| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18350 | ερημώνω | [ἐρημώνω] ε-ρη-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ερήμω-σε, ερημώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} : κάνω έρημο έναν τόπο: Η μετανάστευση ~σε την ύπαιθρο. Πόλεις που ~σε ο πόλεμος. Πβ. εκκενώνω, ρημάζω. ● ερημώνει: αδειάζει: Τον χειμώνα το χωριό ~ (= νεκρώνει). [< μεσν. ερημώνω, γαλλ. dépeupler] | |
| 18351 | ερήμωση | [ἐρήμωση] ε-ρή-μω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ερήμωμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ερημώνω: πληθυσμιακή ~. ~ της υπαίθρου. Εικόνες/σκηνές ~ης. Πβ. απ~, ρήμαγμα. [< μτγν. ἐρήμωσις, γαλλ. dépeuplement] | |
| 18352 | έρθω | βλ. έρχομαι | |
| 18355 | έριδα | [ἔριδα] έ-ρι-δα ουσ. (θηλ.) {-ας κ. -ιδος | έριδ-ων κ. -ίδων, συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαμάχη, προστριβή: εσωκομματικές/θρησκευτικές/πολιτικές ~ες. ~ες και αντιπαραθέσεις. Ξέσπασε ~ μεταξύ τους. Πβ. αντιδικία, διένεξη, φιλονικία. ● ΦΡ.: το μήλο(ν) της έριδος βλ. μήλο [< αρχ. ἔρις, γαλλ. discorde] | |
| 18356 | ερίζω | [ἐρίζω] ε-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {ερίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): φιλονικώ, βρίσκομαι ή έρχομαι σε αντιδικία με κάποιον: ~ουν για τη θέση του προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Ομάδες που ~ουν (= ανταγωνίζονται) για τον τίτλο. [< αρχ. ἐρίζω] | |
| 18357 | ερινύες | [ἐρινύες] ε-ρι-νύ-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {ερινύων} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) 1. ΜΥΘ. θεότητες που είχαν ως έργο να τιμωρούν εκείνους που διέπρατταν εγκλήματα. 2. (κυρ. μετωνυμ.) τύψεις, ενοχές: Οι ~ τον καταδιώκουν/κυνηγούν. Για να απαλλαγεί από τις ~, ομολόγησε. [< αρχ. Ἐρινύες] | |
| 18358 | έριο | [ἔριο] έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ερί-ου | -ων} (επίσ.): μαλλί προβάτων και άλλων ζώων, κυρ. μηρυκαστικών, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή υφασμάτων: ακατέργαστο/κατεργασμένο ~. Τεχνητό/φυσικό ~. [< αρχ. ἔριον, γαλλ. laine] | |
| 18359 | εριουργία | [ἐριουργία] ε-ρι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κλωστοϋφαντουργική επεξεργασία του μαλλιού και ο αντίστοιχος κλάδος οικονομικής δραστηριότητας (βιοτεχνία, βιομηχανία) για την παραγωγή νημάτων. Πβ. νηματουργία. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἐριουργία, γαλλ. industrie lainière] | |
| 18360 | εριστικός | , ή, ό [ἐριστικός] ε-ρι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί έριδες, φιλονικίες, διαμάχες, προστριβές: ~ή: διάθεση/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/πνεύμα/σχόλιο/ύφος. ~ές: δηλώσεις. Με ~ό τόνο. (για πρόσ.) Απότομος/θρασύς/προκλητικός και ~. Μη γίνεσαι ειρωνικός και ~. Πβ. επιθετικός, καβγατζής, φίλερις. ● επίρρ.: εριστικά [< αρχ. ἐριστικός] | |
| 18361 | εριστικότητα | [ἐριστικότητα] ε-ρι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εριστικού: ~ και επιθετικότητα/θρασύτητα. Βλ. -ότητα. | |
| 18362 | ερίτιμος | , ος/η, ο [ἐρίτιμος] ε-ρί-τι-μος επίθ. (αρχαιοπρ.) (κυρ. ως κλητ. προσφών., συνήθ. για γυναίκα): αξιοσέβαστος, αξιότιμος: ~η/~ε κυρία πρόεδρε. Πβ. εντιμότατος. [< αρχ. ἐρίτιμος ‘πολύτιμος, εξαιρετικά τιμημένος’] | |
| 18363 | ερίφιο | [ἐρίφιο] ε-ρί-φι-ο ουσ. (ουδ.) {εριφί-ου} (επίσ.): κατσίκι: ~α γάλακτος. Βλ. αμνός, αμνοερίφια. ● ΦΡ.: χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< μτγν. ἐρίφιον] | |
| 18364 | εριώδης | , ης, ες [ἐριώδης] ε-ρι-ώ-δης επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με μαλλί ή αποτελείται από αυτό: ~ες: τρίχωμα. Βλ. μαλλιαρός, χνουδωτός, -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: εριώδης αλευρώδης βλ. αλευρώδης | |
| 18365 | έρκερ | [ἔρκερ] ε-ρκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλειστός εξώστης [< γερμ. Erker] | |
| 18366 | ερκοντίσιον | βλ. αιρκοντίσιον | |
| 18367 | ερλιχίωση | [ἐρλιχίωση] ερ-λι-χί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδες νόσημα του σκύλου που προκαλείται από ρικέτσια, μεταδίδεται κυρ. από τα τσιμπούρια και έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιμορραγιών που μπορεί να τον οδηγήσουν ακόμα και στον θάνατο. [< αγγλ. ehrlichiosis, γερμ. ανθρ. P. Ehrlich] | |
| 18368 | έρμα | [ἕρμα] έρ-μα ουσ. (ουδ.) {έρμ-ατος} 1. (επιστ.) βάρος που προστίθεται κυρ. σε σκάφος για να αυξηθεί η ευστάθειά του: θαλάσσιο/υδάτινο ~. Δεξαμενές ~ατος. Πβ. σαβούρα. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) υπόβαθρο, έρεισμα· οι αρχές και οι αξίες κάποιου: ηθικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Πορεύεται στη ζωή χωρίς στόχο, χωρίς ~ (= ανερμάτιστος). [< 1: αρχ. ἕρμα] | |
| 18369 | έρμαιο | [ἕρμαιο] έρ-μαι-ο ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): άνθρωπος ή πράγμα που ελέγχεται, κατευθύνεται, επηρεάζεται σε απόλυτο βαθμό από εξωτερική κυρ. δύναμη: ~ των ενστίκτων/των παθών/των περιστάσεων/της τύχης. ~ στα χέρια επιτήδειων (πβ. βορά). ~α της μοίρας/των συναισθημάτων. Πβ. άθυρμα, ανδρείκελο, ενεργούμενο, θύμα, παίγνιο, παιχνίδι, πιόνι, υποχείριο. ● ΦΡ.: έρμαιο των κυμάτων: (συνήθ. για πλεούμενο) που παρασύρεται από τη θάλασσα: Ιστιοφόρο που έγινε ~ ~. [< αρχ. ἕρμαιον ‘δώρο του Ερμή, απροσδόκητο κέρδος, μτγν. ~] | |
| 18370 | ερμάριο | [ἐρμάριο] ερ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λαϊκό) ερμάρι & αρμάρι : είδος ντουλαπιού, συρταριού ή ραφιού: μεταλλικό/ξύλινο ~. Πυροσβεστικά ~α. [< μεσν. ερμάριον] | |
| 18371 | ερμαφροδιτισμός | [ἑρμαφροδιτισμός] ερ-μα-φρο-δι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. ιδιότητα ενός οργανισμού να διαθέτει και να μπορεί να επεξεργάζεται τα αναπαραγωγικά κύτταρα και των δύο φύλων: ~ στη βοτανολογία και στη ζωολογία.|| Ο ~ στον άνθρωπο. 2. (μτφ.) οτιδήποτε είναι διφορούμενο και δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με σαφήνεια σε κάποια από δύο διαμετρικά αντίθετες καταστάσεις των οποίων τα χαρακτηριστικά μοιράζεται. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hermaphrodisme, αγγλ. hermaphroditism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ