Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19400-19420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18519εστεμμένος, η, ο [ἐστεμμένος] ε-στεμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει στεφθεί, συνήθ. βασιλιάς: ~ος: αυτοκράτορας/πρίγκιπας.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: πρωταθλητής. ~η: καλλονή (ενν. σε διαγωνισμό ομορφιάς).|| (ως ουσ.) Οι ~ες των καλλιστείων. ● βλ. στέφω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. στέφω]
18520εστέρας[ἐστέρας] ε-στέ-ρας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση που παράγεται με επίδραση μεταξύ αλκοόλης και οξέος, με ταυτόχρονη αποβολή ύδατος: αιθυλικός/μεθυλικός ~. ~ες γλυκερίνης/χοληστερόλης. Βλ. πολυ~. [< γερμ. Ester, γαλλ. ester]
18522εστέτ[ἐστέτ] ε-στέτ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: πρόσωπο που θεωρεί το ωραίο μέγιστη αξία, κυρ. στην τέχνη: ένας ~ των Γραμμάτων/της διανόησης.|| (ως επίθ.) ~ απόψεις/συγγραφέας. [< γαλλ. esthète, γερμ. Ästhet, αγγλ. aesthete]
18523εστί[ἐστί] ε-στί ρ. (αρχαιοπρ.): είναι. ● ΦΡ.: τι εστί (εμφατ.): (για κάτι αξιοσημείωτο, δύσκολο) τι θα πει, τι σημαίνει: Ξέρω ~ ~ πόνος. Αγνοούν ~ ~ σωστή οδήγηση. Δεν γνωρίζεις ~ ~ να εργάζεσαι., Άξιον Εστί βλ. άξιος, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ, τι εστί βερίκοκο βλ. βερίκοκο, ων ουκ έστιν αριθμός βλ. αριθμός [< αρχ. ἐστί κ. ἔστι]
18524εστία[ἑστία]ε-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. θάλαμος, τμήμα συσκευής ή κατασκευής όπου γίνεται καύση ή αναπτύσσεται υψηλή θερμοκρασία, κυρ. για θέρμανση ή μαγείρεμα· τζάκι: αερόθερμη/ανοικτή/κλειστή/μαντεμένια ~. Ενεργειακές ~ες. Είδη/σχεδιασμός ~ών. Βλ. κλίβανος, φούρνος.|| Κουζίνα αερίου με εμαγιέ/κεραμικές ~ες. ~ γκαζιού. Ηλεκτρική ~ (: ακτινοβολίας, αλογόνου). Επαγωγική ~ (: διαθέτει ειδικά πηνία παραγωγής μαγνητικού πεδίου το οποίο μετατρέπεται σε θερμότητα). Φουρνάκι τριών ~ών. Πβ. μάτι. 2. (με κεφαλ. Ε) ονομασία ορισμένων ιδρυμάτων ή δημόσιων κυρ. υπηρεσιών: Ελληνική/Κρητική/Μαθητική/Νεανική ~. 3. (μτφ.) σημείο, τόπος, χώρος όπου εκδηλώνεται κάτι και από τον οποίο μπορεί να επεκταθεί: πολιτιστική/ρυπογόνος/τουριστική ~. ~ αντιπαράθεσης/γρίπης/διαφθοράς/έντασης/μικροβίων/μόλυνσης/πολέμου/(ΓΕΩΛ.) σεισμού (βλ. επίκεντρο)/φωτιάς/φωτός (πβ. πηγή). Πόλεις που υπήρξαν βασικές ~ες ελληνισμού (πβ. κοιτίδα, λίκνο).|| (ΙΑΤΡ.) Μεγάλη/μικρή ~ μιας νόσου. Η πρωτοπαθής ~ του καρκίνου παραμένει αδιάγνωστη (βλ. μετάσταση). 4. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) τέρμα: ανυπεράσπιστη ~. Έστειλε την μπάλα άουτ προ κενής ~ας (ενν. αφύλαχτης από τον τερματοφύλακα). Πβ. γκολπόστ. 5. το σπίτι ή γενικότ. ο τόπος διαμονής κάποιου: πατρική/συζυγική ~. Ζει μακριά από την οικογενειακή ~.|| Μετανάστες/πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τις ~ες τους (: ενν. την πατρίδα ή τα σπίτια τους). Πβ. γωνιά, (κατ)οικία, οίκος. 6. ΓΕΩΜ. σταθερό σημείο το οποίο μαζί με δεδομένη ευθεία (διευθετούσα) προσδιορίζει το είδος και το μέγεθος των κωνικών τομών: ~ έλλειψης/παραβολής/υπερβολής. 7. ΟΠΤ. σημείο σύγκλισης δέσμης παράλληλων αρχικά φωτεινών ακτίνων κατόπιν ανάκλασης ή διάθλασης: ~ τηλεσκοπίου/φακού. ● ΣΥΜΠΛ.: Εργατική Εστία (παλαιότ.): νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που παρέχει κοινωνικές, ψυχαγωγικές, πολιτιστικές και επιμορφωτικές υπηρεσίες στους δικαιούχους του: Οργανισμός ~ής ~ας (ΟΕΕ). Πρόγραμμα κοινωνικού τουρισμού από την ~ ~., Φοιτητική Εστία & πανεπιστημιακή εστία: κτίριο ή κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονται φοιτητές: νέα/υπερσύγχρονη ~ ~. ● ΦΡ.: υπέρ βωμών και εστιών βλ. βωμός [< 1: αρχ. ἑστία 2-7: γαλλ. foyer]
18525εστιάζω[ἑστιάζω] ε-στι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εστία-σα, εστιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εστιαζ-όμενος, εστιάζ-οντας} 1. (μτφ.) επικεντρώνω ή επικεντρώνομαι: ~ την προσοχή μου στις θετικές πλευρές (πβ. συγκεντρώνω). Έχει ~σει το ενδιαφέρον του στη δουλειά. (προφ.) Δεν θα ~σω (: δεν θα δώσω έμφαση, σημασία) σε ασήμαντα σφάλματα. Πβ. ζουμάρω, 2. ΦΥΣ. κάνω εστίαση: Το είδωλο ~εται επάνω στον αμφιβληστροειδή. Πβ. νετάρω. ● Μτχ.: εστιασμένος , η, ο: που εστιάζει, επικεντρώνεται ή συγκεντρώνεται κάπου: Φακός ~ στα μάτια.|| (μτφ.) Μείνε ~ στο θέμα σου. [< αγγλ. focalize, focus, γαλλ. focaliser, 1929]
18526εστιακός, ή, ό [ἑστιακός] ε-στι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται σε εστία: ~οί: φοιτητές (: που διαμένουν σε φοιτητική εστία).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: βλάβες.|| (στη σεισμολογία) ~ός: χώρος. Βλ. πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εστιακές κρίσεις (επιληψίας): ΙΑΤΡ. στις οποίες συμμετέχει ένα μόνο μέρος του εγκεφάλου, σε αντιδιαστολή με τις γενικευμένες., εστιακή απόσταση: ΟΠΤ. σταθερή απόσταση της κύριας εστίας από το οπτικό κέντρο του φακού ή την κορυφή του κατόπτρου., εστιακό βάθος: ΓΕΩΛ. κατακόρυφη απόσταση μεταξύ της εστίας και του επίκεντρου του σεισμού., εστιακό μήκος: ΟΠΤ. η απόσταση μεταξύ του οπτικού κέντρου του φακού και του σημείου εστίασης (σύμβ. f): μεγάλο/μεταβλητό/σταθερό ~ ~., εστιακός λόγος: ΟΠΤ. το πηλίκο της εστιακής απόστασης του τηλεσκοπίου προς το άνοιγμα. [< πβ. μτγν. Ἑστιακός 'που αναφέρεται στη θεά Εστία', γαλλ. -αγγλ. focal]
18528εστίαση2ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παράθεση γεύματος σε πολλά συνήθ. άτομα, προσφορά φαγητού έναντι αμοιβής: αλυσίδες/εστιατόρια γρήγορης ~ης (βλ. φαστ φουντ). Υπηρεσίες ~ης. Επιχειρήσεις μαζικής ~ης (βλ. εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, κέτερινγκ, ταβέρνα). Κέντρο ~ης και αναψυχής. Αίθουσα ~άσεων και συνεδριάσεων. Βλ. καφ~, συν~. [< αρχ. ἑστίασις ‘δεξίωση, συμπόσιο’]
18529εστιάτορας[ἑστιάτορας] ε-στι-ά-το-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιχειρηματίας-ιδιοκτήτης εστιατορίου. Βλ. -τορας. 2. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης-υπεύθυνος του εστιατορίου μονάδας. [< 1: αρχ. ἑστιάτωρ ‘οικοδεσπότης που προσκαλεί σε δείπνο’, γαλλ. restaurateur]
18530εστιατορικός, ή, ό [ἑστιατορικός] ε-στι-α-το-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται σε εστιάτορα ή εστιατόριο: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: κουζίνα. ~ές: επιχειρήσεις/μονάδες/σπουδές. [< μεσν. εστιατορικός 'που αναφέρεται στη φιλοξενία΄]
18531εστιατόριο[ἑστιατόριο] ε-στι-α-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. κατάστημα όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται φαγητό: ακριβό/ελληνικό/ιταλικό (πβ. τρατορία)/κινέζικο/λαϊκό (πβ. ταβέρνα)/μοντέρνο/παραδοσιακό/πολυτελές/φτηνό ~. ~ ταχείας εξυπηρέτησης (: φαστφουντάδικο). Το μενού/οι πελάτες/τα πιάτα/ο σεφ/ο υπεύθυνος (πβ. μετρ) του ~ίου. Αλυσίδα/κατάλογος/οδηγός ~ίων. Πβ. ρεστοράν, φαγάδικο. Βλ. ταχυ~. 2. αίθουσα, τμήμα ευρύτερου χώρου, στην οποία σερβίρεται φαγητό: το ~ του μουσείου/του ξενοδοχείου (πβ. τραπεζαρία)/της σχολής. ● ΣΥΜΠΛ.: μερίδα εστιατορίου βλ. μερίδα [< αρχ. ἑστιατόριον 'αίθουσα συμποσίων', γαλλ. restaurant]
18532εστραγκόν[ἐστραγκόν] ε-στρα-γκόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. κηπευτικό, αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Artemisia dracunculus) του οποίου ο μίσχος και τα φύλλα χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως καρυκεύματα· το ίδιο το άρτυμα: ξερό/φρέσκο/ψιλοκομμένο ~. Πβ. αρτεμισία, δρακοντιά. [< γαλλ. estragon]
18533έστω[ἔστω] έ-στω επίρρ. 1. ας υποθέσουμε, ας (παρα)δεχτούμε: ~, ας το πούμε κι έτσι. ~ ότι έχετε δίκιο.|| (ως σύνδ.) Είναι η αλήθεια, ~ και αν δεν (= ακόμα κι αν δεν, και ας μην) αρέσει σε κάποιους.|| (ΜΑΘ., για τα δεδομένα άσκησης) ~ τρίγωνο ΑΒΓ. ~ η ευθεία ε. 2. τουλάχιστον: Θα μπορούσες ~ να μας ειδοποιήσεις. ● ΦΡ.: έστω και: ακόμη και: Ήρθε ~ ~ αργά/καθυστερημένα/προσωρινά. ~ ~ δύσκολα, τα κατάφερε. [< αρχ. ἔστω, γ’ πρόσ. προστ. του ρ. εἰμί, πβ. γαλλ. soit]
18534εσύ[ἐσύ] ε-σύ προσ. αντων. {εν. γεν. (δυνατός τ.) (ε)σένα/(αδύνατος τ.) σου, αιτ. (ε)σένα/σε | ονομ. πληθ. (ε)σείς/σεις, αιτ. εσάς/σας} 1. για να δηλωθεί το δεύτερο πρόσωπο, ο αποδέκτης του μηνύματος, συνομιλητής ή αναγνώστης: ~ τηλεφώνησες; ~ ο ίδιος έλεγες ότι ... Οι τρεις σας (: εσείς οι τρεις). (με μτχ.) Βλέποντάς σε/προσφέροντάς σου ... Σε καταλαβαίνω/σκέφτομαι. Δεν σ' άκουσα. (μετά από πρόθεση, συνήθ. ο δυνατός τ.) Δεν το περίμενα αυτό από σένα.|| (ως μονολεκτική απάντηση) -Ποιος έχει σειρά; -~!|| (για αντιδιαστολή) ~ το είπες, όχι εμείς.|| (ως κτητ. αντων.) Οι γονείς σου. Ποιος είναι ο καλύτερός σου φίλος;|| (διαλεκτ.-ιδιωμ.) Λογαριασμό θα σε (= σου) δώσω;|| (ως ουσ.) Δεν υπήρχε το εγώ και το ~, αλλά μόνο το εμείς.|| (ως β' όρος σύγκρισης:) Είναι πολύ καλύτερός σου.|| (με επιμεριστική σημασία:) Ο καθένας σας έχει τριάντα λεπτά παρουσίασης.|| (εμφατ.) Ναι, σε σένα μιλάω. Εσένα είδα.|| (σε προσφών.) Έλα εδώ ~! Ε, ~! Βλ. εγώ, αυτός. 2. για πληθυντικό ευγενείας: Πείτε μου εσείς, που είστε ενημερωμένος. Ρωτώ εσάς ως ειδικό. Γεια σας. 3. για γενική αναφορά στους ανθρώπους και όχι μόνο στον συνομιλητή: Μπορεί ~ να θέλεις διάφορα, αλλά να μη συμφωνούν και οι υπόλοιποι. 4. (οι αδύνατοι τ., με δεικτικά μόρια) για κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται, έρχεται: Να σου και το λεωφορείο. ● ΦΡ.: με το σεις και με το σας: με πολλή ευγένεια: Σας μιλάει/μου φερόταν ~ ~. Είμαστε/σε έχω ~ ~., συ είπας (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): για να διαχωρίσει κάποιος τη θέση του από τα λεγόμενα, τη γνώμη του άλλου είτε συμφωνεί κατά βάθος είτε διαφωνεί: Εγώ δεν μίλησα για συμφέροντα, ~ ~., τι να σου κάνω (προφ.): δεν μπορώ να κάνω τίποτα: Αν δεν με πιστεύεις, ~ ~;, αφού το λες εσύ βλ. λέω, εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ βλ. εγώ, είσαι εσύ ένας/ένας εσύ! βλ. ένας, μία/μια, ένα, εσύ το λες αυτό/εσύ είσαι που το λες αυτό βλ. λέω, τι σου είναι ...! βλ. τι [< αρχ. σύ]
18535ΕΣΥ(το): Εθνικό Σύστημα Υγείας.
18536ΕΣΥΕ(η): (παλαιότ.) Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (από το 2010: ΕΛ.ΣΤΑΤ.).
18537ΕΣΥΠ(το): (παλαιότ.) Εθνικό Σύστημα Υποδομής Πιστοποίησης. Βλ. ΕΣΕΚΑΑΔ.
18538έσυραβλ. σέρνω
18539εσφαλμένος, η, ο [ἐσφαλμένος] ε-σφαλ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που περιέχει σφάλματα: ~ος: ισχυρισμός/κωδικός/όρος/υπολογισμός. ~η: αντίληψη/απάντηση/γραφή/διάγνωση/εντύπωση/πληροφορία/τακτική. ~ο: επιχείρημα. ~οι: χειρισμοί. ~α: συμπεράσματα. Πβ. άστοχος, λάθος, λανθασμένος, σφαλερός. ΑΝΤ. άσφαλτος, ορθός (1) ● επίρρ.: εσφαλμένα & (λόγ.) εσφαλμένως ● βλ. σφάλλω [< αρχ. ἐσφαλμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σφάλλω, γαλλ. erroné]
18540εσχάρα[ἐσχάρα] ε-σχά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) σχάρα: ~ αερίου (: ψηστιέρα). ~ες μαγειρέματος.|| ~ αποχέτευσης. 2. ΝΑΥΤ. ναυπηγική κλίνη. Πβ. σκαρί. 3. ΙΑΤΡ. επιφανειακή πληγή που χαρακτηρίζεται από νέκρωση ιστών και μπορεί να οφείλεται σε έγκαυμα ή μακροχρόνια κατάκλιση: αιμορραγικές/επώδυνες ~ες. Βλ. εφελκίδα. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. βωμός: ~ες θυσιών. [< 1,4: αρχ. ἐσχάρα 2: μτγν. ~ 3: αρχ. ~, γαλλ. escarre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.