Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19240-19260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18356ερίζω[ἐρίζω] ε-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {ερίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): φιλονικώ, βρίσκομαι ή έρχομαι σε αντιδικία με κάποιον: ~ουν για τη θέση του προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Ομάδες που ~ουν (= ανταγωνίζονται) για τον τίτλο. [< αρχ. ἐρίζω]
18357ερινύες[ἐρινύες] ε-ρι-νύ-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {ερινύων} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) 1. ΜΥΘ. θεότητες που είχαν ως έργο να τιμωρούν εκείνους που διέπρατταν εγκλήματα. 2. (κυρ. μετωνυμ.) τύψεις, ενοχές: Οι ~ τον καταδιώκουν/κυνηγούν. Για να απαλλαγεί από τις ~, ομολόγησε. [< αρχ. Ἐρινύες]
18358έριο[ἔριο] έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ερί-ου | -ων} (επίσ.): μαλλί προβάτων και άλλων ζώων, κυρ. μηρυκαστικών, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή υφασμάτων: ακατέργαστο/κατεργασμένο ~. Τεχνητό/φυσικό ~. [< αρχ. ἔριον, γαλλ. laine]
18359εριουργία[ἐριουργία] ε-ρι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κλωστοϋφαντουργική επεξεργασία του μαλλιού και ο αντίστοιχος κλάδος οικονομικής δραστηριότητας (βιοτεχνία, βιομηχανία) για την παραγωγή νημάτων. Πβ. νηματουργία. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἐριουργία, γαλλ. industrie lainière]
18360εριστικός, ή, ό [ἐριστικός] ε-ρι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί έριδες, φιλονικίες, διαμάχες, προστριβές: ~ή: διάθεση/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/πνεύμα/σχόλιο/ύφος. ~ές: δηλώσεις. Με ~ό τόνο. (για πρόσ.) Απότομος/θρασύς/προκλητικός και ~. Μη γίνεσαι ειρωνικός και ~. Πβ. επιθετικός, καβγατζής, φίλερις. ● επίρρ.: εριστικά [< αρχ. ἐριστικός]
18361εριστικότητα[ἐριστικότητα] ε-ρι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εριστικού: ~ και επιθετικότητα/θρασύτητα. Βλ. -ότητα.
18362ερίτιμος, ος/η, ο [ἐρίτιμος] ε-ρί-τι-μος επίθ. (αρχαιοπρ.) (κυρ. ως κλητ. προσφών., συνήθ. για γυναίκα): αξιοσέβαστος, αξιότιμος: ~η/~ε κυρία πρόεδρε. Πβ. εντιμότατος. [< αρχ. ἐρίτιμος ‘πολύτιμος, εξαιρετικά τιμημένος’]
18363ερίφιο[ἐρίφιο] ε-ρί-φι-ο ουσ. (ουδ.) {εριφί-ου} (επίσ.): κατσίκι: ~α γάλακτος. Βλ. αμνός, αμνοερίφια. ● ΦΡ.: χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< μτγν. ἐρίφιον]
18364εριώδης, ης, ες [ἐριώδης] ε-ρι-ώ-δης επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με μαλλί ή αποτελείται από αυτό: ~ες: τρίχωμα. Βλ. μαλλιαρός, χνουδωτός, -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: εριώδης αλευρώδης βλ. αλευρώδης
18365έρκερ[ἔρκερ] ε-ρκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλειστός εξώστης [< γερμ. Erker]
18366ερκοντίσιονβλ. αιρκοντίσιον
18367ερλιχίωση[ἐρλιχίωση] ερ-λι-χί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδες νόσημα του σκύλου που προκαλείται από ρικέτσια, μεταδίδεται κυρ. από τα τσιμπούρια και έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση αιμορραγιών που μπορεί να τον οδηγήσουν ακόμα και στον θάνατο. [< αγγλ. ehrlichiosis, γερμ. ανθρ. P. Ehrlich]
18368έρμα[ἕρμα] έρ-μα ουσ. (ουδ.) {έρμ-ατος} 1. (επιστ.) βάρος που προστίθεται κυρ. σε σκάφος για να αυξηθεί η ευστάθειά του: θαλάσσιο/υδάτινο ~. Δεξαμενές ~ατος. Πβ. σαβούρα. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) υπόβαθρο, έρεισμα· οι αρχές και οι αξίες κάποιου: ηθικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Πορεύεται στη ζωή χωρίς στόχο, χωρίς ~ (= ανερμάτιστος). [< 1: αρχ. ἕρμα]
18369έρμαιο[ἕρμαιο] έρ-μαι-ο ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): άνθρωπος ή πράγμα που ελέγχεται, κατευθύνεται, επηρεάζεται σε απόλυτο βαθμό από εξωτερική κυρ. δύναμη: ~ των ενστίκτων/των παθών/των περιστάσεων/της τύχης. ~ στα χέρια επιτήδειων (πβ. βορά). ~α της μοίρας/των συναισθημάτων. Πβ. άθυρμα, ανδρείκελο, ενεργούμενο, θύμα, παίγνιο, παιχνίδι, πιόνι, υποχείριο. ● ΦΡ.: έρμαιο των κυμάτων: (συνήθ. για πλεούμενο) που παρασύρεται από τη θάλασσα: Ιστιοφόρο που έγινε ~ ~. [< αρχ. ἕρμαιον ‘δώρο του Ερμή, απροσδόκητο κέρδος, μτγν. ~]
18370ερμάριο[ἐρμάριο] ερ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λαϊκό) ερμάρι & αρμάρι : είδος ντουλαπιού, συρταριού ή ραφιού: μεταλλικό/ξύλινο ~. Πυροσβεστικά ~α. [< μεσν. ερμάριον]
18371ερμαφροδιτισμός[ἑρμαφροδιτισμός] ερ-μα-φρο-δι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. ιδιότητα ενός οργανισμού να διαθέτει και να μπορεί να επεξεργάζεται τα αναπαραγωγικά κύτταρα και των δύο φύλων: ~ στη βοτανολογία και στη ζωολογία.|| Ο ~ στον άνθρωπο. 2. (μτφ.) οτιδήποτε είναι διφορούμενο και δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με σαφήνεια σε κάποια από δύο διαμετρικά αντίθετες καταστάσεις των οποίων τα χαρακτηριστικά μοιράζεται. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hermaphrodisme, αγγλ. hermaphroditism]
18372ερμαφρόδιτος, η, ο [ἑρμαφρόδιτος] ερ-μα-φρό-δι-τος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. (για άνθρωπο, ζώο ή φυτό) που έχει γεννητικά όργανα (και ανατομικά χαρακτηριστικά) και των δύο φύλων: ~ος: οργανισμός. ~α: άνθη. Βλ. αμφίφυλος, ανδρόγυνος, αρσενικοθήλυκος, μόνοικος. 2. (μτφ.) που δεν έχει μία σαφή θέση, που παρουσιάζει αντιφατικά χαρακτηριστικά: ~η: κατάσταση. ~ο: καθεστώς. [< μτγν. Ἑρμαφρόδιτος, γαλλ.-αγγλ. hermaphrodite]
18373ερμηνεία[ἑρμηνεία] ερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.) {ερμηνει-ών} 1. εξήγηση πράγματος που δεν γίνεται άμεσα κατανοητό· αποσαφήνιση έννοιας, νοήματος, κειμένου, συμπεριφοράς, φαινομένου: αναλυτική/αντικειμενική/επικρατούσα/επιστημονική/νομική/οικονομική/πολιτική/υποκειμενική/φιλοσοφική/ψυχολογική ~. ~ των αποτελεσμάτων/των ευρημάτων/του κόσμου/των ονείρων (πβ. ονειροκριτική)/της συμπεριφοράς. Πιθανές ~ες. Ανάλυση/περιγραφή και ~ δεδομένων. Έδωσε μία αυθαίρετη/λογική/νέα/πειστική/πρωτότυπη/σύντομη ~ του γεγονότος. Ενέργεια που επιδέχεται πολλές ~ες.|| (ΝΟΜ.) Αυθεντική/συστηματική ~ των νόμων.|| ~ αρχαίου κειμένου/ποιήματος. Πλήθος ~ών. Αλληγορική ~ των Γραφών. ~ και απόδοση ξενόγλωσσων όρων (πβ. μετάφραση). Δυνατότητα/ζητήματα/μέθοδος/πρόβλημα/προσπάθεια ~ας. Πβ. εκδοχή. Βλ. παρ~.|| (ΜΑΘ.) Γεωμετρική ~ παραγώγου. Βλ. φωτο~. 2. τρόπος απόδοσης ρόλου από ηθοποιό ή εκτέλεσης μουσικής σύνθεσης από μουσικό: ανατριχιαστική/απαράδεκτη/άψογη/δυνατή/εξαιρετική/μοναδική/συγκινητική/συγκλονιστική/τέλεια/υποδειγματική ~. Σκηνική ~ του αρχαίου δράματος. Βραβείο καλύτερης ανδρικής/γυναικείας ~ας (= ηθοποιίας). Για την ~ της στην ταινία τιμήθηκε με όσκαρ. (Αισθαντική) ~ ενός τραγουδιού.|| (μτφ., για πρόσ. που φέρεται υποκριτικά) Έδωσε ρεσιτάλ ~ας. Πβ. παίξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: διασταλτική ερμηνεία βλ. διασταλτικός, συσταλτική ερμηνεία βλ. συσταλτικός [< 1: αρχ. ἑρμηνεία ‘αποσαφήνιση, μετάφραση, ύφος’ 2: γαλλ. interprétation]
18374ερμήνευμα[ἑρμήνευμα] ερ-μή-νευ-μα ουσ. (ουδ.) {ερμηνεύμ-ατος | -ατα}: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. ερμηνεία και ειδικότ. το τμήμα λήμματος σε λεξικό που περιλαμβάνει σημασιολογικές πληροφορίες, ορισμός: σύντομα και απλά ~ατα. [< αρχ. ἑρμήνευμα]
18375ερμηνεύσιμος, η, ο [ἑρμηνεύσιμος] ερ-μη-νεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να ερμηνευθεί: στάση ~η και κατανοητή. Πβ. εξηγήσιμος, ευεξήγητος. Βλ. παρ~. ΑΝΤ. δυσερμήνευτος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.