Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19460-19480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18583έτεκεβλ. τίκτω
18584ΕΤΕΠ(το): Ειδικό Τεχνικό και Εργαστηριακό Προσωπικό.
18586ετερο- & ετερό-α' συνθετικό με τη σημασία 1. του άλλου, του ανόμοιου: ετερο-αναφορά/~αξιολόγηση/~απασχόληση/~δημότης.|| Ετερό-δοξος (ΑΝΤ. ομό-)/~θρησκος (πβ. αλλό-)/~φωτος (ΑΝΤ. αυτό-).|| Eτερό-πτωτος (ΑΝΤ. ομοιό-).|| Ετερό-τροφος. 2. (συνήθ. επιστ.) του αντίθετου: ετερό-σημος.|| Ετερο-πολικός. 3. του μη συγχρονισμένου, που αποκλίνει από το κανονικό ή το αναμενόμενο: ετερο-χρονισμένος. 4. του ενός μόνο μέρους: ετερο-βαρής.|| Ετερό-πλευρος.
18587ετεροαναφορά[ἑτεροαναφορά] ε-τε-ρο-α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αναφορά συγγραφέα σε δημοσίευμα άλλου: οι ~ές του άρθρου. Βλ. αυτοαναφορά.
18588ετεροαπασχόληση[ἑτεροαπασχόληση] ε-τε-ρο-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): απασχόληση προσώπου σε εργασία που δεν είναι συναφής με το αντικείμενο σπουδών του: ~ πτυχιούχων. Ανεργία και ~. Επίπεδο/ποσοστό ~ης (στους νέους). Βλ. αυτο-, ημι-, υπο-απασχόληση.
18589ετεροαπασχολούμαι[ἑτεροαπασχολοῦμαι] ε-τε-ρο-α-πα-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {ετεροαπασχολ-είται, -ούνται, κυρ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. -ούμενος} 1. απασχολούμαι σε διαφορετική εργασία από αυτή για την οποία έχω ειδικευτεί: Πολλοί πτυχιούχοι είναι άνεργοι, υποαπασχολούνται ή ~ούνται. ~ούμενοι: εργαζόμενοι (βλ. ημιαπασχολούμενος). 2. (σπάν.) έχω δεύτερη εργασία: Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που ~ούνται.
18590ετεροβαρής, ής, ές [ἑτεροβαρής] ε-τε-ρο-βα-ρής επίθ. {ετεροβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (μτφ.-λόγ.): που επιβαρύνει τη μία μεριά: ~ής: κατανοµή ευθυνών/συμμαχία/σχέση. Ειρηνευτικό σχέδιο που είναι ~ές, υπέρ της άλλης πλευράς. Πβ. λεόντειος. ΣΥΝ. ανισοβαρής (1) ΑΝΤ. αμφοτεροβαρής ● επίρρ.: ετεροβαρώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ετεροβαρής σύμβαση: ΝΟΜ. συμφωνία ανάμεσα σε συμβαλλόμενα μέρη, νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που δημιουργεί υποχρεώσεις στο ένα και δικαιώματα στο άλλο: Το δάνειο/η δωρεά είναι ~ ~. [< μεσν. ετεροβαρής]
18591ετερογένεια[ἑτερογένεια] ε-τε-ρο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ετερογενούς: γλωσσική/κοινωνική/πολιτισμική ~. ~ επιδιώξεων/μεθόδων/μέσων. Πβ. ανομοιότητα, ποικιλία. ΣΥΝ. ανομοιογένεια ΑΝΤ. ομοιογένεια [< γαλλ. hétérogénéité, αγγλ. heterogeneity]
18592ετερογενής, ής, ές [ἑτερογενής] ε-τε-ρο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που παρουσιάζει έλλειψη ομοιομορφίας: ~ής: πληθυσμός. ~ής: μάζα. ~ές: κοινό/μείγμα (ΑΝΤ. ομογενές)/περιβάλλον/σύνολο. ~είς: εφαρμογές/καταβολές/πηγές. ~ή: δεδομένα/(ΤΕΧΝΟΛ.) δίκτυα/στοιχεία. Πβ. ανομοιόμορφος, ετερόκλιτος. Βλ. -γενής. ΣΥΝ. ανομοιογενής ΑΝΤ. ομοιογενής, ομοιόμορφος (1) ● επίρρ.: ετερογενώς [-ῶς] [< αρχ. ἑτερογενής, γαλλ. hétérogène, αγγλ. heterogeneous]
18593ετεροδημότης[ἑτεροδημότης] ε-τε-ρο-δη-μό-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πολίτης εγγεγραμμένος σε δημοτολόγιο άλλου δήμου από αυτόν όπου διαμένει μόνιμα: ειδικά εκλογικά τμήματα ~ών. Κατάλογοι ~ών.|| (ως επίθ.) ~ες: εκλογείς/ψηφοφόροι. Βλ. συνδημότης.
18594ετεροδικία[ἑτεροδικία] ε-τε-ρο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το δικαίωμα κάποιου, κυρ. διπλωματικού αντιπροσώπου, να δικάζεται στη χώρα του για αδικήματα που διέπραξε σε ξένη επικράτεια: Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ~ των κρατών. Καθεστώς ~ας. Άρση/το προνόμιο της ~ας. Βλ. ασυλία. [< γερμ. Exterritorialität]
18595ετεροδοξία[ἑτεροδοξία] ε-τε-ρο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ετερόδοξου, ιδ. η πίστη σε άλλο δόγμα από αυτό της Ορθοδοξίας. Βλ. αίρεση. ΑΝΤ. ομοδοξία [< αρχ. ἑτεροδοξία, γαλλ. hétérodoxie, αγγλ. heterodoxy]
18596ετερόδοξος, η, ο [ἑτερόδοξος] ε-τε-ρό-δο-ξος επίθ. (λόγ.): που ακολουθεί διαφορετικό χριστιανικό δόγμα, συνήθ. σε αντιδιαστολή με τον ορθόδοξο: ~ος: χριστιανός. ~η: Εκκλησία/κοινότητα.|| (ως ουσ.) Τα ανθρώπινα δικαιώματα των ~όξων. Πβ. ετερόθρησκος. Βλ. ανορθόδοξος. ΣΥΝ. αλλόδοξος ΑΝΤ. ομόδοξος (1) [< μτγν. ἑτερόδοξος, γαλλ. hétérodoxe, αγγλ. heterodox]
18597ετεροειδής, ής, ές [ἑτεροειδής] ε-τε-ρο-ει-δής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που ανήκει σε άλλο, διαφορετικό είδος: ~ή: υλικά. Βλ. -ειδής. ΑΝΤ. ομοειδής [< αρχ. ἑτεροειδής]
18598ετερόζυγος, η, ο [ἑτερόζυγος] ε-τε-ρό-ζυ-γος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που διαθέτει διαφορετικά αλληλόμορφα γονίδια για μια ιδιότητα: ~η: δρεπανοκυτταρική/μεσογειακή αναιμία. ΑΝΤ. ομόζυγος [< μτγν. ἑτερόζυγος 'ετεροειδής', αγγλ. heterozygous, 1902]
18599ετεροζυγώτης[ἑτεροζυγώτης] ε-τε-ρο-ζυ-γώ-της ουσ. (αρσ.) {ετεροζυγωτών}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για κύτταρο ή συνηθέστ. οργανισμό) που έχει δύο διαφορετικά αλληλόμορφα για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό σε μία ή περισσότερες γονιδιακές θέσεις, εκ των οποίων το ένα είναι επικρατές και το άλλο υπολειπόμενο: ~ της μεσογειακής αναιμίας. ΑΝΤ. ομοζυγώτης [< αγγλ. heterozygote, 1902, γαλλ. hétérozygote, 1903]
18600ετεροζυγωτικός, ή, ό [ἑτεροζυγωτικός] ε-τε-ρο-ζυ-γω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ετεροζυγώτη· (κυρ. για οργανισμό) που προέρχεται από την ένωση γαμετών με ανόμοια γενετική δομή: ~ή: κατάσταση/μορφή.|| ~ά: δίδυμα. Βλ. δι-, μονο-, ομο-ζυγωτικός. [< αγγλ. heterozygous, 1902, γαλλ. hétérozygote, 1903]
18601ετεροθαλής, ής, ές [ἑτεροθαλής] ε-τε-ρο-θα-λής επίθ. {ετεροθαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: (για αδελφό ή αδελφή) που έχει κοινό (με κάποιον) τον έναν από τους γονείς του. Πβ. ομομήτριος, ομοπάτριος. ΑΝΤ. αμφιθαλής, αυτάδελφος [< μεσν. ετεροθαλής]
18602ετερόθρησκος, η, ο [ἑτερόθρησκος] ε-τε-ρό-θρη-σκος επίθ.: που έχει διαφορετική θρησκεία: ~ο: περιβάλλον. ~οι: μαθητές.|| (ως ουσ.) Ανοχή των ~ήσκων. Γάμος μεταξύ ετεροδόξων ή ~ήσκων. ΣΥΝ. αλλόθρησκος ΑΝΤ. ομόθρησκος
18603ετεροκαθορισμός[ἑτεροκαθορισμός] ε-τε-ρο-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): καθοδήγηση που προέρχεται από άλλους: ιδεολογικός ~. ~ των αναγκών και επιθυμιών. ~ και χειραγώγηση του ατόμου. Πβ. ετερο-νομία, -προσδιορισμός. ΑΝΤ. αυτοκαθορισμός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.