ~ό: κλίμα. ~ές: εκτάσεις. 3. (σπάν.) ερημιτικός. ● επίρρ.: ερημικά [< μτγν. ἐρημικός] | |
| 18340 | ερημίτης | [ἐρημίτης] ε-ρη-μί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ερημίτισσα}: ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που απομονώνεται σε ερημικό τόπο για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον ασκητικό βίο: σκήτη ~η. Απόκοσμοι ~ες και ασκητές. ~ες και ησυχαστές. Η σπηλιά του Αγίου Ιωάννη του ~η.|| (κατ' επέκτ.) Ζει αποτραβηγμένος σαν ~. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. αναχωρητής (1) [< μτγν. ἐρημίτης, γαλλ. ermite, αγγλ. hermit] | |
| 18341 | ερημιτικός | , ή, ό [ἐρημιτικός] ε-ρη-μι-τι-κός επίθ. & ερημητικός: που αναφέρεται στον ερημίτη: ~ή: ζωή. ΣΥΝ. ερημικός (3) [< μεσν. ερημιτικός] | |
| 18342 | ερημοδικία | [ἐρημοδικία] ε-ρη-μο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διεξαγωγή δίκης στην οποία ένας τουλάχιστον από τους διαδίκους δεν παρουσιάζεται ή δεν έχει νομική εκπροσώπηση: ~ του ενάγοντος. Απόφαση που εκδόθηκε με ~. Βλ. κατ' αντιμωλία(ν). ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοπή ερημοδικίας βλ. ανακοπή [< γαλλ. jugement par contumace/défaut] | |
| 18343 | ερημοδικώ | [ἐρημοδικῶ] ε-ρη-μο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {ερημοδικ-εί, σπάν. λόγ. μτχ. -ών | ερημοδίκ-ησε, -ήσει, σπάν. λόγ. μτχ. -ήσας)}: ΝΟΜ. δικάζομαι ερήμην: Διάδικος που ~εί σε ακροαματική διαδικασία. Ο εναγόμενος ~ησε, αν και είχε κλητευτεί. | |
| 18344 | ερημοκλήσι | [ἐρημοκλήσι] ε-ρη-μο-κλή-σι ουσ. (ουδ.) & ερημοκκλήσι & ρημοκλήσι: ξωκλήσι. [< μεσν. ερημοκκλήσι] | |
| 18345 | ερημονήσι | [ἐρημονήσι] ε-ρη-μο-νή-σι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό, δυσπρόσιτο νησί με ελάχιστους ή καθόλου κατοίκους. Πβ. βραχο-, ξερο-νήσι. | |
| 18346 | ερημοποίηση | [ἐρημοποίηση] ε-ρη-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. μετατροπή καλλιεργήσιμης ή κατοικήσιμης έκτασης σε έρημο ή άγονη έκταση εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης (π.χ. υπερβόσκηση, οικοπεδοποίηση) ή της κλιματικής αλλαγής: ~ λόγω λειψυδρίας. Διάβρωση και ~ του εδάφους. ΣΥΝ. απερήμωση (1) [< γαλλ. désertification, 1910, αγγλ. desertification, 1972] | |
| 18347 | έρημος | [ἔρημος] έ-ρη-μος ουσ. (θηλ.) {ερήμ-ου} 1. ΓΕΩΓΡ. άνυδρη, ξηρή, μεγάλη έκταση γης, συχνά αμμώδης, χωρίς αξιόλογη βλάστηση λόγω των σπάνιων βροχοπτώσεων, με ακραίες θερμοκρασίες και ως επί το πλείστον ακατοίκητη: ζώα/νομάδες/φυλές της ~ου. Η ~ Σαχάρα. 2. (σπάν.-μτφ.) απουσία ανθρώπινης επικοινωνίας, επαφής, αποξένωση: Η ~ των μεγαλουπόλεων. Πβ. ερημιά. ● ΣΥΜΠΛ.: πλοίο της ερήμου βλ. πλοίο, ρόδο της ερήμου βλ. ρόδο ● ΦΡ.: φωνή βοώντος εν τη ερήμω βλ. βοώ [< 1: αρχ. ἔρημος (χώρα), γαλλ. désert, αγγλ. desert] | |
| 18348 | έρημος | , η, ο [ἔρημος] έ-ρη-μος επίθ. 1. (για χώρο) στον οποίο δεν υπάρχουν άνθρωποι προσωρινά ή μόνιμα, ακατοίκητος ή εγκαταλελειμμένος: ~η: περιοχή. ~ο: νησί (= ερημονήσι)/σπίτι. ~ες: γειτονιές. Οι δρόμοι ήταν κυριολεκτικά/σχεδόν ~οι. ~η πόλη θυμίζει η πρωτεύουσα λόγω του Δεκαπενταύγουστου.|| (που δεν είναι πολυσύχναστος, ερημικός:) Τον οδήγησαν σε ~ο μέρος (πβ. απόμερο).|| (μτφ.) ~η: ζωή. ~ες: καρδιές (: μοναχικές). 2. (για πρόσ.) που ζει μόνος, χωρίς συγγενείς και φίλους: ~ και αβοήθητος. (Απ)έμεινε ~η και απροστάτευτη στη ζωή. Πβ. μοναχός. Βλ. φιλ~. 3. δυστυχής, έρμος. ● ΦΡ.: μόνος και/κι έρημος (επιτατ.): πολύ μόνος, χωρίς κανένα συγγενή, φίλο, παντελώς απροστάτευτος: Αισθάνεται/νιώθει ~η ~η. Τον άφησε ~ο ~ο., ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα (παροιμ.): ο φόβος κάποιου μήπως τιμωρηθεί για αξιόποινη πράξη δρα αποτρεπτικά. [< αρχ. ἐρῆμος, ἔρημος] | |
| 18349 | ερημοσπίτης | [ἐρημοσπίτης] ε-ρη-μο-σπί-της ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης (λαϊκό-ειρων.): για άνθρωπο που ασχολείται με τόσα πολλά, ώστε αποτυγχάνει σε όλα: Ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, ο ~ ~. | |
| 18350 | ερημώνω | [ἐρημώνω] ε-ρη-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ερήμω-σε, ερημώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} : κάνω έρημο έναν τόπο: Η μετανάστευση ~σε την ύπαιθρο. Πόλεις που ~σε ο πόλεμος. Πβ. εκκενώνω, ρημάζω. ● ερημώνει: αδειάζει: Τον χειμώνα το χωριό ~ (= νεκρώνει). [< μεσν. ερημώνω, γαλλ. dépeupler] | |
| 18351 | ερήμωση | [ἐρήμωση] ε-ρή-μω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ερήμωμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ερημώνω: πληθυσμιακή ~. ~ της υπαίθρου. Εικόνες/σκηνές ~ης. Πβ. απ~, ρήμαγμα. [< μτγν. ἐρήμωσις, γαλλ. dépeuplement] | |
| 18352 | έρθω | βλ. έρχομαι | |
| 18355 | έριδα | [ἔριδα] έ-ρι-δα ουσ. (θηλ.) {-ας κ. -ιδος | έριδ-ων κ. -ίδων, συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαμάχη, προστριβή: εσωκομματικές/θρησκευτικές/πολιτικές ~ες. ~ες και αντιπαραθέσεις. Ξέσπασε ~ μεταξύ τους. Πβ. αντιδικία, διένεξη, φιλονικία. ● ΦΡ.: το μήλο(ν) της έριδος βλ. μήλο [< αρχ. ἔρις, γαλλ. discorde] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ