Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19340-19360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18452ερωτόπληκτος, η, ο [ἐρωτόπληκτος] ε-ρω-τό-πλη-κτος επίθ.: (σπάν.-λόγ.) ερωτοχτυπημένος.
18453ερωτοτροπία[ἐρωτοτροπία] ε-ρω-το-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκδήλωση ερωτικής συμπεριφοράς, ερωτικού ενδιαφέροντος, φλερτ: σκηνές ~ας. Επιδίδεται σε ~ες (πβ. γλύκες).|| (μτφ.) Η ~ με την εξουσία. Πβ. φλερτάρισμα.
18454ερωτοτροπώ[ἐρωτοτροπῶ] ε-ρω-το-τρο-πώ ρ. (αμτβ.) {ερωτοτροπ-είς ... | ερωτοτρόπ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.) ΣΥΝ. φλερτάρω 1. εκδηλώνω ερωτική επιθυμία, διάθεση, συμπεριφορά: Έφηβοι/ζευγάρια που ~ούσαν. Πβ. ζαχαρώνω, κορτάρω, σιροπιάζω, τσιλιμπουρδίζω, παίζει το μάτι του. 2. (+ με, μτφ.) εκδηλώνω έντονα τη συμπάθεια, το ενδιαφέρον μου για κάτι ή κάποιον: Ερμηνεύτρια που ~εί με το λαϊκό τραγούδι.
18455ερωτοχτυπημένος, η, ο [ἐρωτοχτυπημένος] ε-ρω-το-χτυ-πη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-λαϊκό): ερωτευμένος. Πβ. τσιμπημένος. [< γαλλ. amouraché]
18456ερωτύλος[ἐρωτύλος] ε-ρω-τύ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.-ειρων.): άντρας που έχει έντονη ερωτική ζωή, αρκετές εφήμερες σχέσεις. Πβ. αγαπησ-, γκομεν-, ερωτ-ιάρης, γυναικάς, δον Ζουάν, ζωηρός, καζανόβας, κορτάκιας, μουρντάρης, μπερμπάντης. [< μτγν. ἐρωτύλος ‘ερωτικός’]
18457ερωτώβλ. ρωτώ
18458ερωτώμενος, η, ο [ἐρωτώμενος] ε-ρω-τώ-με-νος επίθ./ουσ.: αυτός που ερωτάται να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα, συνήθ. σε συνεντεύξεις, δημοσκοπήσεις, έρευνες ή στον Τύπο: Ο ~ μπορεί να εκφράσει την γνώμη του ελεύθερα (= συνεντευξιαζόμενος. Βλ. συνεντευκτής). Ζητήθηκε από τους ~ους (= αξιολογούμενους. Βλ. αξιολογητής) να ... Εκλογική συμπεριφορά των ~ων. Οι οκτώ στους δέκα ~ους θεωρούν ...|| (ως επίθ.) Οι ~οι πολίτες/πολιτικοί/υπουργοί (βλ. επερώτηση)/υποψήφιοι (για πρόσληψη).|| (ως μτχ.) ~ ποια είναι η άποψή του για το θέμα, είπε ότι ... ● βλ. ρωτώ [< αρχ. ἐρωτώμενος]
18460ΕΣ1. (ο) Ελληνικός Στρατός. 2. (ο) Ερυθρός Σταυρός. Βλ. ΕΕΣ. 3. (το) Ελεγκτικό Συνέδριο.
18478ες-εςουσ. (ουδ.) {άκλ.} (τα): ΙΣΤ. ειδικό αστυνομικό σώμα του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ που αποτέλεσε και την προσωπική του φρουρά: αξιωματικός/συνεργάτης των ~. Βλ. γκεστάπο. [< γερμ. S(chutz) S(taffel), γαλλ. SS, 1934]
18462εσαεί & ες αεί[ἐσαεί] ε-σα-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): συνέχεια, αιώνια, για πάντα: Δεν μπορεί να κρύβεται ~. Πβ. επ' άπειρον, στους αιώνες των αιώνων. ● ΦΡ.: κτήμα ες αεί/αιεί βλ. κτήμα [< αρχ. ἐς αἰεί, εἰς ἀεί]
18463εσαλότ[ἐσαλότ] ε-σα-λότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. ασκαλώνιο, σκορδοκρέμμυδο. [< γαλλ. échalote]
18464ΕΣΑμεΑ& ΕΣΑΕΑ (η): Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία/Ειδικές Ανάγκες.
18465εσάνς[ἐσάνς ] ε-σάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. εκχύλισμα συμπυκνωμένων ουσιών, φυσικών ή συνθετικών, που χρησιμοποιούνται κυρ. στη ζαχαροπλαστική και την αρωματοποιία: ~ βανίλιας. Κέικ με ~ αμυγδάλου/πορτοκαλιού. 2. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί πρόσθετο, δευτερεύον χαρακτηριστικό ή στοιχείο μιας κατάστασης: ~ μυστηρίου/νοσταλγίας. [< γαλλ. essence]
18466ΕΣΑΠ1. (η) Ένωση Σωματείων Αμειβομένων Πετοσφαιριστών. 2. (το) Εθνικό Συμβούλιο Αγροτικής Πολιτικής. 3. (ο) Εθνικός Σύνδεσμος Αναπήρων Πολέμου.
18468εσάςβλ. εσύ
18469ΕΣΔΑ1. (η) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 2. (η) Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. 3. (το) Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση.
18470ΕΣΔΔΑ(η): Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης.
18471ΕΣΔΥ(η): Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας.
18472ΕΣΕ1. (το) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εργαζομένων. 2. (το) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας. 3. (η) Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία. 4. (η) Επιστηµονική Συντονιστική Επιτροπή.
18473ΕΣΕΕ(η): Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.