| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18436 | ερωτηματικός | , ή, ό [ἐρωτηματικός] ε-ρω-τη-μα-τι-κός επίθ.: που δηλώνει ερώτηση, που εκφράζει απορία: ~ός: λόγος/τίτλος/τόνος. ~ό: βλέμμα/ύφος. Πβ. απορηματικός, απορημένος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: σύνδεσμος. ~ές: αντωνυμίες/λέξεις/προτάσεις/φράσεις. ~ά: επιρρήματα. ● Ουσ.: ερωτηματικό (το) 1. ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (;) που τίθεται στο τέλος κύριας πρότασης η οποία εκφράζει ερώτηση: ελληνικό ~ (σε αντιδιαστολή με το ?). 2. ερώτημα, απορία· μυστήριο, αίνιγμα, γρίφος: ανακύπτουν εύλογα/σοβαρά ~ά. Αναπάντητα παραμένουν τα ~ά για τα αίτια του δυστυχήματος. Τα ~ά πληθαίνουν/πολλαπλασιάζονται. [< γαλλ. point d΄interrogation] ● επίρρ.: ερωτηματικά [< μτγν. ἐρωτηματικός, γαλλ. interrogatif, αγγλ. interrogative] | |
| 18437 | ερωτηματολόγιο | [ἐρωτηματολόγιο] ε-ρω-τη-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ίου}: σύνολο, σειρά, κατάλογος ερωτήσεων οι οποίες πρέπει να απαντηθούν από ορισμένο δείγμα ατόμων στα πλαίσια έρευνας· συνεκδ. το έντυπο στο οποίο είναι καταγεγραμμένες οι ερωτήσεις: δομημένο ~. ~ αξιολόγησης. Η έρευνα διεξήχθη μέσω ~ίων.|| Συμπληρώνω το ~. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. questionnaire] | |
| 18438 | ερώτηση | [ἐρώτηση] ε-ρώ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. πρόταση (στο τέλος της οποίας τίθεται ερωτηματικό στον γραπτό λόγο) την οποία απευθύνει κάποιος με σκοπό να μάθει κάτι, να ελέγξει τη γνώση κάποιου σε ένα θέμα, να εκφράσει απορία για ένα ζήτημα: αδιάκριτη/απλή/αυτονόητη/γραπτή/διευκρινιστική/διλημματική/δύσκολη/επείγουσα/εύκολη/κρίσιμη/προκλητική/προφανής/προφορική/συμπληρωματική/σύντομη/τυπική/υποχρεωτική ~. ~-παγίδα. Εκφώνηση ~ης. Γενικές/διαδικαστικές/καθοδηγητικές/πιεστικές/συχνά τιθέμενες/συχνές ~ήσεις (βλ. FAQ). Είδη/λίστα (πβ. ερωτηματολόγιο)/παραδείγματα/τύποι ~ήσεων. Τεστ τριάντα ~ήσεων. ~ήσεις και ασκήσεις πολλαπλών επιλογών. Απαντώ σε/με μια ~. Θέτω/κάνω/υποβάλλω μια ~ σε κάποιον (= ρωτάω). Αποφεύγω μια ~ (: δεν απαντώ, υπεκφεύγω). Έχω μία ~. Η ~ή μου είναι αν ... ~ που έμεινε αναπάντητη. Επαναλάβατε την ~ή σας, παρακαλώ! Διατύπωση ~ήσεων κατά την ανάκριση/εξέταση. Δέχτηκε καταιγισμό ~ήσεων. Πβ. απορία, ερώτημα. ΑΝΤ. απάντηση (1), απόκριση (1) 2. ΠΟΛΙΤ. έγγραφο με το οποίο ένας ή περισσότεροι βουλευτές ζητούν από εκπρόσωπο της κυβέρνησης να τους πληροφορήσει σχετικά με ένα θέμα: επίκαιρη/κοινοβουλευτική ~. Αποσύρω/καταθέτω μια ~. Πβ. επ~. Βλ. αίτημα, κοινοβουλευτικός έλεγχος. 3. ΓΛΩΣΣ. ερωτηματική πρόταση: ~ μερικής/ολικής αγνοίας. ~ επιθυμίας (: π.χ. Να έρθω; Βλ. ~ κρίσεως). ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις ανοιχτού τύπου/ανοιχτές ερωτήσεις: για ανάπτυξη, ελεύθερη απάντηση, χωρίς προκαθορισμένη λίστα επιλογών. [< γαλλ. questions ouvertes] , ερωτήσεις αντιστοίχισης & σύζευξης: με τις οποίες ζητείται η αντιστοίχιση προτάσεων, εικόνων, λέξεων, φράσεων., ερωτήσεις κλειστού τύπου/κλειστές ερωτήσεις: που απαιτούν απάντηση από περιορισμένη λίστα επιλογών, όπως οι ερωτήσεις σωστού-λάθους, συμπλήρωσης κενού, πολλαπλών επιλογών. [< γαλλ. questions fermées] , ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού: (στην εκπαίδευση) προτάσεις με ένα ή περισσότερα κενά τα οποία ζητείται να συμπληρωθούν με κατάλληλες λέξεις, φράσεις, οι οποίες μπορεί να δίνονται ή όχι: π.χ. Το νερό αποτελείται από οξυγόνο και ____ (ενν. υδρογόνο)., ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης: σύνολο προτάσεων που πρέπει να χαρακτηριστούν ως σωστές ή λανθασμένες., ερώτηση κρίσεως 1. για την απάντηση της οποίας απαιτείται κρίση, σκέψη: Ερωτήσεις γνώσεων και ~ήσεις ~. (σε εξέταση:) ~ήσεις ~ με ανοιχτά βιβλία. 2. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται με οριστική: ~ ~ και ερώτηση επιθυμίας., επίκαιρη ερώτηση βλ. επίκαιρος, ευθεία ερώτηση βλ. ευθύς, πλάγια ερώτηση βλ. πλάγιος, ρητορική ερώτηση βλ. ρητορικός [< αρχ. ἐρώτησις, γαλλ.-αγγλ. question] | |
| 18439 | ερωτιάρης | , α, ικο [ἐρωτιάρης] ε-ρω-τιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από έντονη ερωτική διάθεση, συμπεριφορά ή/και ζωή: ~ης: τύπος. ~ικο: τραγούδι.|| ~ και αισθηματίας. Πβ. αγαπησιάρης, γκομενιάρης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτύλος, καζανόβας, κορτάκιας, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. ερωτιάρης] | |
| 18440 | ερωτιάρικος | , η, ο [ἐρωτιάρικος] ε-ρω-τιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζεται από ερωτισμό, αισθησιασμό: ~ο: βλέμμα (= λάγνο). Πβ. ερωτικός. ● επίρρ.: ερωτιάρικα | |
| 18441 | ερωτιδέας | [ἐρωτιδέας] ε-ρω-τι-δέ-ας ουσ. (αρσ.) {ερωτιδ-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & (λόγ.) ερωτιδεύς 1. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) εικαστική αναπαράσταση του θεού Έρωτα ως παιδιού: αγαλματίδιο ~έα. 2. εραστής. Πβ. ερωτύλος. [< μτγν. ἐρωτιδεύς] | |
| 18442 | ερωτικός | , ή, ό [ἐρωτικός] ε-ρω-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον έρωτα: ~ή: εξομολόγηση/ιστορία/λογοτεχνία. ~ό: δράμα/σκίρτημα. ~ά: γράμματα/λόγια (= ερωτόλογα)/μηνύματα/ποιήματα/τραγούδια/υπονοούμενα. Πβ. αισθηματικός.|| ~ός: δεσμός/σύντροφος. ~ή: απογοήτευση/ατμόσφαιρα/βιομηχανία/διάθεση/έλξη/εμμονή/ένωση/ζωή/κίνηση/περιπέτεια/σκηνή/συνεύρεση/σχέση/τέχνη (βλ. κάμα σούτρα). ~ό: πάθος/σκάνδαλο. ~ές: αγγελίες (= ροζ)/επιθυμίες/επιτυχίες/κατακτήσεις/περιπτύξεις/προτάσεις/προτιμήσεις/συναντήσεις/φαντασιώσεις. ~ά: βοηθήματα/παιχνίδια. Για ~ούς λόγους. Με ~ούς σκοπούς. Πβ. σεξουαλικός. 2. που εκπέμπει, αποπνέει ερωτισμό: ~ός: χορός. Πβ. αισθησιακός, ερεθιστικός, ερωτιάρικος. ΑΝΤ. αντιερωτικός ● Ουσ.: ερωτικά (τα) (προφ.): ενν. ζητήματα, η ερωτική ζωή: Πώς πάνε τα ~ σου; Πβ. γκομενικά. ΣΥΝ. αισθηματικά (τα) ● επίρρ.: ερωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική φωλιά βλ. φωλιά, ερωτική/σεξουαλική επαφή βλ. επαφή, ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, σεξουαλική/ερωτική πράξη βλ. πράξη [< αρχ. ἐρωτικός, γαλλ. érotique, αγγλ. erotic, γερμ. erotisch] | |
| 18443 | ερωτισμός | [ἐρωτισμός] ε-ρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ερωτική διάθεση, σεξουαλική απόλαυση, τάση ή ατμόσφαιρα· τα στοιχεία που τη δημιουργούν: βαθύς/έντονος (πβ. λαγνεία)/λανθάνων ~ . Αποπνέει/εκπέμπει ~ό (: σεξουλική διέγερση ή επιθυμία). Βλ. αυτο~, ηδυπάθεια, -ισμός. ΣΥΝ. αισθησιασμός [< γαλλ. érotisme, αγγλ. eroti(ci)sm] | |
| 18444 | ερωτο- & ερωτ- | (σε παρατακτικά σύνθ.): λεξικό πρόθημα ουσιαστικών που αναφέρονται στην ερώτηση: ερωτ-απαντήσεις/~αποκρίσεις. | |
| 18445 | ερωτο- & ερωτό- | : το ουσιαστικό έρωτας ως α' συνθετικό λέξεων: ερωτο-δουλειά/~τροπώ/~χτυπημένος. Ερωτό-λογα. | |
| 18446 | ερωτογενής | , ής, ές [ἐρωτογενής] ε-ρω-το-γε-νής επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτογενής ζώνη: περιοχή ή σημείο του σώματος που προκαλεί έντονη ερωτική διέγερση. Βλ. σημείο G, -γενής. [< γαλλ. zone érogène, αγγλ. erogenous zone, πβ. erotogenic] | |
| 18447 | ερωτοδουλειά | [ἐρωτοδουλειά] ε-ρω-το-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): ερωτική υπόθεση, περιπέτεια, σχέση συνήθ. παράνομη: κρυφές ~ές. ΣΥΝ. τσιλιμπούρδισμα | |
| 18448 | ερωτόληπτος | , η, ο [ἐρωτόληπτος] ε-ρω-τό-λη-πτος επίθ.: (λόγ.) που ερωτεύεται εύκολα. [< μεσν. ερωτόληπτος] | |
| 18449 | ερωτόλογα | [ἐρωτόλογα] ε-ρω-τό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): ερωτικά λόγια. Πβ. γλυκό-, τρυφερό-λογα. | |
| 18450 | ερωτομανής | , ής, ές [ἐρωτομανής] ε-ρω-το-μα-νής επίθ./ουσ.: που διακατέχεται από ερωτομανία. Πβ. νυμφομανής. ΣΥΝ. σεξομανής [< αρχ. ἐρωτομανής, γαλλ. érotomane, γερμ. Erotomane] | |
| 18451 | ερωτομανία | [ἐρωτομανία] ε-ρω-το-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. σεξομανία. Πβ. νυμφομανία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παραληρηματική διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής έχει έμμονες ιδέες ότι κάποιος, συνήθ. διάσημος, είναι ερωτευμένος μαζί του. Βλ. -μανία. [< μτγν. ἐρω(το)μανία ‘τρελός έρωτας’, γαλλ. érotomanie, αγγλ. erotomania, γερμ. Erotomanie] | |
| 18452 | ερωτόπληκτος | , η, ο [ἐρωτόπληκτος] ε-ρω-τό-πλη-κτος επίθ.: (σπάν.-λόγ.) ερωτοχτυπημένος. | |
| 18453 | ερωτοτροπία | [ἐρωτοτροπία] ε-ρω-το-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκδήλωση ερωτικής συμπεριφοράς, ερωτικού ενδιαφέροντος, φλερτ: σκηνές ~ας. Επιδίδεται σε ~ες (πβ. γλύκες).|| (μτφ.) Η ~ με την εξουσία. Πβ. φλερτάρισμα. | |
| 18454 | ερωτοτροπώ | [ἐρωτοτροπῶ] ε-ρω-το-τρο-πώ ρ. (αμτβ.) {ερωτοτροπ-είς ... | ερωτοτρόπ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.) ΣΥΝ. φλερτάρω 1. εκδηλώνω ερωτική επιθυμία, διάθεση, συμπεριφορά: Έφηβοι/ζευγάρια που ~ούσαν. Πβ. ζαχαρώνω, κορτάρω, σιροπιάζω, τσιλιμπουρδίζω, παίζει το μάτι του. 2. (+ με, μτφ.) εκδηλώνω έντονα τη συμπάθεια, το ενδιαφέρον μου για κάτι ή κάποιον: Ερμηνεύτρια που ~εί με το λαϊκό τραγούδι. | |
| 18455 | ερωτοχτυπημένος | , η, ο [ἐρωτοχτυπημένος] ε-ρω-το-χτυ-πη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-λαϊκό): ερωτευμένος. Πβ. τσιμπημένος. [< γαλλ. amouraché] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ