Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19360-19380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18477εσέναβλ. εσύ
18479ΕΣΕΤ1. (το) Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας. 2. (η) Ένωση Συντακτών Επαρχιακού Τύπου.
18480ΕΣΗΕΑ(η): Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.
18481ΕΣΗΕΜ-Θ(η): Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης.
18482εσθήτα[ἐσθήτα] ε-σθή-τα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γυναικείο φόρεμα, συνήθ. επίσημο: βασιλική/νυφική ~.|| Η ιερή ~ της Θεομήτορος. [< αρχ. ἐσθής ‘ένδυμα’]
18483εσθονικός, -ή, -ό [ἐσθονικός] ε-σθο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Εσθονία ή/και τους Εσθονούς. ● Ουσ.: Εσθονικά (τα) & (επίσ.) Εσθονική (η): η εσθονική γλώσσα.
18484Εσθονός, Εσθονή[Ἐσθονός] Ε-σθο-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Εσθονία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την εσθονική υπηκοότητα.
18485εσκαλόπ[ἐσκαλόπ] ε-σκα-λόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λεπτό φιλέτο κρέατος ή σπανιότ. ψαριού: ~ γαλοπούλας/σολομού. ~ με μανιτάρια. Πβ. σκαλοπίνια. Βλ. σνίτσελ. [< γαλλ. escalope]
18486εσκαμμένος, η, ο [ἐσκαμμένος] ε-σκαμ-μέ-νος επίθ./ουσ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα: ξεπερνώ τα επιτρεπτά όρια συμπεριφοράς: Το θράσος του υπερβαίνει ~ ~. ΣΥΝ. παραφέρομαι, παρεκτρέπομαι (1) [< αρχ. ἐσκαμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σκάπτω]
18488εσκεμμένος, η, ο [ἐσκεμμένος] ε-σκεμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έγινε με πρόθεση, ηθελημένος: ~η: ενέργεια. ~ο: λάθος. ~οι: χειρισμοί. Πβ. εκούσιος, σκόπιμος. ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος ● επίρρ.: εσκεμμένα & (λόγ.) εσκεμμένως [< αρχ. ἐσκεμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σκέπτομαι, γαλλ. délibéré]
58804ΕΣΚΙΜΩΟΣ
18489ΕΣΚΤ(το): Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Βλ. ευρωσύστημα.
18490ΕΣΛ(το): Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών.
18491ΕΣΜ(το): Εθνικό Συμβούλιο Μεταμοσχεύσεων.
18492εσμός[ἑσμός] ε-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-μειωτ.): πλήθος, μεγάλο σύνολο συνήθ. ανθρώπων: ~ αργόσχολων/καρεκλοκένταυρων. Ο ~ των ανίκανων. Πβ. σμάρι, συρφετός. Βλ. όχλος [< αρχ. ἑσμός ‘σμήνος, ομάδα, συρροή’]
18493εσνάφιβλ. σινάφι
18494έσο[ἔσο] έ-σο ρ. (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: έσο έτοιμος: προσκοπικό ρητό που χρησιμοποιείται κατ' επέκτ. ως παρότρυνση σε κάποιον, ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας: ~ ~ ανά πάσα ώρα και στιγμή. Βλ. γρηγορείτε! [< αρχ. ἔσο, β’ πρόσ. προστ. ενεστ. του ρ. εἰμί]
18495έσοδα[ἔσοδα] έ-σο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {εσόδ-ων | σπάν. στον εν. έσοδο}: οτιδήποτε εισπράττει φυσικό ή νομικό πρόσωπο με μορφή χρηματικής απολαβής: ακαθάριστα/δημοτικά/ετήσια/καθαρά/λειτουργικά/μηνιαία ~. Τα ~ της επιχείρησης/του κράτους. ~ από διαφημίσεις/προμήθειες/πωλήσεις. Πηγές ~ων. Πβ. εισόδημα, πόροι, πρόσοδος. ΑΝΤ. δαπάνη (1), έξοδα [< μεσν. έσοδον]
18496εσοδεία[ἐσοδεία] ε-σο-δεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σοδειά, συγκομιδή: εαρινή ~. ~ βάμβακος. Κρασιά νέας ~ας. [< μεσν. εσοδεία]
18497εσοχή[ἐσοχή] ε-σο-χή ουσ. (θηλ.): κοιλότητα που βρίσκεται σε επιφάνεια: ~ του βράχου/του τοίχου (ΑΝΤ. προεξοχή). ~ές πεζοδροµίων (για στάση και στάθμευση οχημάτων). Πβ. βαθούλωμα, κοίλωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (ηλεκτρονικού) κειμένου (βλ. στηλοθέτης)/παραγράφου (: κενό στην αρχή της). ΑΝΤ. εξοχή (2) [< μτγν. εἰσοχή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.