| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18418 | ερυθροποίηση | [ἐρυθροποίηση] ε-ρυ-θρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων από τα κύτταρα του μυελού των οστών: διαταραχή/ρύθμιση της ~ης. Ορμόνη που διεγείρει/επηρεάζει/προάγει την ~ (= ερυθροποιητίνη). Πβ. αιμοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. érythropoïèse, 1909, αγγλ. erythropoiesis, 1918] | |
| 18419 | ερυθροποιητίνη | [ἐρυθροποιητίνη] ε-ρυ-θρο-ποι-η-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ορμόνη που εκκρίνεται κυρ. από τα νεφρά και διεγείρει την ερυθροποίηση: ενδογενής ~. Ανασυνδυασμένη (/συνθετική) ανθρώπινη ~. Χορήγηση ~ης σε άτομα με αναιμία.|| (ως απαγορευμένη ουσία στον αθλητισμό) ~ και αναβολικά. Τεστ ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. erythropoietin, 1948, γαλλ. érythropoïétine , πριν από το 1969] | |
| 18420 | ερυθρός | , ή/(λόγ.) ά, ό [ἐρυθρός] ε-ρυ-θρός επίθ. (λόγ.): κόκκινος: ~ός: οίνος/τόνος (της Μεσογείου). ~ό: φως. ~ές: ποικιλίες αμπέλου. ~ά: αιμοσφαίρια (= ερυθροκύτταρα).|| (ΓΕΩΓΡ., με κεφαλ. Ε) ~ά: Θάλασσα (: στενή λωρίδα θάλασσας μεταξύ της Αραβικής χερσονήσου και της ΒΑ Αφρικής). ● ΣΥΜΠΛ.: Ερυθρός Σταυρός (ακρ. ΕΣ): διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση που έχει ως κύριο στόχο τη φροντίδα των τραυματιών πολέμου, την περίθαλψη των ασθενών και των πληγέντων από φυσικές καταστροφές: Διεθνής/Ελληνικός (ακρ. ΕΕΣ) ~ ~. Αναζητήσεις του ~ού ~ού. [< γαλλ. Croix-Rouge, αγγλ. Red Cross, 1863] , Ερυθρά Ημισέληνος βλ. ημισέληνος, κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη, Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, κόκκινος/ερυθρός γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ. ἐρυθρός] | |
| 18421 | ερυθροσταυρίτης, ερυθροσταυρίτισσα | [ἐρυθροσταυρίτης] ε-ρυ-θρο-σταυ-ρί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος του Ερυθρού Σταυρού: γιατρός και ~ης.|| (ως επίθ.) Οι ~ες εθελοντές. Νοσοκόμα ~ισσα. | |
| 18422 | ερυθρότητα | [ἐρυθρότητα] ε-ρυ-θρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συνήθ. εμφάνιση κόκκινου χρώματος, συχνά εξαιτίας ερεθισμού: τοπική ~. ~ του δέρματος/των ούλων/του οφθαλμού/του προσώπου. ~ και κνησμός. Πβ. κοκκίνισμα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἐρυθρότης] | |
| 18423 | ερυθρωπός | , ή, ό [ἐρυθρωπός] ε-ρυ-θρω-πός επίθ. (λόγ.): κοκκινωπός: ~ός: οίνος (= ροζέ). Βλ. -ωπός. [< γαλλ. rougeâtre] | |
| 18424 | ερυσίβη | [ἐρυσίβη] ε-ρυ-σί-βη ουσ. (θηλ.): κοινό όνομα μύκητα του γένους Claviceps, που προσβάλλει διάφορα φυτά, κυρ. τα δημητριακά και συνεκδ. οι αντίστοιχες ασθένειες: αλκαλοειδή της ~ης (βλ. λυσεργικό οξύ). [< αρχ. ἐρυσίβη] | |
| 18425 | ερυσίπελας | [ἐρυσίπελας] ε-ρυ-σί-πε-λας ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδης νόσος του δέρματος και των υποδόριων ιστών που προκαλείται από στρεπτόκοκκο και εκδηλώνεται με ερυθρότητα και οίδημα: ~ των χοίρων (: μεταδοτική και θανατηφόρος ασθένεια). ΣΥΝ. ανεμοπύρωμα [< αρχ. ἐρυσίπελας, γαλλ. érysipèle, αγγλ. erysipelas] | |
| 18427 | ερχομός | [ἐρχομός] ερ-χο-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): άφιξη: ο ~ των προσφύγων. Πβ. γυρισμός, έλευση, επάνοδος, φτάσιμο.|| (μτφ.) Ο ~ της Άνοιξης/των Χριστουγέννων. Ο ~ της νέας χρονιάς. ΑΝΤ. αναχώρηση (1), πηγαιμός [< μεσν. ερχομός] | |
| 18428 | ερωδιός | [ἐρῳδιός] ε-ρω-δι-ός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. περιληπτική ονομασία καλοβατικών πτηνών (οικογ. Ardeidae) που μοιάζουν με πελαργούς και ζουν σε ρηχά νερά (ποτάμια, λίμνες, έλη): γκρίζος/λευκός ~. Αποικία ~ών. Βλ. μαραμπού, τσικνιάς. [< αρχ. ἐρῳδιός] | |
| 18429 | ερωμένη | [ἐρωμένη] ε-ρω-μέ-νη ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. ερωμένος}: γυναίκα που έχει ερωτική σχέση, συνήθ. με παντρεμένο: επίσημη ~. Πβ. γκόμενα, μετρέσα, παλλακίδα, φιλενάδα. Βλ. εραστής.|| (ΜΥΘ.) Οι ~ες του Δία. [< αρχ. ἐρωμένη, γαλλ. amante] | |
| 18430 | έρως | [ἔρως] έ-ρως ουσ. (αρσ.) {έρωτ-ος, -α | -ες, -ώτων} (λόγ.): έρωτας. ● ΦΡ.: έρως ανίκατε μάχαν (συχνά ειρων.): (για να δηλωθεί η δύναμη του έρωτα) έρωτα, ανίκητε στη μάχη., ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά (παροιμ.): η μεγάλη ηλικία των συντρόφων ή η ηλικιακή διαφορά τους δεν εμποδίζει τον έρωτα. [< αρχ. ἔρως, αγγλ.-γερμ. Eros, γαλλ. Éros] | |
| 18431 | ερωτ- | βλ. ερωτο- | |
| 58697 | ερωταπαντήσεις | [ἐρωταπαντήσεις] ε-ρω-τα-πα-ντή-σεις ουσ. (θηλ.) {σπάν. στον εν. ερωταπάντηση} (λόγ.): ερωτήσεις και απαντήσεις: Οι ~ της συνέντευξης. Αντιπαράθεση/διάλογος με ~. Τηλεοπτικό παιχνίδι ~ήσεων. Πβ. ερωταποκρίσεις. | |
| 58698 | ερωταποκρίσεις | [ἐρωταποκρίσεις] ε-ρω-τα-πο-κρί-σεις ουσ. (θηλ.) {σπάν. στον εν. ερωταπόκριση} (λόγ.): διάλογος υπό μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων: Επακολούθησε συζήτηση και ~εις μεταξύ των ομιλητών και του ακροατηρίου. Πβ. ερωταπαντήσεις. [< μεσν. ερωταπόκρισις] | |
| 18432 | έρωτας | [ἔρωτας] έ-ρω-τας ουσ. (αρσ.) {ερώτ-ων} 1. έντονη έλξη και πόθος κυρ. για σεξουαλική επαφή που αισθάνεται κάποιος για ένα άλλο πρόσωπο: αγνός/αμοιβαίος/ανεκπλήρωτος/απαγορευμένος/γεροντικός (πβ. γεροντο~)/θυελλώδης/καταδικασμένος/μεγάλος/παράνομος (: εξωσυζυγικός) ~. Τρελή/τυφλή από ~α. Γάμος από ~α (πβ. αίσθημα, βλ. προξενιό). ~ χωρίς ανταπόκριση. ~ με την πρώτη ματιά. Ένας μεγάλος ~ γεννήθηκε ανάμεσά τους. Εξομολογήθηκε τον ~ά του. Κυριεύτηκε από παράφορο/σφοδρό ~α. Πβ. έρως.|| Ζουν τον ~ά τους. Καρπός του ~ά τους υπήρξε ένας γιος. Πβ. δεσμός, σχέση.|| Τα ποιήματά/τραγούδια του αποτελούν ύμνο στον ~α. Η ακατανίκητη δύναμη του ~α. || (στον πληθ., προφ.-μειωτ.) Τον έφαγαν οι ~ες (= τα γκομενιλίκια). Βλ. αγάπη, στοργή, φλερτ.|| (ΜΥΘ.) Αφροδίτη, η θεά του ~α. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο για το οποίο τρέφει κάποιος ερωτικά συναισθήματα: Ήταν ο εφηβικός/ο νεανικός/ο πρώτος της ~. Αναζητά/βρήκε τον ~α της ζωής του. Πβ. αμόρε.|| (ως οικ. προσφών.) Καληνύχτα, ~ά μου (πβ. αγάπη). 3. η ερωτική πράξη: σαρκικός ~ (= σεξ, συνουσία). Κάνω ~α. Έμπειρος στον ~α.|| (ευφημ.) Ιέρειες του ~α (= ιερόδουλες, πόρνες). 4. (μτφ.) πάθος, έντονη αγάπη για κάτι· συνεκδ. το αντίστοιχο αντικείμενο: Έχει ~α με τα βιβλία/για τη ζωή. 5. ΜΥΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) ονομασία του θεού του έρωτα στην αρχαία ελληνική μυθολογία: φτερωτός ~.|| (μτφ.) Τον χτύπησαν τα βέλη του ~α (πβ. ερωτοχτυπημένος). 6. ΒΟΤ. καλλωπιστικό ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Impatiens walleriana) με πυκνό φύλλωμα και άνθη σε πολλές αποχρώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραίος έρωτας/αγοραίο σεξ βλ. αγοραίος, κεραυνοβόλος έρωτας βλ. κεραυνοβόλος, πλατωνικός έρωτας βλ. πλατωνικός, σαπφικός έρωτας βλ. σαπφικός ● ΦΡ.: μου ζαλίζει τον έρωτα (προφ.): για κάποιον ή κάτι που κουράζει, προκαλεί εκνευρισμό ή δυσαρέσκεια: Μας ζάλισε ~ με το νέο της απόκτημα/με τα παράπονά του! ΣΥΝ. μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα, μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, ο έρωτας περνά από το στομάχι βλ. στομάχι, όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα, πουλάω αγάπη/έρωτα βλ. αγάπη [< μεσν. έρωτας 2,3: αγγλ. love, γαλλ. amour 5: αρχ. Ἔρως] | |
| 18433 | ερωτεύομαι | [ἐρωτεύομαι] ε-ρω-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ερωτεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος} 1. αισθάνομαι έρωτα: Δεν ~ εύκολα. Δεν έχει ~τεί ποτέ.|| Tον ~τηκε κεραυνοβόλα/παράφορα/σφοδρά. Πβ. καψουρεύομαι, δάγκωσε τη λαμαρίνα, την πάτησε μαζί του, πονάει το δοντάκι του. Βλ. αγαπώ. 2. (μτφ.) μου αρέσει υπερβολικά κάτι, αφοσιώνομαι σε αυτό: Εκείνη την εποχή άρχισα να ~ τον χορό. ● Μτχ.: ερωτευμένος , η, ο: ~ο: ζευγάρι. Είναι τρελά/φουλ ~η (πβ. ερωτοχτυπημένη). Νιώθω ~η και πάλι. Είναι ακόμη ~ μαζί της (πβ. τσιμπημένος). (ως ουσ.) Η ημέρα των ~ων (: η 14η Φεβρουαρίου).|| (κατ' επέκτ.) ~η: καρδιά. ~ο: βλέμμα.|| (μτφ.) Είναι ~ με την επιστήμη του/με τη ζωή. Πβ. αφοσιω-, παθιασ-, προσηλω-μένος, τρελός. [< μεσν. ερωτεύομαι] | |
| 18434 | ερωτεύσιμος | , η, ο [ἐρωτεύσιμος] ε-ρω-τεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί εύκολα να τον ερωτευτεί κάποιος· αξιαγάπητος: ~ος: χαρακτήρας. ~η: γυναίκα (βλ. σέξι). ~α: πλάσματα. ~ και σαγηνευτικός. Ποθητός και ~. Προσωπικότητα ευχάριστη και ~η.|| ~η: πόλη. Βλ. -ιμος. | |
| 58778 | ερωτηθείς | βλ. ρωτώ | |
| 18435 | ερώτημα | [ἐρώτημα] ε-ρώ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {ερωτήμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) ρώτημα 1. πρόταση με την οποία κάποιος ζητά πληροφορίες, διευκρινίσεις, απαντήσεις ή εκφράζει απορία: αναπάντητο/βασανιστικό/βασικό/γενικό/γραπτό/διαχρονικό/επιτατικό/εύλογο/καίριο/καυτό/κομβικό/κρίσιμο/λογικό/προκλητικό/πρωταρχικό ~. Επιστημονικά/ερευνητικά/ηθικά/θεολογικά/ιστορικά/μεταφυσικά/υπαρξιακά/φιλοσοφικά ~ατα. Πρώτο/δεύτερο σκέλος ενός ~ατος. Μια σειρά ~άτων. Ανακύπτει/γεννάται/δημιουργείται/εκκρεμεί/πλανάται/προκύπτει/τίθεται το ~. Απευθύνω/διατυπώνω/υποβάλλω ένα ~ σε κάποιον. Εγείρονται πολλά/σοβαρά ~ατα (= ερωτηματικά). Το μείζον ~ είναι αν ...|| (ειδικότ. σε εξετάσεις) Να απαντήσετε σε δύο από τα πέντε ~ατα. Πβ. ζήτημα, θέμα, παρατήρηση. Βλ. υπο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αποστολή ενός ~ατος (: αίτηση για ανάκτηση πληροφορίας από βάση δεδομένων ή μηχανή αναζήτησης). ΣΥΝ. ερώτηση (1) ΑΝΤ. απάντηση (1), απόκριση (2) 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόταση που υποβάλλεται από Αρχή ή υπηρεσία σε άλλη: ~ καθαίρεσης/οριστικής απόλυσης ή παύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: αμείλικτο ερώτημα βλ. αμείλικτος [< αρχ. ἐρώτημα, γαλλ. demande, αγγλ. question, query] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ