Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19440-19460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18561εσωτερικός, ή, ό [ἐσωτερικός] ε-σω-τε-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. εξωτερικός 1. που βρίσκεται ή συμβαίνει μέσα σε κάτι άλλο, σε έναν κλειστό χώρο, προς τα μέσα: ~ός: εξοπλισμός (κτιρίου/οχήματος)/κήπος/φωτισμός. ~ή: αυλή/διακόσμηση/θερμοκρασία/καμπίνα πλοίου/πλευρά/σκάλα/συσκευή (υπολογιστή, βλ. επεξεργαστής)/τσέπη (μπουφάν). ~ό: διαμέρισμα (: που βλέπει στον ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας)/καλώδιο/μόντεμ. ~ά: κουφώματα/μέρη/συστήματα/τοιχώματα/χαρακτηριστικά. Έπιπλα/παιδότοποι/φυτά ~ού χώρου. ~ή (τηλεφωνική) γραμμή/~ό τηλέφωνο (: που συνδέει τους χώρους κτιρίου). ~ή εργασία γραφείου/θέση. ~ά γυρίσματα μιας ταινίας (: στο στούντιο). Στις ~ές σελίδες η εφημερίδα γράφει ... (βλ. εξώ-, οπισθό-φυλλο, πρωτοσέλιδο).|| (ΙΑΤΡ., για οργανισμούς) ~ός: πόνος. ~ή: αιμορραγία/χρήση φαρμάκου (= από το στόμα). ~ό: τραύμα. ~ά: όργανα.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή αύξηση (ρήματος) (π.χ. εκφράζω-εξέφρασα).|| (ΓΕΩΜ.) ~ή διχοτόμος γωνίας.|| (ΦΥΣ.) ~ή ενέργεια συστήματος (βλ. έργο).|| (ΜΑΘ.) ~ό (ή βαθμωτό) γινόμενο δύο διανυσμάτων (βλ. διανυσματικός). 2. που σχετίζεται με την οργάνωση και λειτουργία ενός μόνο οργανισμού, κράτους, επιχείρησης, ομάδας, σε αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα: ~ός: ανταγωνισμός/κανονισμός/κίνδυνος/συνεργάτης/τουρισμός. ~ή: αγορά (πβ. εγχώρια)/απόφαση/διαδικασία/διαμάχη (σε ένα κόμμα)/δράση/επικαιρότητα (βλ. διεθνής)/επικοινωνία/μετανάστευση/πολιτική. ~ό: έγγραφο/εμπόριο/θέμα/μέτωπο/σημείωμα. ~ές: δυσκολίες/ειδήσεις/σχέσεις. ~ά: αίτια/θέματα/προβλήματα. Συνεχίζονται οι μεταρρυθμίσεις στην ~ή ζωή της χώρας.|| ~ές: πτήσεις (= πτήσεις εσωτερικού). 3. που αναφέρεται στον πνευματικό και ψυχικό κόσμο του ανθρώπου: ~ός: αγώνας/πλούτος/φόβος. ~ή: ανάγκη/γαλήνη/ελευθερία/ένταση/ισορροπία/ομορφιά/πειθαρχία. ~ό: κίνητρο/χάρισμα. ~ διάλογος (: του ανθρώπου με τον εαυτό του). Πβ. ενδό-, εσώ-τερος.|| (ΘΡΗΣΚ., στον μυστικισμό) ~ή: διδασκαλία/φιλοσοφία (πβ. εσωτεριστικός). 4. (για πρόσ.) που διαμένει και σιτίζεται σε κάποιον χώρο, όπου συνήθ. σπουδάζει ή εργάζεται: ~ός: μαθητής (πβ. οικότροφος). ~ή: οικιακή βοηθός. Νοσηλεύτηκε ως ~ ασθενής (πβ. τρόφιμος).|| (ως ουσ.) Πήγε ~ή στις καλόγριες. Ζητείται κυρία ως ~ή σε σπίτι για φροντίδα ηλικιωμένου ατόμου (= γηροκόμος). ● Ουσ.: εσωτερικά (τα): οι εσωτερικές υποθέσεις (οργανωμένου συνόλου ατόμων): τα ~ μιας επιχείρησης/ενός κόμματος/ενός κράτους. Τα ~ μιας οικογένειας (πβ. τα του οίκου). Υπουργείο Εσωτερικών. ΑΝΤ. εξωτερικά (τα), εσωτερικό (το) 1. ενν. μέρος, τμήμα: το ~ του αυτοκινήτου/του θεάτρου. Στο ~ του σπιτιού/της χώρας (= ενδοχώρα, πβ. στα ενδότερα).|| ~ του αυτιού/της μήτρας.|| Το ~ της Μικράς Ασίας. ΣΥΝ. μεσόγεια. ΑΝΤ. παράλια.|| (μτφ.) Στο ~ του κόμματος/της κυβέρνησης συντελούνται αθόρυβες διεργασίες. 2. η περιοχή εντός των ορίων ενός κράτους: αποστολές/δρομολόγια ~ού. Πβ. ημεδαπή. ΑΝΤ. αλλοδαπή, εξωτερικό. ● επίρρ.: εσωτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικά σύνορα βλ. σύνορο, εσωτερικά ύδατα βλ. ύδωρ, εσωτερική αξιολόγηση βλ. αξιολόγηση, εσωτερική θάλασσα βλ. θάλασσα, εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο βλ. αντικείμενο, εσωτερικός κόσμος βλ. κόσμος, εσωτερικός μονόλογος βλ. μονόλογος, μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως βλ. κινητήρας ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση βλ. κατανάλωση [< αρχ. ἐσωτερικός, γαλλ. interne, intérieur, αγγλ. internal]
18562εσωτερικότητα[ἐσωτερικότητα] ε-σω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη έντονου, πλούσιου πνευματικού και ψυχικού κόσμου: βαθιά ~. ~ και ποιητική ατμόσφαιρα. Η ~ των μορφών του κειμένου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. εξωτερικότητα [< γαλλ. intériorité, αγγλ. interiority]
18563εσωτερισμός[ἐσωτερισμός] ε-σω-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. δόγμα σύμφωνα με το οποίο οι γνώσεις κοινοποιούνται μόνο σε μικρό αριθμό μυημένων και δεν εκλαϊκεύονται: θρησκευτικός/μυστηριακός/φιλοσοφικός ~. ~ και μεταφυσική. Σχολές ~ού και διαλογισμού. Πβ. αποκρυφ-, μυστικ-ισμός. 2. εσωτερικότητα: ~ ενός έργου. [< αγγλ. esoteri(ci)sm, γαλλ. ésotérisme]
18564εσωτεριστής[ἐσωτεριστής] ε-σω-τε-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. οπαδός του εσωτερισμού: µυστικιστές και ~ές. Κύκλοι ~ών και ερευνητών του απόκρυφου. [< αγγλ. esoteri(ci)st, γαλλ. ésotériste]
18565εσωτεριστικός, η, ο [ἐσωτεριστικός] ε-σω-τε-ρι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ.-ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον εσωτερισμό: ~ός: συμβολισμός. Το ~ό δόγµα των Πυθαγορείων. Βλ. αποκρυφιστ-, μεταφυσ-, μυστικιστ-ικός. [< αγγλ. esoteric, γαλλ. ésotérique]
18566εσώτερος, η, ο [ἐσώτερος] ε-σώ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πιο μέσα, πιο βαθιά σε σχέση με κάτι άλλο, ή εντελώς στο εσωτερικό: ο ~ πυρήνας της Γης.|| (μτφ.) ~η: ανάγκη/ελπίδα. Ο ~ εαυτός μας (= βαθύτερος). Οι ~οι φόβοι μας. Πβ. εσώτατος. ΣΥΝ. ενδότερος ΑΝΤ. εξώτερος [< μτγν. ἐσώτερος]
18567εσώφυλλο[ἐσώφυλλο] ε-σώ-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ύλλου}: εσωτερικό τμήμα εξώφυλλου· κατ' επέκτ. καθένα από τα πρώτα φύλλα βιβλίου που είναι λευκά ή περιέχουν τον τίτλο του και άλλα βασικά στοιχεία· μέσα φύλλο: το ~ του άλμπουμ/του δίσκου/της εργασίας. Βλ. οπισθόφυλλο.
18568εσώψυχος, η, ο [ἐσώψυχος] ε-σώ-ψυ-χος επίθ.: (για συναίσθημα, επιθυμία) που βρίσκεται κρυμμένος στην ψυχή κάποιου και δεν αποκαλύπτεται: ~η: ανάγκη/δύναμη/ικανοποίηση/πίστη. Πβ. ενδόμυχος, ενδό-, εσώ-τερος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αγάπη/ευχή (: ειλικρινής). Βλ. -ψυχος. ● Ουσ.: εσώψυχα & (λαϊκό) σώψυχα (τα): βαθιές, μύχιες ή μυστικές, απόκρυφες σκέψεις, επιθυμίες. ● ΦΡ.: βγάζω τα (ε)σώψυχά μου: μιλώ από τα βάθη της καρδιάς, της ψυχής μου. Πβ. εξομολογούμαι.
18570ΕΤΑΑ(το): Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων.
18571εταζέρα[ἐταζέρα] ε-τα-ζέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο ή ράφι στερεωμένο στον τοίχο, στο οποίο τοποθετούνται μικρά αντικείμενα, διακοσμητικά ή χρηστικά: ξύλινη ~. Καθρέφτης με ~. ~ μπάνιου. ~ νιπτήρα από πορσελάνη.|| (ειδικότ., σε αυτοκίνητο) ~ χώρου αποσκευών. [< γαλλ. étagère]
18572εταίρα[ἑταίρα] ε-ταί-ρα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. ονομασία παλλακίδας, καλλιεργημένης γυναίκας που προσέφερε πορνικές υπηρεσίες. Πβ. ιερόδουλη, πόρνη. [< αρχ. ἑταίρα, γαλλ. hétaïre]
18573εταιρεία & εταιρία[ἑταιρεία] ε-ται-ρεί-α ουσ. (θηλ.) {εταιρει-ών} 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ προσώπων, με την οποία επιδιώκουν κοινό σκοπό, κυρ. οικονομικό, με αμοιβαίες (υλικές) εισφορές· ιδ. η ένωση που προκύπτει από αυτή: αεροπορική (πβ. αερογραμμή)/ακτοπλοϊκή/βιομηχανική/διαφημιστική/δισκογραφική/δημόσια/θυγατρική/κοινή/κρατική/μεταφορική/ναυτιλιακή/πλοιοκτήτρια/(πολυ)εθνική/τουριστική ~. ~ εισαγωγών-εξαγωγών/καλλυντικών/(κινητής/σταθερής) τηλεφωνίας. ~ λαϊκής βάσης. ~ εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Δυναμικά αναπτυσσόμενη/νεοσύστατη ~. ~ Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Ε.ΥΔ.Α.Π.). Εμπορικό σήμα/ίδρυση/καταστατικό/μετοχικό κεφάλαιο/πελάτες/πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος/στελέχη ~ας. Ανταγωνίστριες/δημοτικές/εγχώριες/επώνυμες (= γνωστές)/ξένες/συνδεδεμένες/συνεργαζόμενες/φαρμακευτικές ~ες. ~ες δημοσκοπήσεων/τηλεπικοινωνιών. Δίκαιο (= εταιρικό)/δίκτυο/κοινοπραξία/λογιστική/όμιλος/συγχωνεύσεις ~ών. Η ~ δραστηριοποιείται στον χώρο .../χρεωκόπησε. Το έργο ανέλαβε ιδιωτική ~. Βλ. οίκος, τραστ, φίρμα.|| (συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο) Οι αποθήκες της ~ας. ΣΥΝ. επιχείρηση (1) 2. (γενικότ.) (με κεφαλ. το αρχικό Ε) ένωση ατόμων με κοινούς στόχους και επιδιώξεις, τα οποία δεν αποβλέπουν σε οικονομικά οφέλη: Ελληνική Αντικαρκινική/Ελληνική Λαογραφική/Ελληνική Μαθηματική/Φιλεκπαιδευτική ~. Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική ~. ~ Μακεδονικών Σπουδών. Επιστημονικές ~ες. Πβ. σύλλογος, σύνδεσμος, σωματείο.|| (με μικρό ε) ~ δολοφόνων (πβ. σπείρα, συνδικάτο). ● ΣΥΜΠΛ.: ανώνυμη εταιρεία & ανώνυμος εταιρεία (ακρ. ΑΕ): εμπορική κεφαλαιουχική εταιρεία της οποίας το κεφάλαιο διαιρείται σε μετοχές και όλοι οι εταίροι (μέτοχοι) ευθύνονται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς τους (περιορισμένη ευθύνη): εκδοτική ~ ~. ~ ~ με την επωνυμία ... [< γαλλ. société anonyme] , αστική εταιρεία: που δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά οι εταίροι της μπορούν να της δώσουν νομική προσωπικότητα, μετατρέποντάς την σε εμπορική εταιρεία ή σωματείο: ~ ~ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα., εμπορική εταιρεία: ένωση προσώπων ιδιωτικού δικαίου για επίτευξη κοινού εμπορικού (οικονομικού) σκοπού με αμοιβαίες υποχρεώσεις των μελών της., εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ακρ. ΕΠΕ): εμπορική εταιρεία κεφαλαίου με νομική προσωπικότητα, της οποίας τα μέλη δεν ευθύνονται προσωπικά για τις υποχρεώσεις της και το κεφάλαιό της διαιρείται σε ισότιμα μερίδια: ιδιωτική ~ ~ με εγγύηση/μετοχές. [< γαλλ. societé à responsabilité limitée] , εταιρεία συμμετοχών & συμμετοχική/αφανής εταιρεία: εταιρεία χωρίς νομική υπόσταση και εταιρική επωνυμία, στις συναλλαγές της οποίας φαίνεται το όνομα του ενός μόνο από τους συμμετέχοντες κατά κύριο λόγο. [< γαλλ. société en participation] , προσωπική εταιρεία: εμπορική εταιρεία στην οποία η επιδίωξη του εταιρικού σκοπού στηρίζεται στην προσωπική συμβολή των εταίρων., Φιλική Εταιρεία: ΙΣΤ. μυστική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1814 με σκοπό την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων: κατήχηση/οι μυημένοι στη ~ ~., ασφαλιστική (εταιρεία) βλ. ασφαλιστικός, εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης βλ. εκκαθάριση, εξωχώρια εταιρεία βλ. εξωχώριος, εταιρεία χαρτοφυλακίου βλ. χαρτοφυλάκιο, ετερόρρυθμη εταιρεία βλ. ετερόρρυθμος, κατασκευαστική/κατασκευάστρια εταιρεία βλ. κατασκευαστικός, κεφαλαιουχική εταιρεία βλ. κεφαλαιουχικός, μητρική εταιρεία βλ. μητρικός1, μυστική εταιρεία βλ. μυστικός, ομόρρυθμη εταιρεία βλ. ομόρρυθμος [< αρχ. ἑταιρεία & ἑταιρία, γαλλ. compagnie, société, αγγλ. company]
18574εταιρικός, ή, ό [ἑταιρικός] ε-ται-ρι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ο σχετικός με την εταιρεία ή τους εταίρους: ~ός: δικτυακός τόπος/ισολογισμός/κλάδος/κύκλος εργασιών/νόμος/τομέας/φόρος. ~ή: απάτη/δομή/δραστηριότητα/δωρεά/έδρα/επωνυμία/στρατηγική/ταυτότητα/υπευθυνότητα/χορηγία. ~ό: αυτοκίνητο/δίκαιο/δίκτυο/κεφάλαιο/λογότυπο/πελατολόγιο/προφίλ/συμβόλαιο/σχήμα/τηλέφωνο. ~ές: αποφάσεις/ιστοσελίδες/πράξεις/πωλήσεις/συμβάσεις/συνδρομές/σχέσεις. ~ά: θέματα/μερίδια/ομόλογα/πακέτα/ταξίδια. Βλ. ενδο~, συν~. ● Ουσ.: εταιρικό (το): ΝΟΜ. συμβόλαιο σύστασης μιας εταιρείας. Πβ. καταστατικό. ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρική διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, εταιρική επωνυμία βλ. επωνυμία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη [< αρχ. ἑταιρικός, αγγλ. corporate]
18575εταιρικότητα[ἑταιρικότητα] ε-ται-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. αμοιβαία οικονομική και νομική δέσμευση, συνεργασία και ανάληψη ευθυνών μεταξύ δύο ή περισσότερων συνήθ. φορέων∙ η νομική σχέση μεταξύ εταίρων: κοινωνική ~. ~ και συνέργεια. ~ (μεταξύ) δημόσιου και ιδιωτικού τομέα/θεσμικών οργάνων. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση/προώθηση/υποστήριξη της ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. partnership, γαλλ. partenariat, 1984]
18576εταιρισμός[ἑταιρισμός] ε-ται-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.) 1. συνεργασία μεταξύ εταίρων: κοινωνικός ~. ~ κρατών. Βλ. προσ~. 2. (αρχαιοπρ.) πορνεία. Βλ. -ισμός. [< 1: αγγλ. partnership 2: μτγν. ἑταιρισμός]
18577εταίρος[ἑταῖρος] ε-ταί-ρος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που αποτελεί μέλος ένωσης, οργάνωσης από κοινού με άλλα: διακρατικοί/εµπορικοί/Ευρωπαίοι/οικονομικοί/ομόρρυθμοι/πολιτικοί ~οι. Οι ~οι του έργου/του προγράμματος. Εισφορές/συμφωνία/συνέλευση των ~ων. Πβ. συνέταιρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αφανής εταίρος βλ. αφανής, εμφανής εταίρος βλ. εμφανής, κοινωνικοί εταίροι βλ. κοινωνικός [< αρχ. ἑταῖρος ‘σύντροφος, οπαδός’, γαλλ. associé, partenaire, αγγλ. partner]
18579ετάφηβλ. θάβω
18580ΕΤΕ1. (η) Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 2. (το) Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων. 3. (η) Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
18581ΕΤΕΑΕΠ(το): Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (2017).
18582ετέθηβλ. θέτω, τίθεμαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.