| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 18477 | εσένα | βλ. εσύ | |
| 18479 | ΕΣΕΤ | 1. (το) Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας. 2. (η) Ένωση Συντακτών Επαρχιακού Τύπου. | |
| 18480 | ΕΣΗΕΑ | (η): Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. | |
| 18481 | ΕΣΗΕΜ-Θ | (η): Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης. | |
| 18482 | εσθήτα | [ἐσθήτα] ε-σθή-τα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γυναικείο φόρεμα, συνήθ. επίσημο: βασιλική/νυφική ~.|| Η ιερή ~ της Θεομήτορος. [< αρχ. ἐσθής ‘ένδυμα’] | |
| 18483 | εσθονικός | , -ή, -ό [ἐσθονικός] ε-σθο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Εσθονία ή/και τους Εσθονούς. ● Ουσ.: Εσθονικά (τα) & (επίσ.) Εσθονική (η): η εσθονική γλώσσα. | |
| 18484 | Εσθονός, Εσθονή | [Ἐσθονός] Ε-σθο-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Εσθονία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την εσθονική υπηκοότητα. | |
| 18485 | εσκαλόπ | [ἐσκαλόπ] ε-σκα-λόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λεπτό φιλέτο κρέατος ή σπανιότ. ψαριού: ~ γαλοπούλας/σολομού. ~ με μανιτάρια. Πβ. σκαλοπίνια. Βλ. σνίτσελ. [< γαλλ. escalope] | |
| 18486 | εσκαμμένος | , η, ο [ἐσκαμμένος] ε-σκαμ-μέ-νος επίθ./ουσ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα: ξεπερνώ τα επιτρεπτά όρια συμπεριφοράς: Το θράσος του υπερβαίνει ~ ~. ΣΥΝ. παραφέρομαι, παρεκτρέπομαι (1) [< αρχ. ἐσκαμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σκάπτω] | |
| 18488 | εσκεμμένος | , η, ο [ἐσκεμμένος] ε-σκεμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έγινε με πρόθεση, ηθελημένος: ~η: ενέργεια. ~ο: λάθος. ~οι: χειρισμοί. Πβ. εκούσιος, σκόπιμος. ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος ● επίρρ.: εσκεμμένα & (λόγ.) εσκεμμένως [< αρχ. ἐσκεμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σκέπτομαι, γαλλ. délibéré] | |
| 58804 | ΕΣΚΙΜΩΟΣ | | |
| 18489 | ΕΣΚΤ | (το): Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Βλ. ευρωσύστημα. | |
| 18490 | ΕΣΛ | (το): Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών. | |
| 18491 | ΕΣΜ | (το): Εθνικό Συμβούλιο Μεταμοσχεύσεων. | |
| 18492 | εσμός | [ἑσμός] ε-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-μειωτ.): πλήθος, μεγάλο σύνολο συνήθ. ανθρώπων: ~ αργόσχολων/καρεκλοκένταυρων. Ο ~ των ανίκανων. Πβ. σμάρι, συρφετός. Βλ. όχλος [< αρχ. ἑσμός ‘σμήνος, ομάδα, συρροή’] | |
| 18493 | εσνάφι | βλ. σινάφι | |
| 18494 | έσο | [ἔσο] έ-σο ρ. (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: έσο έτοιμος: προσκοπικό ρητό που χρησιμοποιείται κατ' επέκτ. ως παρότρυνση σε κάποιον, ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας: ~ ~ ανά πάσα ώρα και στιγμή. Βλ. γρηγορείτε! [< αρχ. ἔσο, β’ πρόσ. προστ. ενεστ. του ρ. εἰμί] | |
| 18495 | έσοδα | [ἔσοδα] έ-σο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {εσόδ-ων | σπάν. στον εν. έσοδο}: οτιδήποτε εισπράττει φυσικό ή νομικό πρόσωπο με μορφή χρηματικής απολαβής: ακαθάριστα/δημοτικά/ετήσια/καθαρά/λειτουργικά/μηνιαία ~. Τα ~ της επιχείρησης/του κράτους. ~ από διαφημίσεις/προμήθειες/πωλήσεις. Πηγές ~ων. Πβ. εισόδημα, πόροι, πρόσοδος. ΑΝΤ. δαπάνη (1), έξοδα [< μεσν. έσοδον] | |
| 18496 | εσοδεία | [ἐσοδεία] ε-σο-δεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σοδειά, συγκομιδή: εαρινή ~. ~ βάμβακος. Κρασιά νέας ~ας. [< μεσν. εσοδεία] | |
| 18497 | εσοχή | [ἐσοχή] ε-σο-χή ουσ. (θηλ.): κοιλότητα που βρίσκεται σε επιφάνεια: ~ του βράχου/του τοίχου (ΑΝΤ. προεξοχή). ~ές πεζοδροµίων (για στάση και στάθμευση οχημάτων). Πβ. βαθούλωμα, κοίλωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (ηλεκτρονικού) κειμένου (βλ. στηλοθέτης)/παραγράφου (: κενό στην αρχή της). ΑΝΤ. εξοχή (2) [< μτγν. εἰσοχή] | |