Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19420-19440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18541εσχατιά[ἐσχατιά] ε-σχα-τι-ά & -τιά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έσχατο όριο, μέρος, άκρο, το πιο μακρινό σημείο: οι ~ές του Δήμου/του Νομού/της χώρας (πβ. σύνορα). Στις ~ές (= στα πέρατα) της Γης/του κόσμου. Πβ. άκρη, ακρώρεια, τέρμα. [< αρχ. ἐσχατιά]
18542εσχατολογία[ἐσχατολογία] ε-σχα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη συντέλεια του κόσμου, την μετά θάνατον ζωή (τον παράδεισο, την κόλαση), την ημέρα της κρίσεως, την ανάσταση των νεκρών: ιουδαϊκή/χριστιανική ~. Βλ. δογματική, σωτηριολογία, -λογία. [< γαλλ. eschatologie, αγγλ. eschatology]
18543εσχατολογικός, ή, ό [ἐσχατολογικός] ε-σχα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την εσχατολογία: ~ός: μύθος. ~ή: προφητεία. ~ές: αντιλήψεις. [< γαλλ. eschatologique, αγγλ. eschatological]
18544έσχατος, η, ο [ἔσχατος] έ-σχα-τος επίθ. {λογιότ. θηλ. εσχάτη} (λόγ.) 1. τελευταίος: ~η: λύση (: αναγκαστική)/προσπάθεια/στιγμή. ~ο: (χρονολογικά) έργο/καταφύγιο/μέσο/μέτρο/παράδειγμα/στάδιο/(χρονικό) όριο. Στην ~η περίπτωση.|| (για πρόσ.) ~ος: εισηγητής. (ως ουσ.) Ο ~ των ομιλητών. ΑΝΤ. πρώτος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~η κρίση (= Δευτέρα Παρουσία). ~οι: καιροί/χρόνοι. ~ες: ημέρες/ώρες. Πβ. στερνός, ύστατος. 2. (μτφ.) που είναι κατώτερος ή ανώτερος ποσοτικά ή ποιοτικά· που έχει μια αρνητική ή θετική ιδιότητα σε ανώτερο βαθμό: ~ος: ξεπεσμός. ~η: ανάγκη/ένδεια. ~ο: έγκλημα. Λαϊκισμός ~άτου είδους. Έχουμε φτάσει στο ~ο (= χειρότερο) σημείο αδιαφορίας/εξευτελισμού/παρακμής.|| ~ος: κίνδυνος (= πολύ υψηλός). ~η: αλήθεια. ~ες: συνέπειες. Ο ~ σκοπός/στόχος ενός σχεδίου (πβ. απώτερος, υπέρτατος). Πβ. μέγιστος. 3. ο πιο απομακρυσμένος: ~ος: τόπος. ~ο: άκρο/σημείο. Πβ. απώτατος. ΑΝΤ. εγγύτατος, πλησιέστερος.|| (μτφ.) Τα ~α βάθη της ψυχής. ● Ουσ.: έσχατα (τα) {εσχάτων} 1. το πιο απομακρυσμένο σημείο: τα ~ της Γης/της θάλασσας/του κόσμου/του Σύμπαντος. 2. (μτφ.) το οριακό σημείο, τα τελευταία όρια: Μην εξωθείς στα ~ (= άκρα) την υπομονή μου!|| Τα ~ (= το τέλος) της ιστορίας. Στα ~ του βίου του (= στα τελευταία του). ● ΣΥΜΠΛ.: εσχάτη προδοσία βλ. προδοσία ● ΦΡ.: επ' εσχάτων (λόγ.): τώρα τελευταία: Έχει παρατηρηθεί ~ ~ ..., η εσχάτη των ποινών (λόγ.) 1. θανατική καταδίκη: Επιβλήθηκε η ~ ~. Έχει καταδικαστεί με την ~ ~. Την ~ ~ ζήτησε ο εισαγγελέας. ΣΥΝ. θανατική ποινή 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) πέναλτι: Ο διαιτητής έδωσε/καταλόγισε/σφύριξε/υπέδειξε την ~ ~. Παίκτης που εκτέλεσε/κέρδισε την ~ ~., μέχρι(ς) εσχάτων (λόγ.): μέχρι την τελευταία στιγμή ή ως τον θάνατο: αγώνας/μάχη/πόλεμος ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως, μέχρι τέλους, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) (ΚΔ): (για εξύμνηση της ταπεινοφροσύνης) σε περιπτώσεις που ανατρέπεται μια κατάσταση και όσοι είναι ή θεωρούνται τελευταίοι γίνονται πρώτοι (και αντίστροφα)., (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης βλ. πλάνη1, τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< 1, 3: αρχ. ἔσχατος]
18545εσχάτως[ἐσχάτως] ε-σχά-τως επίρρ. (λόγ.): πρόσφατα, τον τελευταίο καιρό: Ιστορία που απασχόλησε ~ τις εφημερίδες.|| (ως επίθ.) Τα ~ τεκταινόμενα. [< αρχ. ἐσχάτως]
18546έσω[ἔσω] έ-σω επίρρ. (λόγ.): μέσα: (ως επίθ., κυρ. ΑΝΑΤ.) η ~ (= εσωτερική) επιφάνεια του γόνατος. Ο ~ μηνίσκος/πλάγιος σύνδεσμος. Το ~ ους. Τα ~ γεννητικά όργανα. Πβ. εντός. ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: εκ των έσω/ένδον βλ. ένδον [< αρχ. ἔσω/εἴσω]
18547εσω- & εσώ-(λόγ.): πρόθημα λέξεων με τη σημασία εντός, στο εσωτερικό: εσω-κλείω/~κομματικός (ΑΝΤ. εξω-)/~λέμβιος/~νάρθηκας/~στρέφεια (ΣΥΝ. ενδο-). Εσώ-κλειστος/~ρουχο.
18548έσωθεν[ἔσωθεν] έ-σω-θεν επίρρ. (λόγ.): από μέσα, από το εσωτερικό: Δέχονται βολές/πιέσεις ~. Πβ. εκ των έσω/ένδον.|| (ως επίθ.) Οι ~ εχθροί. Βλ. -θεν. ΣΥΝ. ένδοθεν ΑΝΤ. έξωθεν [< αρχ. ἔσωθεν]
18549εσωθερμικός, ή, ό [ἐσωθερμικός] ε-σω-θερ-μι-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ. κ. στον πληθ. ουδ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ισοθερμικός: ~ή: επένδυση. ~ά: ρούχα.
18550εσώκλειστος, η, ο [ἐσώκλειστος] ε-σώ-κλει-στος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) σώκλειστος 1. κλεισμένος μέσα σε κάτι (φάκελο, κουτί): ~η: αίτηση/δήλωση/επιστολή/επιταγή. ~ες: οδηγίες. Γράμμα με ~η φωτογραφία. Τα ~α έντυπα των φαρµακευτικών σκευασµάτων. Πβ. ενσφράγιστος. 2. (καταχρ., για πρόσ.) έγκλειστος ή τρόφιμος: ~ος: σπουδαστής. ~η: μαθήτρια. ~ σε αναμορφωτήριο/μοναστήρι/ψυχιατρείο. Μεγαλώνει ~ σε μια καθολική σχολή. ● επίρρ.: εσωκλείστως [< 1: γαλλ. ci-inclus 2: γαλλ. interné]
18551εσωκλείω[ἐσωκλείω] ε-σω-κλεί-ω ρ. (μτβ.) {εσώκλει-σα, εσωκλεί-σει, -στηκε, -στεί, εσωκλεί-οντας} (λόγ.): βάζω (κείμενο) μέσα σε κάτι (φάκελο, κουτί, ιμέιλ): ~ το βιογραφικό μου σημείωμα (πβ. επισυνάπτω)/επιταγή/πρόσκληση. Έντυπο που ~εται στη συσκευασία. ~ονται βιβλία με οδηγίες. Πβ. εγκλείω. [< γαλλ. inclure]
18552εσωκομματικός, ή, ό [ἐσωκομματικός] ε-σω-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται, συμβαίνει εντός κόμματος ή αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μελών του: ~ός: διάλογος/πόλεμος. ~ή: αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/κρίση. ~ό: μέτωπο. ~ές: αντιθέσεις/εκλογές. ~ά: προβλήματα/πυρά/στρατόπεδα. Βλ. διακομματικός. ΣΥΝ. ενδοκομματικός ΑΝΤ. εξωκομματικός ● επίρρ.: εσωκομματικά
18553εσωλέμβιος, α, ο [ἐσωλέμβιος] ε-σω-λέμ-βι-ος επίθ.: (για μηχανή) που βρίσκεται στην εσωτερική πλευρά της πρύμνης λέμβου: ~ος: κινητήρας.|| (ως ουσ.) Σκάφος με ~ο. ΑΝΤ. εξωλέμβιος [< αγγλ. inboard (motor), 1929]
18554εσωνάρθηκας[ἐσωνάρθηκας] ε-σω-νάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΙΤ. τμήμα χριστιανικού ναού μεταξύ εξωνάρθηκα και κυρίως ναού. Πβ. λιτή, μεσονυκτικό. Βλ. καθολικό.
18555εσώρουχα[ἐσώρουχα] ε-σώ-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνηθέστ.) -ούχων | σπανιότ. στον εν. εσώρουχο}: περιληπτική ονομασία ενδυμάτων που φοριούνται κάτω από τα κανονικά ρούχα, σε άμεση επαφή με το σώμα: αθλητικά/ανδρικά/βαμβακερά/γυναικεία/δαντελωτά/μεταξωτά/παιδικά/σέξι ~. ~ εγκυμοσύνης. Καταστήματα/μάρκα/σετ ~ούχων. Βλ. ασπρόρουχα, κιλότα, σλιπ, σουτιέν, στρινγκ, σώβρακο, τάνγκα, φανέλα, θερμο~. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα βλ. θερμικός [< γαλλ. (les) dessous]
18556εσωστρέφεια[ἐσωστρέφεια] ε-σω-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ενδοστρέφεια ΑΝΤ. εξωστρέφεια 1. ΨΥΧΟΛ. η τάση κάποιου να στρέφεται στον εαυτό του, παρά στους άλλους ανθρώπους και τον εξωτερικό κόσμο: Περνώ μια φάση ~ας. Βλ. εγωκεντρισμός. ΑΝΤ. εκδηλωτικότητα 2. (μτφ.) κατάσταση σύμφωνα με την οποία ένα σύνολο ανθρώπων ασχολείται διαρκώς με εσωτερικά και συνήθ. όχι σημαντικά ζητήματα: κομματική ~. ~ και ομφαλοσκόπηση. Μουρμούρες, ~ες και μεμψιμοιρίες. Βλ. ηττοπάθεια. [< γερμ. Introversion, γαλλ. introversion, 1913]
18557εσωστρεφής, ής, ές [ἐσωστρεφής] ε-σω-στρε-φής επίθ. {εσωστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια: (ΨΥΧΟΛ.) ~ής: χαρακτήρας. Πβ. κλειστός, συνεσταλμένος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ής: λογική/πολιτική. Πβ. ενδοστρεφής. ΑΝΤ. εκδηλωτικός, εξωστρεφής [< γαλλ. introverti, 1922, γερμ. introvertiert]
18558εσώτατος, η, ο [ἐσώτατος] ε-σώ-τα-τος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο πιο μακρινό εσωτερικό σημείο, στο βάθος: το ~ο μέρος του ιερού (πβ. άδυτο).|| (μτφ.) Ο ~, μύχιος εαυτός μας. Οι ~ες επιθυμίες/σκέψεις. Πβ. εσώτερος, ενδόμυχος. ΣΥΝ. ενδότατος ΑΝΤ. εξώτατος ● επίρρ.: εσώτατα [< μτγν. ἐσώτατος]
18559εσωτερίκευση[ἐσωτερίκευση] ε-σω-τε-ρί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. -ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. αφομοίωση, υιοθέτηση κοινωνικών αξιών, κανόνων, προτύπων: ~ τρόπων συμπεριφοράς. ~εύσεις στερεοτύπων. Πβ. ενδοβολή. ΑΝΤ. εξωτερίκευση [< γαλλ. intériorisation]
18560εσωτερικεύω[ἐσωτερικεύω] ε-σω-τε-ρι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εσωτερίκευ-σε, εσωτερικεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας}: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. αφομοιώνω, υιοθετώ αξίες, κανόνες, πρότυπα που προβάλλονται στον περίγυρο: Το παιδί ~ει και απομιμείται ό,τι βιώνει. Γεγονότα της βρεφικής και νηπιακής ηλικίας ~ονται και οικοδομούν τον ψυχισμό του ατόμου.|| ~μένα: προβλήματα/συναισθήματα (: που δεν εκδηλώνονται). ΑΝΤ. εξωτερικεύω [< γαλλ. intérioriser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.