Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19280-19300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18398ερπύστρια[ἑρπύστρια] ερ-πύ-στρι-α ουσ. (θηλ.): αρθρωτή ταινία με σύστημα οδοντωτών τροχών και εξωτερική επένδυση από μεταλλικές πλάκες, την οποία φέρει συνήθ. στρατιωτικό όχημα για να κινείται εύκολα σε ανώμαλο έδαφος: Οι ~ες των αρμάτων μάχης/των τεθωρακισμένων.|| Εκσκαφέας με ~ες. [< γαλλ. chenille, 1922]
18399ερπυστριοφόρος, ος/α, ο [ἑρπυστριοφόρος] ερ-πυ-στρι-ο-φό-ρος επίθ. (επίσ.): (για όχημα ή μηχάνημα) που έχει ερπύστριες: ~ος: γερανός/μεταφορέας/φορτωτής. ~α: μπουλντόζα (βλ. προωθητής). ~α: άρματα/πυροσβεστικά. Βλ. λαστιχο-, τροχο-φόρος. ● Ουσ.: ερπυστριοφόρο (το): όχημα που κινείται με ερπύστριες: ~ της ΕΜΑΚ/Πυροσβεστικής.|| (ΣΤΡΑΤ.) Οπλίτης με ειδικότητα Οδηγού ~ων. Πβ. τανκς. [< γαλλ. chenillé, 1922]
18400έρπω[ἕρπω] έρ-πω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ. κ. στο γ' πρόσ. | μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, έρπ-οντας} (λόγ.) 1. σέρνομαι: Τα φίδια ~ουν στο έδαφος. (ΒΟΤ.) ~ον: φυτό. (ΖΩΟΛ.) ~οντα: έντομα. Πβ. κυλιέμαι.|| (μτφ.) ~ουσα κρίση (: λανθάνουσα, που υπάρχει υπογείως, που δεν είναι φανερή). Βλ. υφέρπει. 2. (μτφ.) συμπεριφέρομαι με δουλικότητα ή δόλιο τρόπο: Ανέβηκε στην εξουσία ~οντας. Βλ. κολακεύω. ● ΣΥΜΠΛ.: έρπουσα πυρκαγιά βλ. πυρκαγιά [< 1: αρχ. ἕρπω]
18401έρρευσεβλ. ρέει
18402έρριζος, η, ο [ἔρριζος] έρ-ρι-ζος επίθ. (επιστ.): (για φυτό) που έχει ρίζα: ~α: μοσχεύματα ελιάς. ΑΝΤ. άρριζος
18403έρρινος, η, ο [ἔρρινος] έρ-ρι-νος επίθ. & ένρινος (λόγ.): ΓΡΑΜΜ. που παράγεται, αρθρώνεται ή προφέρεται στη ρινική κοιλότητα: ~ος: ήχος/φθόγγος. ~ο: σύμφωνο (μ, ν, πβ. ρινικό)/φωνήεν.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: τόνος. ~η: ομιλία/προφορά/φωνή/χροιά. [< μτγν. ἔρρινος 'που προκαλεί φτέρνισμα', γαλλ. nasal]
18404ΕΡΤ(η): Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση.
18405ερτζιανός, ή, ό [ἑρτζιανός] ερ-τζι-α-νός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: ερτζιανά (τα): ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα που βρίσκουν εφαρμογή κυρ. στη ραδιοεπικοινωνία και συνεκδ. ραδιοφωνία, ραδιόφωνο: (σ)τα ~ της πόλης. [< γαλλ. hertzien]
18406ερυγή[ἐρυγή] ε-ρυ-γή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ρέψιμο. [< αρχ. ἐρυγή]
18407ερύθημα[ἐρύθημα] ε-ρύ-θη-μα ουσ. (ουδ.) {ερυθήμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ερυθρότητα επιδερμίδας που προκαλείται από φλεγμονή ή από συμφόρηση των τριχοειδών αγγείων: ηλιακό/πολύμορφο ~. Η μελανίνη προστατεύει από ~ατα και εγκαύματα. Πβ. εξάνθημα, κοκκινίλα, σύγκαμα. Βλ. κυάνωση. 2. κοκκίνισμα της επιδερμίδας που οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια: ~ οργής. [< αρχ. ἐρύθημα, αγγλ. erythema, γαλλ. érythème]
18408ερυθηματώδης, ης, ες [ἐρυθηματώδης] ε-ρυ-θη-μα-τώ-δης επίθ. {ερυθηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που εμφανίζει ερύθημα ή μοιάζει με αυτό: ~ης: λύκος. ~ες: εξάνθημα. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. érythémateux, αγγλ. erythematous]
18409ερυθρά[ἐρυθρά] ε-ρυ-θρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ήπια εξανθηματική μεταδοτική ασθένεια που οφείλεται σε ιό και προσβάλλει συνήθ. παιδιά: Τριπλό εμβόλιο για ιλαρά, ~ και μαγουλάδες. Βλ. ανεμοβλογιά. [< πβ. αρχ. ἐρυθρά (τα) ‘φουσκάλες’, γαλλ. rubéole]
18410ερυθρίαση[ἐρυθρίαση] ε-ρυ-θρί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κοκκίνισμα του δέρματος, κυρ. του προσώπου στα μάγουλα και γύρω από τη μύτη, που οφείλεται σε διεσταλμένα αγγεία. Βλ. εξάνθ-, ερύθ-ημα. 2. ΒΟΤ. κοκκίνισμα στην επιφάνεια των φύλλων. 3. (συνεκδ.-σπάν.-λόγ.) ντροπή: χωρίς αιδώ, χωρίς ~. [< 1: αρχ. ἐρυθρίασις]
18411ερυθριώ[ἐρυθριῶ] ε-ρυ-θρι-ώ ρ. (αμτβ.) {ερυθρι-άς ... | ερυθρία-σα, ερυθριά-σει} (επίσ.): κοκκινίζω στο πρόσωπο, συνήθ. από ντροπή ή/και θυμό: Δεν ενοχλείται, δεν προσβάλλεται, δεν ~ά; [< αρχ. ἐρυθριῶ]
18412ερυθρο- & ερυθρό-(λόγ.): το επίθετο ερυθρός ως α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι κόκκινο ή συνδυάζει το κόκκινο και άλλο χρώμα: ερυθρό-δερμος/~μορφος.|| Ερυθρό-λευκος.|| (με αναφορά στα ερυθρά αιμοσφαίρια:) Eρυθρο-βλάστη/~κύτταρο.|| Ερυθρο-μυκίνη.
18413ερυθρόδανο[ἐρυθρόδανο] ε-ρυ-θρό-δα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ριζάρι. [< μτγν. ἐρυθρόδανον]
18414ερυθρόδερμος, η, ο [ἐρυθρόδερμος] ε-ρυ-θρό-δερ-μος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -έρμου}: χαρακτηρισμός ιθαγενών κατοίκων της Αμερικής. Πβ. Ινδιάνος. Βλ. -δερμος. [< μεσν. ερυθρόδερμος, γαλλ. peau-rouge]
18415ερυθροκύτταρα[ἐρυθροκύτταρα] ε-ρυ-θρο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ερυθροκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ερυθρά αιμοσφαίρια: ώριµα ~. Τα ~ μεταφέρουν το οξυγόνο στους ιστούς του σώματος. [< γαλλ. érythrocyte, αγγλ. erythrocyte]
18416ερυθρόμορφος, η, ο [ἐρυθρόμορφος] ε-ρυ-θρό-μορ-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για αρχαιοελληνικό αγγείο) που παριστάνει μορφές κόκκινου χρώματος σε μαύρο φόντο· που σχετίζεται με τον αντίστοιχο τρόπο διακόσμησης: ~ος: αμφορέας/κρατήρας. ~η: κύλικα/λήκυθος/υδρία.|| ~ος: ρυθμός. ~η: κεραμική. Βλ. μελανόμορφος, -μορφος. [< μεσν. ερυθρόμορφος]
18417ερυθρομυκίνη[ἐρυθρομυκίνη] ε-ρυ-θρο-μυ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. είδος κοινού αντιβιοτικού (σύμβ. C37H67NO13)που χορηγείται για την καταπολέμηση ορισμένων βακτηρίων. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. erythromycin, 1952, γαλλ. érythromycine, περ. 1952]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.