Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19260-19280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18376ερμηνευτής, ερμηνεύτρια[ἑρμηνευτής] ερ-μη-νευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. καλλιτέχνης (ηθοποιός ή μουσικός) που υποδύεται ρόλο σε θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο ή εκτελεί μουσικό κομμάτι αντίστοιχα: στιχουργός/συνθέτης και ~ής. Ο βασικός ~ής του δίσκου (: τραγουδιστής). 2. πρόσωπο που μελετά κείμενα και προσπαθεί να διασαφηνίσει το νόημα συγκεκριμένων τμημάτων ή φράσεων: ~ής των Γραφών. ΣΥΝ. εξηγητής [< αρχ. ἑρμηνευτής ‘αυτός που ξέρει να ερμηνεύει’, γαλλ. interprète]
18377ερμηνευτικός, ή, ό [ἑρμηνευτικός] ερ-μη-νευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή αποσκοπεί σε ερμηνεία· που σχετίζεται με εκτέλεση καλλιτεχνικού έργου: ~ός: κανόνας/οδηγός. ~ή: ανακοίνωση/ανάλυση/εγκύκλιος/προσέγγιση. ~ό: λεξικό. ~ές: δυνατότητες/σημειώσεις. ~ά: έγγραφα/σχόλια. Πβ. επεξηγηματικός. Βλ. φωτο~.|| (σπανιότ.) ~ό: ταλέντο. ~ές: ικανότητες. ● Ουσ.: ερμηνευτική (η): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία αρχαίων κειμένων. ● επίρρ.: ερμηνευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιβλική ερμηνευτική βλ. βιβλικός [< αρχ. ἑρμηνευτικός, γαλλ. hermeneutique, αγγλ. herméneutic]
18378ερμηνεύω[ἑρμηνεύω] ερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ερμήνευ-σα, ερμηνεύ-σω, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. δίνω ερμηνεία, επεξηγώ, διασαφηνίζω: ~ ένα όνειρο/τα συναισθήματα. ~ει κατά το δοκούν τα πράγματα. Πώς ~εις την κατάσταση; Αδυνατώ/δεν μπορώ να ~σω τις προθέσεις/τη στάση/τη συμπεριφορά του. ~σες λάθος (πβ. παρ~)/σωστά όσα είπα (= αντιλήφθηκες, κατάλαβες, κατανόησες). Εγώ το ~ λίγο διαφορετικά. Η δήλωσή του ~θηκε ως αιχμή κατά του ...|| ~ ένα αρχαίο κείμενο/περικοπές/χωρία (της Γραφής). Αποσπάσματα που ~ονται ποικιλοτρόπως/πολλαπλώς. ~μένες: λέξεις (σε λεξικό). 2. (για ηθοποιό) υποδύομαι κυρ. θεατρικό ή κινηματογραφικό ήρωα ή (για μουσικό) εκτελώ μουσική σύνθεση: Ρόλος έξοχα ~μένος (πβ. υποδύομαι). Συνήθως ~ει τραγούδια της επιλογής του. ~σε έργα για πιάνο. [< 1: αρχ. ἑρμηνεύω 2: γαλλ. interpréter]
18379Ερμής[Ἑρμῆς] Ερ-μής ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο πλησιέστερος στον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος: (διαστημική) αποστολή στον ~ή.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ανάδρομος ~. Ο ~ στον Τοξότη/Υδροχόο (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Ἑρμῆς]
18380ερμητικός, ή, ό [ἑρμητικός] ερ-μη-τι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που έχει σχέση με τον ερμητισμό και γενικότ. τον αποκρυφισμό: ~ή: διδασκαλία. 2. αδιαπέραστος, στεγανός: ~ό: κλείσιμο (πβ. σφράγισμα). 3. (μτφ.) δυσνόητος, σκοτεινός: ~ός: λόγος. ~ό: έργο/κείμενο. ~ές μορφές τέχνης. Πβ. δυσερμήνευτος. ● επίρρ.: ερμητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. hermétique, αγγλ. hermetic]
18381ερμητισμός[ἑρμητισμός] ερ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα που είχε ως βάση τη μελέτη της φύσης, καθώς και απόκρυφα κείμενα της ελληνορωμαϊκής εποχής που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο· σύνολο εσωτερικών δογμάτων των αλχημιστών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Βλ. μυστικισμός, -ισμός. 2. (σπάν.-μτφ.) η ιδιότητα του δυσνόητου, απρόσιτου. [< γαλλ. hermétisme, αγγλ. hermetism]
18382ερμίνα[ἑρμίνα] ερ-μί-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Mustela erminea), λίγο μεγαλύτερο από τη νυφίτσα, με την οποία μοιάζει· κυρ. συνεκδ. η γούνα από το συγκεκριμένο ζώο. Βλ. βιζόν. [< γαλλ. hermine]
18383έρμος, η, ο [ἔρμος] έρ-μος επίθ. (λαϊκό): δυστυχής, καημένος: Τι να κάνω/να πω ο ~; Τι έπαθα/τραβάω η ~η;|| (με δυσφορία, ενόχληση, αγανάκτηση) Αυτή η ~η χώρα. ΣΥΝ. έρημος (3) ● ΦΡ.: τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε; (ειρων.): έκφραση απορίας για τα αίτια αρνητικού ή δυσάρεστου συμβάντος, ενώ αυτά είναι προφανή., ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα βλ. έρημος [< μεσν. έρμος]
18384Ερμουπολίτης, Ερμουπολίτισσα[Ἑρμουπολίτης] Ερ-μου-πο-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ερμούπολη.
18385έρμπαςβλ. αίρμπας
18386έρμπολβλ. αίρμπολ
18389ερπετό[ἑρπετό] ερ-πε-τό ουσ. (ουδ.) 1. & (λαϊκό-λογοτ.) σερπετό: ομοταξία σπονδυλόζωων που κινούνται έρποντας, αναπνέουν με πνεύμονες και το δέρμα τους καλύπτεται από φολίδες: αμφίβιο/δηλητηριώδες ~. Βλ. σαύρα, φίδι, χελώνα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που συμπεριφέρεται με δουλικότητα. Πβ. γλείφτης, κόλακας. [< 1: αρχ. ἑρπετόν]
18390ερπετολογία[ἑρπετολογία] ερ-πε-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας τα ερπετά και τα αμφίβια. Βλ. εντομο-, ιχθυο-, ορνιθο-λογία. [< γαλλ. (h)erpétologie, αγγλ. herpetology]
18391ερπετολογικός, ή, ό [ἑρπετολογικός] ερ-πε-το-λο-γι-κός (επίθ): που αναφέρεται στην ερπετολογία: ~ή: εταιρεία. [< γαλλ. herpétologique, αγγλ. herpetological]
18392ερπετολόγος[ἑρπετολόγος] ερ-πε-το-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. επιστήμονας που μελετά τα ερπετά και τα αμφίβια. [< γαλλ. herpétologue, αγγλ. herpetologist]
18393ερπετοπανίδα[ἑρπετοπανίδα] ερ-πε-το-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των ερπετών που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο. [< αγγλ. herpetofauna]
18394έρπης[ἕρπης] έρ-πης ουσ. (αρσ.) {έρπ-ητα (λόγ.) -ητος} & έρπητας: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης δερματική νόσος που εκδηλώνεται με σχηματισμό ομάδων μικρών φυσαλίδων με κόκκινη βάση και οφείλεται σε ιό: απλός ~. ~ (των) γεννητικών οργάνων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείλιος έρπης: λοίμωξη που οφείλεται στον ιό του απλού έρπητα και εκδηλώνεται με εξάνθημα στα χείλη., έρπης ζωστήρ/ζωστήρας: που αποδίδεται στον ιό της ανεμοβλογιάς και εμφανίζεται κατά μήκος της πορείας των προσβεβλημένων νεύρων: οφθαλμικός/ωτικός ~ ~. [< αρχ. ἕρπης, γαλλ. herpès, αγγλ. herpes]
18395ερπητικός, ή, ό [ἑρπητικός] ερ-πη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον έρπη: ~ή: κυνάγχη/λοίμωξη/στοματίτιδα. [< γαλλ. herpétique, αγγλ. herpetic]
18396ερπητοϊός[ἑρπητοϊός] ερ-πη-το-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. οικογένεια ιών που περιέχουν Ντι-Εν-Έι και προκαλούν μολύνσεις σε ανθρώπους και ζώα: ανθρώπινοι ~οί. Βλ. έρπης, κυτταρομεγαλοϊός. [ < αγγλ. herpesvirus, 1925, γαλλ. herpèsvirus]
18397ερπυσμός[ἑρπυσμός] ερ-πυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συνεχής αύξηση της παραμόρφωσης στερεού σώματος υπό την επίδραση ισχυρής τάσης με την πάροδο του χρόνου· επιμήκυνση μετάλλων λόγω υψηλής θερμοκρασίας: ~ της ασφάλτου. Θραύση από ~ό.|| Χάλυβες ανθεκτικοί σε ~ό. 2. ΓΕΩΛ. αργή, σταδιακή κύλιση του επιφανειακού τμήματος κεκλιμένου εδάφους: φαινόμενα κατολισθήσεων και ~ού. [< μτγν. ἑρπυσμός 1: γαλλ. fluage, 1918, 2: γαλλ. solifluxion, 1912]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.