Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19220-19240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18330έρευνα[ἔρευνα] έ-ρευ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -εύνης | -ών}: σύνολο οργανωμένων ενεργειών που γίνονται με σκοπό την εύρεση, τη συλλογή ή την ερμηνεία στοιχείων: ανακριτική/δημόσια/(ιατρο)δικαστική/διοικητική/εντατική/μυστική/πανελλαδική/πολύπλευρη ~. Αντικείμενο/πεδίο ~ας. Γραφείο ιδιωτικών ~ών (βλ. ντετέκτιβ). Μετά από εξονυχιστική ~ στο σπίτι του δράστη ... Εντείνεται/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η εισαγγελική ~ για επικίνδυνα τρόφιμα. Κάνω/ξεκινώ ~. Το θέμα είναι/παραμένει υπό ~ (= ερευνάται). Διατάχθηκε διεξοδική ~ της υπόθεσης. Στο σκοτάδι οι ~ες για τη ληστεία. Η προκαταρκτική ~ (= προ~) ανατέθηκε στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.|| Ανασκαφική/αρχαιολογική/αυτόνομη/γενετική/δημογραφική/διαστημική/επιδημιολογική/ιστορική/κλινική/κοινωνική/περιβαλλοντική/τεχνολογική/φιλολογική ~. Ακαδημαϊκή/εκπαιδευτική/εμπειρική/πειραματική/πιλοτική/ποιοτική/ποσοτική/πρωτογενής/πρωτότυπη/στατιστική/στοχευμένη ~. ~ αιχμής. ~ κοινής γνώμης (πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση, σφυγμομέτρηση). ~ ικανοποίησης πελατών/χρηστών. Σύμφωνα με επίσημη ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ... Το συμπέρασμα προκύπτει από ~ που πραγματοποίησε ... Συμμετοχή ασθενών σε επιστημονική ~. Πρόσφατες ~ες για λογαριασμό του Υπουργείου. Ελεύθερη ~ και διακίνηση ιδεών. Πβ. μελέτη, σπουδή. ● ΣΥΜΠΛ.: βασική έρευνα: που αποσκοπεί στην απόκτηση και διεύρυνση των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων σε συγκεκριμένο αντικείμενο, χωρίς να δίνεται έμφαση στην πρακτική τους εφαρμογή., επιχειρησιακή έρευνα: εφαρμογή μαθηματικών κυρ. μεθόδων, προκειμένου να μελετηθούν προβλήματα που σχετίζονται με πολύπλοκα συστήματα, με σκοπό τη βελτιστοποίησή τους: πιθανότητες/προσομοίωση/στατιστική και ~ ~. (ως γνωστικό αντικείμενο, με κεφαλ. τα αρχικά Ε) Θεωρητική και Εφαρμοσμένη ~ ~. [< αγγλ. operations/operational research, 1943, γαλλ. recherche opénationelle, 1956] , έρευνα αξιολόγησης: που αποσκοπεί στην αξιολόγηση αγαθών, προγραμμάτων, υπηρεσιών: ~ ~ των διδακτικών βιβλίων. [< αγγλ. evaluative research, 1966] , έρευνα δράσης: ΠΑΙΔΑΓ. συμμετοχικός τύπος έρευνας που αποσκοπεί στην εύρεση λύσεων σε πραγματικά προβλήματα. [< αγγλ. action-research, 1945] , έρευνα και ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. σύνολο ενεργειών που αποσκοπούν στη βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών και στον σχεδιασμό και προώθηση πρότυπων εφαρμογών, καινοτόμων λύσεων· το αντίστοιχο τμήμα εταιρειών: ~ ~ πληροφοριακών συστημάτων/τεχνολογιών αιχμής. [< αγγλ. research and development, 1923] , εφαρμοσμένη έρευνα: που επεξεργάζεται θεωρητικές επιστημονικές γνώσεις για την αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων ή τον σχεδιασμό πρακτικών μέσων για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου τομέα., σωματική έρευνα & σωματικός έλεγχος: που γίνεται συνήθ. από αστυνομικό όργανο με σκοπό την ανακάλυψη κυρ. όπλων, εκρηκτικών ή ναρκωτικών που μπορεί να κρύβει κάποιος στο σώμα του: ~ ~ στο αεροδρόμιο/γήπεδο. Βλ. ανιχνευτής. [< αγγλ. body search] , βαλλιστική εξέταση βλ. βαλλιστικός, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, έρευνα αγοράς βλ. αγορά, έρευνα/μελέτη πεδίου βλ. πεδίο, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός ● ΦΡ.: κατ' οίκον έρευνα: που διενεργείται νόμιμα στο σπίτι κάποιου: ένταλμα ~ ~ας (πβ. αναζήτηση, ψάξιμο). Σε νομότυπη ~ ~ που ακολούθησε/έγινε από άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Βλ. οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας. [< αρχ. ἔρευνα ‘αναζήτηση, διερεύνηση’, γαλλ.-αγγλ. investigation, γαλλ. recherche, αγγλ. research]
18331ερευνητής, ερευνήτρια[ἐρευνητής] ε-ρευ-νη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που διεξάγει έρευνες, κυρ. επιστημονικές: ιστορικός/μεταδιδακτορικός ~ής. Αναπληρωτής/ανεξάρτητος/δόκιμος/εντεταλμένος/επισκέπτης/κύριος/τακτικός/υπότροφος ~ής. ~ής του Ινστιτούτου .../του Πανεπιστημίου ... (σε ερευνητικά κέντρα:) ~ Α', Β', Γ', Δ' βαθμίδας. ~τρια σε θέματα ... Πβ. μελετητής. Βλ. εξ~. 2. ΦΩΤΟΓΡ. {μόνο στο αρσ.} διόπτρα φωτογραφικής μηχανής ή τηλεσκοπίου: ~ με βάση και ανορθωτικό φακό. [< 1: μτγν. ἐρευνητής, ἐρευνήτρια, γαλλ. chercheur]
18332ερευνητικός, ή, ό [ἐρευνητικός] ε-ρευ-νη-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε έρευνα: ~ός: οργανισμός/συνεργάτης. ~ή: δραστηριότητα/εργασία/ομάδα. ~ό: αντικείμενο/έργο/ίδρυμα/ινστιτούτο/κενό/κέντρο/πεδίο/προσωπικό/τμήμα. ~οί: φορείς. ~ές: αναζητήσεις/δαπάνες/μονάδες/υποθέσεις. ~ά: ενδιαφέροντα/προγράμματα. Για ~ούς σκοπούς. Η ακαδημαϊκή και ~ή κοινότητα. Ευρωπαϊκός ~ χώρος. Βλ. εξ~. 2. (μτφ.) διερευνητικός: ~ή: ματιά. ~ό: μυαλό. Πβ. εξεταστικός. [< μτγν. ἐρευνητικός, γαλλ. de recherche]
18333ερευνώ[ἐρευνῶ] ε-ρευ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ερευν-άς ... | ερεύν-ησα, -ήσω, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. ενεστ. -ώμενος, -ημένος, -ώντας}: διεξάγω έρευνα: ~ά (= μελετά) χρόνια την ιστορία της περιοχής. Επιτροπή που ~ά το σκάνδαλο (= διερευνά, εξετάζει). Οι αστυνομικοί ~ησαν σπιθαμή προς σπιθαμή το διαμέρισμα του υπόπτου για όπλα. ~ώνται όλα τα ενδεχόμενα/αίτια του θανάτου. Τα στοιχεία πρέπει να ~ηθούν από κάθε σκοπιά/διεξοδικά/εκ νέου/εξονυχιστικά/περαιτέρω. Κανείς δεν έχει ~ήσει σε βάθος το θέμα αυτό.|| Τα σωστικά συνεργεία εξακολουθούν να ~ούν για τους δύο αγνοούμενους (= αναζητούν, ψάχνουν). Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: πίστευε και μη ερεύνα (προφ.): προτροπή σε κάποιον να δεχθεί κάτι αδιαμαρτύρητα, χωρίς να το εξετάσει σε βάθος, συνήθ. για ζητήματα θρησκευτικής πίστης ή σε περιπτώσεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική: Μην το πολυψάχνεις το θέμα. ~ ~! [< αρχ. ἐρευνῶ ‘αναζητώ, διερευνώ, εξετάζω’]
18334έρευσεβλ. ρέει
18335έρεψεβλ. ρέβω
18336ερήμην

[ἐρήμην] ε-ρή-μην επίρρ. (λόγ.) 1. (για κάτι που γίνεται) χωρίς την παρουσία, τη συμμετοχή, τη γνώση ή τη συναίνεση κάποιου: Αποφάσεις που λαμβάνονται ~ του λαού/των πολιτών.|| (κατ' επέκτ.) Αντιπαράθεση ~ της κοινής λογικής. Συζήτηση που γίνεται ~ της πραγματικότητας. ΣΥΝ. εν αγνοία (κάποιου) 2. ΝΟΜ. για διεξαγωγή δίκης κατά την οποία διάδικος (πολιτικά δικαστήρια) ή κατηγορούμενος (ποινικά δικαστήρια) είναι απών· εν απουσία: Δικαιώθηκε/καταδικάστηκε ~.|| (ως επίθ.) ~ απόφαση. Πβ. ερημοδικία. [< αρχ. ἐρήμην (δίκην), 2: γαλλ. par défaut, par contumace]

18337ερημητήριο[ἐρημητήριο] ε-ρη-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος όπου ζει ερημίτης: μοναστήρια και ~ια. Πβ. αναχωρη-, ασκη-, ησυχασ-τήριο. 2. (μτφ.) μέρος που επιλέγει κάποιος για να απομονωθεί, π.χ. εξοχικό σπίτι σε ακατοίκητη, ερημική περιοχή. [< γαλλ. ermitage, αγγλ. hermitage]
18338ερημιά[ἐρημιά] ε-ρη-μιά ουσ. (θηλ.) 1. απουσία ανθρώπων· τόπος όπου δεν ζουν άνθρωποι ή που βρίσκεται μακριά από κατοικημένη περιοχή: η ~ του τοπίου. ~ και ησυχία/σιωπή.|| Τριγυρνούσε στις ~ιές. 2. (μτφ.) απουσία ψυχικής, συναισθηματικής επαφής και ζεστασιάς: μαύρη ~. Η ~ της ζωής του. Πβ. απο-μόνωση, -ξένωση, μοναξιά. [< μεσν. ερημιά]
18339ερημικός, ή, ό [ἐρημικός] ε-ρη-μι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται σε απομονωμένο μέρος, σε ερημιά χωρίς ανθρώπους: ~ός: δρόμος. ~ή: παραλία/περιοχή/τοποθεσία. ~ό: εκκλησάκι/νησί. ~ά: μονοπάτια. Πβ. απόμερος. ΑΝΤ. πολυσύχναστος 2. (σπάν.) που σχετίζεται με έρημο: ~ό: κλίμα. ~ές: εκτάσεις. 3. (σπάν.) ερημιτικός. ● επίρρ.: ερημικά [< μτγν. ἐρημικός]
18340ερημίτης[ἐρημίτης] ε-ρη-μί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ερημίτισσα}: ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που απομονώνεται σε ερημικό τόπο για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον ασκητικό βίο: σκήτη ~η. Απόκοσμοι ~ες και ασκητές. ~ες και ησυχαστές. Η σπηλιά του Αγίου Ιωάννη του ~η.|| (κατ' επέκτ.) Ζει αποτραβηγμένος σαν ~. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. αναχωρητής (1) [< μτγν. ἐρημίτης, γαλλ. ermite, αγγλ. hermit]
18341ερημιτικός, ή, ό [ἐρημιτικός] ε-ρη-μι-τι-κός επίθ. & ερημητικός: που αναφέρεται στον ερημίτη: ~ή: ζωή. ΣΥΝ. ερημικός (3) [< μεσν. ερημιτικός]
18342ερημοδικία[ἐρημοδικία] ε-ρη-μο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διεξαγωγή δίκης στην οποία ένας τουλάχιστον από τους διαδίκους δεν παρουσιάζεται ή δεν έχει νομική εκπροσώπηση: ~ του ενάγοντος. Απόφαση που εκδόθηκε με ~. Βλ. κατ' αντιμωλία(ν). ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοπή ερημοδικίας βλ. ανακοπή [< γαλλ. jugement par contumace/défaut]
18343ερημοδικώ[ἐρημοδικῶ] ε-ρη-μο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {ερημοδικ-εί, σπάν. λόγ. μτχ. -ών | ερημοδίκ-ησε, -ήσει, σπάν. λόγ. μτχ. -ήσας)}: ΝΟΜ. δικάζομαι ερήμην: Διάδικος που ~εί σε ακροαματική διαδικασία. Ο εναγόμενος ~ησε, αν και είχε κλητευτεί.
18344ερημοκλήσι[ἐρημοκλήσι] ε-ρη-μο-κλή-σι ουσ. (ουδ.) & ερημοκκλήσι & ρημοκλήσι: ξωκλήσι. [< μεσν. ερημοκκλήσι]
18345ερημονήσι[ἐρημονήσι] ε-ρη-μο-νή-σι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό, δυσπρόσιτο νησί με ελάχιστους ή καθόλου κατοίκους. Πβ. βραχο-, ξερο-νήσι.
18346ερημοποίηση[ἐρημοποίηση] ε-ρη-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. μετατροπή καλλιεργήσιμης ή κατοικήσιμης έκτασης σε έρημο ή άγονη έκταση εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης (π.χ. υπερβόσκηση, οικοπεδοποίηση) ή της κλιματικής αλλαγής: ~ λόγω λειψυδρίας. Διάβρωση και ~ του εδάφους. ΣΥΝ. απερήμωση (1) [< γαλλ. désertification, 1910, αγγλ. desertification, 1972]
18347έρημος[ἔρημος] έ-ρη-μος ουσ. (θηλ.) {ερήμ-ου} 1. ΓΕΩΓΡ. άνυδρη, ξηρή, μεγάλη έκταση γης, συχνά αμμώδης, χωρίς αξιόλογη βλάστηση λόγω των σπάνιων βροχοπτώσεων, με ακραίες θερμοκρασίες και ως επί το πλείστον ακατοίκητη: ζώα/νομάδες/φυλές της ~ου. Η ~ Σαχάρα. 2. (σπάν.-μτφ.) απουσία ανθρώπινης επικοινωνίας, επαφής, αποξένωση: Η ~ των μεγαλουπόλεων. Πβ. ερημιά. ● ΣΥΜΠΛ.: πλοίο της ερήμου βλ. πλοίο, ρόδο της ερήμου βλ. ρόδο ● ΦΡ.: φωνή βοώντος εν τη ερήμω βλ. βοώ [< 1: αρχ. ἔρημος (χώρα), γαλλ. désert, αγγλ. desert]
18348έρημος, η, ο [ἔρημος] έ-ρη-μος επίθ. 1. (για χώρο) στον οποίο δεν υπάρχουν άνθρωποι προσωρινά ή μόνιμα, ακατοίκητος ή εγκαταλελειμμένος: ~η: περιοχή. ~ο: νησί (= ερημονήσι)/σπίτι. ~ες: γειτονιές. Οι δρόμοι ήταν κυριολεκτικά/σχεδόν ~οι. ~η πόλη θυμίζει η πρωτεύουσα λόγω του Δεκαπενταύγουστου.|| (που δεν είναι πολυσύχναστος, ερημικός:) Τον οδήγησαν σε ~ο μέρος (πβ. απόμερο).|| (μτφ.) ~η: ζωή. ~ες: καρδιές (: μοναχικές). 2. (για πρόσ.) που ζει μόνος, χωρίς συγγενείς και φίλους: ~ και αβοήθητος. (Απ)έμεινε ~η και απροστάτευτη στη ζωή. Πβ. μοναχός. Βλ. φιλ~. 3. δυστυχής, έρμος. ● ΦΡ.: μόνος και/κι έρημος (επιτατ.): πολύ μόνος, χωρίς κανένα συγγενή, φίλο, παντελώς απροστάτευτος: Αισθάνεται/νιώθει ~η ~η. Τον άφησε ~ο ~ο., ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα (παροιμ.): ο φόβος κάποιου μήπως τιμωρηθεί για αξιόποινη πράξη δρα αποτρεπτικά. [< αρχ. ἐρῆμος, ἔρημος]
18349ερημοσπίτης[ἐρημοσπίτης] ε-ρη-μο-σπί-της ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης (λαϊκό-ειρων.): για άνθρωπο που ασχολείται με τόσα πολλά, ώστε αποτυγχάνει σε όλα: Ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, ο ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.