Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19260-19280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18372ερμαφρόδιτος, η, ο [ἑρμαφρόδιτος] ερ-μα-φρό-δι-τος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. (για άνθρωπο, ζώο ή φυτό) που έχει γεννητικά όργανα (και ανατομικά χαρακτηριστικά) και των δύο φύλων: ~ος: οργανισμός. ~α: άνθη. Βλ. αμφίφυλος, ανδρόγυνος, αρσενικοθήλυκος, μόνοικος. 2. (μτφ.) που δεν έχει μία σαφή θέση, που παρουσιάζει αντιφατικά χαρακτηριστικά: ~η: κατάσταση. ~ο: καθεστώς. [< μτγν. Ἑρμαφρόδιτος, γαλλ.-αγγλ. hermaphrodite]
18373ερμηνεία[ἑρμηνεία] ερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.) {ερμηνει-ών} 1. εξήγηση πράγματος που δεν γίνεται άμεσα κατανοητό· αποσαφήνιση έννοιας, νοήματος, κειμένου, συμπεριφοράς, φαινομένου: αναλυτική/αντικειμενική/επικρατούσα/επιστημονική/νομική/οικονομική/πολιτική/υποκειμενική/φιλοσοφική/ψυχολογική ~. ~ των αποτελεσμάτων/των ευρημάτων/του κόσμου/των ονείρων (πβ. ονειροκριτική)/της συμπεριφοράς. Πιθανές ~ες. Ανάλυση/περιγραφή και ~ δεδομένων. Έδωσε μία αυθαίρετη/λογική/νέα/πειστική/πρωτότυπη/σύντομη ~ του γεγονότος. Ενέργεια που επιδέχεται πολλές ~ες.|| (ΝΟΜ.) Αυθεντική/συστηματική ~ των νόμων.|| ~ αρχαίου κειμένου/ποιήματος. Πλήθος ~ών. Αλληγορική ~ των Γραφών. ~ και απόδοση ξενόγλωσσων όρων (πβ. μετάφραση). Δυνατότητα/ζητήματα/μέθοδος/πρόβλημα/προσπάθεια ~ας. Πβ. εκδοχή. Βλ. παρ~.|| (ΜΑΘ.) Γεωμετρική ~ παραγώγου. Βλ. φωτο~. 2. τρόπος απόδοσης ρόλου από ηθοποιό ή εκτέλεσης μουσικής σύνθεσης από μουσικό: ανατριχιαστική/απαράδεκτη/άψογη/δυνατή/εξαιρετική/μοναδική/συγκινητική/συγκλονιστική/τέλεια/υποδειγματική ~. Σκηνική ~ του αρχαίου δράματος. Βραβείο καλύτερης ανδρικής/γυναικείας ~ας (= ηθοποιίας). Για την ~ της στην ταινία τιμήθηκε με όσκαρ. (Αισθαντική) ~ ενός τραγουδιού.|| (μτφ., για πρόσ. που φέρεται υποκριτικά) Έδωσε ρεσιτάλ ~ας. Πβ. παίξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: διασταλτική ερμηνεία βλ. διασταλτικός, συσταλτική ερμηνεία βλ. συσταλτικός [< 1: αρχ. ἑρμηνεία ‘αποσαφήνιση, μετάφραση, ύφος’ 2: γαλλ. interprétation]
18374ερμήνευμα[ἑρμήνευμα] ερ-μή-νευ-μα ουσ. (ουδ.) {ερμηνεύμ-ατος | -ατα}: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. ερμηνεία και ειδικότ. το τμήμα λήμματος σε λεξικό που περιλαμβάνει σημασιολογικές πληροφορίες, ορισμός: σύντομα και απλά ~ατα. [< αρχ. ἑρμήνευμα]
18375ερμηνεύσιμος, η, ο [ἑρμηνεύσιμος] ερ-μη-νεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να ερμηνευθεί: στάση ~η και κατανοητή. Πβ. εξηγήσιμος, ευεξήγητος. Βλ. παρ~. ΑΝΤ. δυσερμήνευτος
18376ερμηνευτής, ερμηνεύτρια[ἑρμηνευτής] ερ-μη-νευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. καλλιτέχνης (ηθοποιός ή μουσικός) που υποδύεται ρόλο σε θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο ή εκτελεί μουσικό κομμάτι αντίστοιχα: στιχουργός/συνθέτης και ~ής. Ο βασικός ~ής του δίσκου (: τραγουδιστής). 2. πρόσωπο που μελετά κείμενα και προσπαθεί να διασαφηνίσει το νόημα συγκεκριμένων τμημάτων ή φράσεων: ~ής των Γραφών. ΣΥΝ. εξηγητής [< αρχ. ἑρμηνευτής ‘αυτός που ξέρει να ερμηνεύει’, γαλλ. interprète]
18377ερμηνευτικός, ή, ό [ἑρμηνευτικός] ερ-μη-νευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή αποσκοπεί σε ερμηνεία· που σχετίζεται με εκτέλεση καλλιτεχνικού έργου: ~ός: κανόνας/οδηγός. ~ή: ανακοίνωση/ανάλυση/εγκύκλιος/προσέγγιση. ~ό: λεξικό. ~ές: δυνατότητες/σημειώσεις. ~ά: έγγραφα/σχόλια. Πβ. επεξηγηματικός. Βλ. φωτο~.|| (σπανιότ.) ~ό: ταλέντο. ~ές: ικανότητες. ● Ουσ.: ερμηνευτική (η): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία αρχαίων κειμένων. ● επίρρ.: ερμηνευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιβλική ερμηνευτική βλ. βιβλικός [< αρχ. ἑρμηνευτικός, γαλλ. hermeneutique, αγγλ. herméneutic]
18378ερμηνεύω[ἑρμηνεύω] ερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ερμήνευ-σα, ερμηνεύ-σω, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. δίνω ερμηνεία, επεξηγώ, διασαφηνίζω: ~ ένα όνειρο/τα συναισθήματα. ~ει κατά το δοκούν τα πράγματα. Πώς ~εις την κατάσταση; Αδυνατώ/δεν μπορώ να ~σω τις προθέσεις/τη στάση/τη συμπεριφορά του. ~σες λάθος (πβ. παρ~)/σωστά όσα είπα (= αντιλήφθηκες, κατάλαβες, κατανόησες). Εγώ το ~ λίγο διαφορετικά. Η δήλωσή του ~θηκε ως αιχμή κατά του ...|| ~ ένα αρχαίο κείμενο/περικοπές/χωρία (της Γραφής). Αποσπάσματα που ~ονται ποικιλοτρόπως/πολλαπλώς. ~μένες: λέξεις (σε λεξικό). 2. (για ηθοποιό) υποδύομαι κυρ. θεατρικό ή κινηματογραφικό ήρωα ή (για μουσικό) εκτελώ μουσική σύνθεση: Ρόλος έξοχα ~μένος (πβ. υποδύομαι). Συνήθως ~ει τραγούδια της επιλογής του. ~σε έργα για πιάνο. [< 1: αρχ. ἑρμηνεύω 2: γαλλ. interpréter]
18379Ερμής[Ἑρμῆς] Ερ-μής ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο πλησιέστερος στον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος: (διαστημική) αποστολή στον ~ή.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ανάδρομος ~. Ο ~ στον Τοξότη/Υδροχόο (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Ἑρμῆς]
18380ερμητικός, ή, ό [ἑρμητικός] ερ-μη-τι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που έχει σχέση με τον ερμητισμό και γενικότ. τον αποκρυφισμό: ~ή: διδασκαλία. 2. αδιαπέραστος, στεγανός: ~ό: κλείσιμο (πβ. σφράγισμα). 3. (μτφ.) δυσνόητος, σκοτεινός: ~ός: λόγος. ~ό: έργο/κείμενο. ~ές μορφές τέχνης. Πβ. δυσερμήνευτος. ● επίρρ.: ερμητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. hermétique, αγγλ. hermetic]
18381ερμητισμός[ἑρμητισμός] ερ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα που είχε ως βάση τη μελέτη της φύσης, καθώς και απόκρυφα κείμενα της ελληνορωμαϊκής εποχής που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο· σύνολο εσωτερικών δογμάτων των αλχημιστών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Βλ. μυστικισμός, -ισμός. 2. (σπάν.-μτφ.) η ιδιότητα του δυσνόητου, απρόσιτου. [< γαλλ. hermétisme, αγγλ. hermetism]
18382ερμίνα[ἑρμίνα] ερ-μί-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Mustela erminea), λίγο μεγαλύτερο από τη νυφίτσα, με την οποία μοιάζει· κυρ. συνεκδ. η γούνα από το συγκεκριμένο ζώο. Βλ. βιζόν. [< γαλλ. hermine]
18383έρμος, η, ο [ἔρμος] έρ-μος επίθ. (λαϊκό): δυστυχής, καημένος: Τι να κάνω/να πω ο ~; Τι έπαθα/τραβάω η ~η;|| (με δυσφορία, ενόχληση, αγανάκτηση) Αυτή η ~η χώρα. ΣΥΝ. έρημος (3) ● ΦΡ.: τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε; (ειρων.): έκφραση απορίας για τα αίτια αρνητικού ή δυσάρεστου συμβάντος, ενώ αυτά είναι προφανή., ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα βλ. έρημος [< μεσν. έρμος]
18384Ερμουπολίτης, Ερμουπολίτισσα[Ἑρμουπολίτης] Ερ-μου-πο-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ερμούπολη.
18385έρμπαςβλ. αίρμπας
18386έρμπολβλ. αίρμπολ
18389ερπετό[ἑρπετό] ερ-πε-τό ουσ. (ουδ.) 1. & (λαϊκό-λογοτ.) σερπετό: ομοταξία σπονδυλόζωων που κινούνται έρποντας, αναπνέουν με πνεύμονες και το δέρμα τους καλύπτεται από φολίδες: αμφίβιο/δηλητηριώδες ~. Βλ. σαύρα, φίδι, χελώνα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που συμπεριφέρεται με δουλικότητα. Πβ. γλείφτης, κόλακας. [< 1: αρχ. ἑρπετόν]
18390ερπετολογία[ἑρπετολογία] ερ-πε-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας τα ερπετά και τα αμφίβια. Βλ. εντομο-, ιχθυο-, ορνιθο-λογία. [< γαλλ. (h)erpétologie, αγγλ. herpetology]
18391ερπετολογικός, ή, ό [ἑρπετολογικός] ερ-πε-το-λο-γι-κός (επίθ): που αναφέρεται στην ερπετολογία: ~ή: εταιρεία. [< γαλλ. herpétologique, αγγλ. herpetological]
18392ερπετολόγος[ἑρπετολόγος] ερ-πε-το-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. επιστήμονας που μελετά τα ερπετά και τα αμφίβια. [< γαλλ. herpétologue, αγγλ. herpetologist]
18393ερπετοπανίδα[ἑρπετοπανίδα] ερ-πε-το-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των ερπετών που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο. [< αγγλ. herpetofauna]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.