| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18394 | έρπης | [ἕρπης] έρ-πης ουσ. (αρσ.) {έρπ-ητα (λόγ.) -ητος} & έρπητας: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης δερματική νόσος που εκδηλώνεται με σχηματισμό ομάδων μικρών φυσαλίδων με κόκκινη βάση και οφείλεται σε ιό: απλός ~. ~ (των) γεννητικών οργάνων. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείλιος έρπης: λοίμωξη που οφείλεται στον ιό του απλού έρπητα και εκδηλώνεται με εξάνθημα στα χείλη., έρπης ζωστήρ/ζωστήρας: που αποδίδεται στον ιό της ανεμοβλογιάς και εμφανίζεται κατά μήκος της πορείας των προσβεβλημένων νεύρων: οφθαλμικός/ωτικός ~ ~. [< αρχ. ἕρπης, γαλλ. herpès, αγγλ. herpes] | |
| 18395 | ερπητικός | , ή, ό [ἑρπητικός] ερ-πη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον έρπη: ~ή: κυνάγχη/λοίμωξη/στοματίτιδα. [< γαλλ. herpétique, αγγλ. herpetic] | |
| 18396 | ερπητοϊός | [ἑρπητοϊός] ερ-πη-το-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. οικογένεια ιών που περιέχουν Ντι-Εν-Έι και προκαλούν μολύνσεις σε ανθρώπους και ζώα: ανθρώπινοι ~οί. Βλ. έρπης, κυτταρομεγαλοϊός. [ < αγγλ. herpesvirus, 1925, γαλλ. herpèsvirus] | |
| 18397 | ερπυσμός | [ἑρπυσμός] ερ-πυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συνεχής αύξηση της παραμόρφωσης στερεού σώματος υπό την επίδραση ισχυρής τάσης με την πάροδο του χρόνου· επιμήκυνση μετάλλων λόγω υψηλής θερμοκρασίας: ~ της ασφάλτου. Θραύση από ~ό.|| Χάλυβες ανθεκτικοί σε ~ό. 2. ΓΕΩΛ. αργή, σταδιακή κύλιση του επιφανειακού τμήματος κεκλιμένου εδάφους: φαινόμενα κατολισθήσεων και ~ού. [< μτγν. ἑρπυσμός 1: γαλλ. fluage, 1918, 2: γαλλ. solifluxion, 1912] | |
| 18398 | ερπύστρια | [ἑρπύστρια] ερ-πύ-στρι-α ουσ. (θηλ.): αρθρωτή ταινία με σύστημα οδοντωτών τροχών και εξωτερική επένδυση από μεταλλικές πλάκες, την οποία φέρει συνήθ. στρατιωτικό όχημα για να κινείται εύκολα σε ανώμαλο έδαφος: Οι ~ες των αρμάτων μάχης/των τεθωρακισμένων.|| Εκσκαφέας με ~ες. [< γαλλ. chenille, 1922] | |
| 18399 | ερπυστριοφόρος | , ος/α, ο [ἑρπυστριοφόρος] ερ-πυ-στρι-ο-φό-ρος επίθ. (επίσ.): (για όχημα ή μηχάνημα) που έχει ερπύστριες: ~ος: γερανός/μεταφορέας/φορτωτής. ~α: μπουλντόζα (βλ. προωθητής). ~α: άρματα/πυροσβεστικά. Βλ. λαστιχο-, τροχο-φόρος. ● Ουσ.: ερπυστριοφόρο (το): όχημα που κινείται με ερπύστριες: ~ της ΕΜΑΚ/Πυροσβεστικής.|| (ΣΤΡΑΤ.) Οπλίτης με ειδικότητα Οδηγού ~ων. Πβ. τανκς. [< γαλλ. chenillé, 1922] | |
| 18400 | έρπω | [ἕρπω] έρ-πω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ. κ. στο γ' πρόσ. | μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, έρπ-οντας} (λόγ.) 1. σέρνομαι: Τα φίδια ~ουν στο έδαφος. (ΒΟΤ.) ~ον: φυτό. (ΖΩΟΛ.) ~οντα: έντομα. Πβ. κυλιέμαι.|| (μτφ.) ~ουσα κρίση (: λανθάνουσα, που υπάρχει υπογείως, που δεν είναι φανερή). Βλ. υφέρπει. 2. (μτφ.) συμπεριφέρομαι με δουλικότητα ή δόλιο τρόπο: Ανέβηκε στην εξουσία ~οντας. Βλ. κολακεύω. ● ΣΥΜΠΛ.: έρπουσα πυρκαγιά βλ. πυρκαγιά [< 1: αρχ. ἕρπω] | |
| 18401 | έρρευσε | βλ. ρέει | |
| 18402 | έρριζος | , η, ο [ἔρριζος] έρ-ρι-ζος επίθ. (επιστ.): (για φυτό) που έχει ρίζα: ~α: μοσχεύματα ελιάς. ΑΝΤ. άρριζος | |
| 18403 | έρρινος | , η, ο [ἔρρινος] έρ-ρι-νος επίθ. & ένρινος (λόγ.): ΓΡΑΜΜ. που παράγεται, αρθρώνεται ή προφέρεται στη ρινική κοιλότητα: ~ος: ήχος/φθόγγος. ~ο: σύμφωνο (μ, ν, πβ. ρινικό)/φωνήεν.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: τόνος. ~η: ομιλία/προφορά/φωνή/χροιά. [< μτγν. ἔρρινος 'που προκαλεί φτέρνισμα', γαλλ. nasal] | |
| 18404 | ΕΡΤ | (η): Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση. | |
| 18405 | ερτζιανός | , ή, ό [ἑρτζιανός] ερ-τζι-α-νός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: ερτζιανά (τα): ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα που βρίσκουν εφαρμογή κυρ. στη ραδιοεπικοινωνία και συνεκδ. ραδιοφωνία, ραδιόφωνο: (σ)τα ~ της πόλης. [< γαλλ. hertzien] | |
| 18406 | ερυγή | [ἐρυγή] ε-ρυ-γή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ρέψιμο. [< αρχ. ἐρυγή] | |
| 18407 | ερύθημα | [ἐρύθημα] ε-ρύ-θη-μα ουσ. (ουδ.) {ερυθήμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ερυθρότητα επιδερμίδας που προκαλείται από φλεγμονή ή από συμφόρηση των τριχοειδών αγγείων: ηλιακό/πολύμορφο ~. Η μελανίνη προστατεύει από ~ατα και εγκαύματα. Πβ. εξάνθημα, κοκκινίλα, σύγκαμα. Βλ. κυάνωση. 2. κοκκίνισμα της επιδερμίδας που οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια: ~ οργής. [< αρχ. ἐρύθημα, αγγλ. erythema, γαλλ. érythème] | |
| 18408 | ερυθηματώδης | , ης, ες [ἐρυθηματώδης] ε-ρυ-θη-μα-τώ-δης επίθ. {ερυθηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που εμφανίζει ερύθημα ή μοιάζει με αυτό: ~ης: λύκος. ~ες: εξάνθημα. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. érythémateux, αγγλ. erythematous] | |
| 18409 | ερυθρά | [ἐρυθρά] ε-ρυ-θρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ήπια εξανθηματική μεταδοτική ασθένεια που οφείλεται σε ιό και προσβάλλει συνήθ. παιδιά: Τριπλό εμβόλιο για ιλαρά, ~ και μαγουλάδες. Βλ. ανεμοβλογιά. [< πβ. αρχ. ἐρυθρά (τα) ‘φουσκάλες’, γαλλ. rubéole] | |
| 18410 | ερυθρίαση | [ἐρυθρίαση] ε-ρυ-θρί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κοκκίνισμα του δέρματος, κυρ. του προσώπου στα μάγουλα και γύρω από τη μύτη, που οφείλεται σε διεσταλμένα αγγεία. Βλ. εξάνθ-, ερύθ-ημα. 2. ΒΟΤ. κοκκίνισμα στην επιφάνεια των φύλλων. 3. (συνεκδ.-σπάν.-λόγ.) ντροπή: χωρίς αιδώ, χωρίς ~. [< 1: αρχ. ἐρυθρίασις] | |
| 18411 | ερυθριώ | [ἐρυθριῶ] ε-ρυ-θρι-ώ ρ. (αμτβ.) {ερυθρι-άς ... | ερυθρία-σα, ερυθριά-σει} (επίσ.): κοκκινίζω στο πρόσωπο, συνήθ. από ντροπή ή/και θυμό: Δεν ενοχλείται, δεν προσβάλλεται, δεν ~ά; [< αρχ. ἐρυθριῶ] | |
| 18412 | ερυθρο- & ερυθρό- | (λόγ.): το επίθετο ερυθρός ως α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι κόκκινο ή συνδυάζει το κόκκινο και άλλο χρώμα: ερυθρό-δερμος/~μορφος.|| Ερυθρό-λευκος.|| (με αναφορά στα ερυθρά αιμοσφαίρια:) Eρυθρο-βλάστη/~κύτταρο.|| Ερυθρο-μυκίνη. | |
| 18413 | ερυθρόδανο | [ἐρυθρόδανο] ε-ρυ-θρό-δα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ριζάρι. [< μτγν. ἐρυθρόδανον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ