| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 938 | αέρι | βλ. αγέρι | |
| 939 | αεριαγωγός | [ἀεριαγωγός] α-ε-ρι-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): αγωγός για μεταφορά και διοχέτευση, συνήθ. φυσικού αερίου: υποθαλάσσιοι ~οί. ~οί διανομής/προσαγωγής. Δίκτυα ~ών. Βλ. -αγωγός, αεραγωγός. [< γαλλ. conduite de gaz] | |
| 940 | αερίζω | [ἀερίζω] α-ε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αέρι-σα, -στηκε, -στεί, μτχ. αεριζ-όμενος, αερι-σμένος, συνηθέστ. μεσοπαθ.} 1. αφήνω κάτι εκτεθειμένο στον αέρα: ~ ρούχα/χαλιά. Σκαλίζουμε επιφανειακά το χώμα, ώστε να ~στεί (= πάρει αέρα).|| Γάντια από ~όμενο (= αεροδιαπερατό) υλικό. ~όμενα: δισκόφρενα. 2. ανανεώνω τον αέρα, κάνω εξαερισμό σε κλειστό χώρο: ~ το σπίτι. Το υπνοδωμάτιο πρέπει να ~εται καθημερινά. Καλά ~όμενη αίθουσα.|| Συστήματα κλιματισμού που ψύχουν, θερμαίνουν ή ~ουν τους χώρους. ΣΥΝ. εξαερίζω ● Παθ.: αερίζομαι 1. κάνω αέρα με κάτι, για να δροσιστώ: ~ με τη βεντάλια. 2. (ευφημ.) πέρδομαι. [< μεσν. αερίζω] | |
| 941 | αερικό | [ἀερικό] α-ε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) & αγερικό: ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) άυλο πλάσμα που συνήθ. προκαλεί κακό στους ανθρώπους. Πβ. ξωτικό, στοιχειό, τελώνιο, φάντασμα. Βλ. νεράιδα. [< μεσν. αερικό(ν)] | |
| 942 | αέρινος | , η, ο [ἀέρινος] α-έ-ρι-νος επίθ. (κυρ. λογοτ.): λεπτός, ανάλαφρος, διαφανής: ~η: μορφή/ομορφιά. ~ο: κορμί/πλάσμα. Οι ~ες κινήσεις των χορευτών. Πβ. αιθέριος. Βλ. αεράτος.|| ~η: εσάρπα. ~ο: πέπλο/φόρεμα. ~α: ρούχα. Πβ. αραχνοΰφαντος. [< αρχ. ἀέρινος] | |
| 943 | αέριο | [ἀέριο] α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αερί-ου | -ων}: κατάσταση ή φάση της ύλης κατά την οποία τα άτομα συνδέονται ασθενώς· σώμα που διαχέεται ακαθόριστα, καταλαμβάνοντας όλο τον χώρο στον οποίο εισάγεται ή περιέχεται: άοσμο/αποπνικτικό/άχρωμο/δακρυγόνο/δηλητηριώδες/δύσοσμο/εκρηκτικό/εύφλεκτο/καύσιμο/καυστικό/προωθητικό/πτητικό (: που εξαερώνεται γρήγορα)/ραδιενεργό/τοξικό ~. Θειούχα/φθοριούχα/φυσικά/χημικά ~α. ~α καύσης (πβ. απ-, καπν-αέρια). Εκπομπή ~ων. Κινητική θεωρία/νόμοι των ~ων. Βλ. βιο~, υγρ~, υδρ~, φωτ~, στερεό, υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου & θερμοκηπιακά αέρια: τα αέρια συστατικά της ατμόσφαιρας (κυρ. το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο και οι υδρατμοί) που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου: αύξηση/εκπομπές/μείωση των ~ων ~. [< αγγλ. greenhouse gases] , εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου): ΙΑΤΡ. αυτά που σχηματίζονται στο έντερο με τη ζύμωση των τροφών και μέρος τους αποβάλλεται από τον πρωκτό· (ευφημ.) πορδές: Τα περισσότερα ~ ~ παράγονται από την πέψη των υδατανθράκων.|| Έχει βαρυστομαχιά και ~., ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια: ΧΗΜ. στοιχεία που σχηματίζουν πολύ λίγες χημικές ενώσεις: Τα ~ ~ (: αργό, ήλιο, κρυπτό, νέον, ξένο, ραδόνιο) αποτελούν τη μηδενική ομάδα του περιοδικού πίνακα. [< γαλλ. inerte, noble, rare gaz] , ιδανικό αέριο & (σπάν.) τέλειο αέριο: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. υποθετικό αέριο στο οποίο δεν ασκούνται δυνάμεις έλξης μεταξύ των μορίων. [< αγγλ. ideal gas] , υγροποιημένο αέριο πετρελαίου: υγραέριο. [< αγγλ. Liquefied Petroleum Gas - LPG, 1943, γαλλ. gaz de pétrole liquéfié] , υγροποιημένο φυσικό αέριο (συντομ. ΥΦΑ): ΧΗΜ. που ψύχεται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, προκειμένου να μετατραπεί σε υγρό, ώστε να διευκολύνεται η αποθήκευση και μεταφορά του. [< αγγλ. Liquefied Natural Gas - LNG, 1940, γαλλ. gaz naturel liquéfié] , φυσικό αέριο: ΧΗΜ. μείγμα αέριων κορεσμένων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ως (οικολογικό) καύσιμο και ως πρώτη ύλη της χημικής βιομηχανίας: αγωγός ~ού ~ου (πβ. αεριαγωγός). Βλ. μεθάνιο. [< γαλλ. gaz naturel, αγγλ. natural gas] , χημικά/πολεμικά αέρια: ΣΤΡΑΤ. αέριες ή υγρές χημικές ουσίες που βλάπτουν τον ανθρώπινο οργανισμό και χρησιμοποιούνται ως όπλο στον πόλεμο: Μάσκες που προστατεύουν από ~ ~. [< αγγλ. war gas, 1934, γαλλ. gaz de combat] , αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, αέριο της μουστάρδας βλ. μουστάρδα, αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, ασφυξιογόνα (αέρια) βλ. ασφυξιογόνος, θάλαμος αερίων βλ. θάλαμος, κροτούν αέριο βλ. κροτεί [< γαλλ. gaz] | |
| 944 | αεριο- & αερι- | : α' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει ότι κάτι δημιουργείται από αέρια ή κινείται με εκτόξευσή τους: αεριο-στρόβιλος. Αερι-ωθούμενο. | |
| 945 | αεριογεννήτρια | [ἀεριογεννήτρια] α-ε-ρι-ο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που παράγει καύσιμο αέριο: ~ες αερίου ή νερού/ακετυλενίου. ΣΥΝ. αεριογόνο [< γαλλ. gazogène] | |
| 946 | αεριογόνος | , α/ος, ο [ἀεριογόνος] α-ε-ρι-ο-γό-νος επίθ.: που σχηματίζει ή παράγει αέρια: (ΙΑΤΡ.) ~ος: γάγγραινα/ψευδομονάδα. ~οι: βάκιλοι. ~α: βακτηρίδια.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: συσκευή. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: αεριογόνο (το): ΤΕΧΝΟΛ. αεριογεννήτρια. | |
| 947 | αεριοποίηση | [ἀεριοποίηση] α-ε-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή στερεού ή υγρού στοιχείου, κυρ. άνθρακα, σε αέριο: ~ βιομάζας/υγροποιημένου φυσικού αερίου. Θερμική επεξεργασία απορριμμάτων (καύση, πυρόλυση, ~). Βλ. ατμο-, υγρο-ποίηση. ΣΥΝ. εξαερίωση [< γαλλ. gazéification] | |
| 948 | αεριοποιητής | [ἀεριοποιητής] α-ε-ρι-ο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αντιδραστήρας που μετατρέπει στερεά ή υγρά σε αέρια: ~ές θαλάσσιου νερού/καύσης. [< αγγλ. gasifier] | |
| 949 | αεριοποιώ | [ἀεριοποιῶ] α-ε-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αεριοποι-εί | αεριοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. προκαλώ αεριοποίηση: ~ημένα: καύσιμα. Βλ. εξαερώνω, ρευστο-, στερεο-, υγρο-ποιώ. [< γαλλ. gazéifier] | |
| 950 | αεριοπροώθηση | βλ. αεριώθηση | |
| 951 | αεριοπροωθούμενος | , η, ο βλ. αεριωθούμενος | |
| 952 | αέριος | , α, ο [ἀέριος] α-έ-ρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (επιστ.) που έχει τη μορφή αερίου: ~α: κατάσταση. ~ο: άζωτο. ~ες: ενώσεις. ~α: απόβλητα/καύσιμα. ~οι: υδρογονάνθρακες. Εκπομπή ~ων ρύπων.|| ~ος: χρωματογράφος (: ανιχνεύει ή αναλύει αέρια). Πβ. αερ(ι)ώδης. 2. που αποτελείται από αέρα: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ες ψυχρές μάζες. ~α: ρεύματα/στρώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριος γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ. ἀέριος, γαλλ. gazeux] | |
| 953 | αεριοστροβιλικός | , ή, ό [ἀεριοστροβιλικός] α-ε-ρι-ο-στρο-βι-λι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στον αεριοστρόβιλο: ~ός: αντιδραστήρας/σταθμός. ~ές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. | |
| 954 | αεριοστρόβιλος | [ἀεριοστρόβιλος] α-ε-ρι-ο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) & αεροστρόβιλος: ΜΗΧΑΝΟΛ. θερμικός κινητήρας που μετατρέπει την ενέργεια συμπιεσμένου και θερμού καύσιμου αερίου σε μηχανική: αεροπορικός/βιομηχανικός/ναυτικός ~. ~ ανοικτού/κλειστού κυκλώµατος. Βλ. στροβιλοαντιδραστήρας, τουρμπίνα.|| (κ. ως επίθ.) ~οι κινητήρες. [< αγγλ. gas-turbine, 1904] | |
| 955 | αεριούχος | , α/ος, ο [ἀεριοῦχος] α-ε-ρι-ού-χος επίθ. (επίσ.): που περιέχει διαλυμένο αέριο, συνήθ. διοξείδιο του άνθρακα: ~ο: αναψυκτικό/(μεταλλικό) νερό. ~α: κρασιά/οξέα.|| (ως ουσ.) Αποφεύγει τα ~α (ενν. ποτά· βλ. γκαζόζα). Πβ. ανθρακούχος. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. gazeux] | |
| 956 | αεριοφυλάκιο | [ἀεριοφυλάκιο] α-ε-ρι-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο αποθήκευσης ή μεταφοράς καύσιμων αερίων σε συνθήκες σταθερής πίεσης: ~α πλοίων. Το βιοαέριο συλλέγεται σε ~. Βλ. αεροφυλάκιο, -φυλάκιο. [< αγγλ. gasholder] | |
| 957 | αέρισμα | [ἀέρισμα] α-έ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αερίζω: ~ παπλώματος/ρούχων. Το δωμάτιο χρειάζεται ~, άνοιξε τα παράθυρα. Βλ. (εξ)αερισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ