Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19480-19500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18604ετεροκανονικός, ή, ό [ἑτεροκανονικός] ε-τε-ρο-κα-νο-νι-κός επίθ.: αυτός που τον διακρίνει ετεροφυλόφιλη ή ετερόφυλη σεξουαλικότητα. [< αγγλ. heteronormative, 1991]
18605ετεροκανονικότητα[ἑτεροκανονικότητα] ε-τε-ρο-κα-νο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ετεροκανονικού. [< αγγλ. heteronormativity]
18606ετερόκλιτος, η, ο [ἑτερόκλιτος] ε-τε-ρό-κλι-τος επίθ. 1. & ετερόκλητος: που αποτελείται από ανόμοια μέρη: ~ος: κόσμος/συνασπισμός. ~η: εικόνα/ομάδα. ~ο: πλήθος/σύνολο. ~α: στοιχεία/υλικά. Πβ. ανομοιο-, ετερο-γενής, ετερώνυμος. 2. ΓΡΑΜΜ. (κυρ. στην αρχ. ελλην., για ουσιαστικό) που κατά την κλίση του ακολουθεί διαφορετικά κλιτικά παραδείγματα: π.χ. ο πλούτος/τα πλούτη, ο βράχος/οι βράχοι κ. τα βράχια. Πβ. διπλόκλιτος. [< 1: γαλλ. hétéroclite, αγγλ. heteroclite, γερμ. heteroklitisch 2: μτγν. ἑτερόκλιτος]
18607ετεροκυκλικός, ή, ό [ἑτεροκυκλικός] ε-τε-ρο-κυ-κλι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ετεροκυκλικές ενώσεις: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που περιέχουν σε δακτύλιο ένα ή περισσότερα άτομα στοιχείων διαφορετικών από τον άνθρακα: ακόρεστες/τεχνητές/φυσικές ~ ~. Βλ. πουρ-, πυριμιδ-ίνη, φουράνιο. [< αγγλ. heterocyclic, γαλλ. hétérocyclique]
18608ετερόλογος, η, ο [ἑτερόλογος] ε-τε-ρό-λο-γος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αλλογενής: ~η: γονιµοποίηση/μεταμόσχευση (βλαστικών κυττάρων/μυελού των οστών)/σπερματέγχυση. Χρήση ~ου αίματος. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. αυτόλογος
18609ετερονομία[ἑτερονομία] ε-τε-ρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι ηθικοί νόμοι προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο Θεός, η θρησκεία, και όχι από τη συνείδηση του ανθρώπου. 2. έλλειψη αυτοτέλειας, ανεξαρτησίας, αυτονομίας: επαγγελματική/οικονομική/πολιτική ~. ~ και χειραγώγηση. ~ της δράσης. Πβ. ετεροκαθορισμός. Βλ. -νομία. [< γαλλ. hétéronomie, αγγλ. heteronomy]
18610ετερόπλευρος, η/ος, ο [ἑτερόπλευρος] ε-τε-ρό-πλευ-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται σε μία μόνο πλευρά ή ένα μόνο μέρος του σώματος: ~ος: καρκίνος του μαστού/καταρράκτης (ματιού). ~η: απώλεια όρασης/βλάβη/κρυψορχία. ~ο: μόρφωμα. Βλ. αμφίπλευρος, -πλευρος. ΑΝΤ. αμφοτερόπλευρος ● επίρρ.: ετερόπλευρα [< αρχ. ἑτερόπλευρος 'που έχει δύο πλευρές', αγγλ. unilateral]
18611ετεροπολικός, ή, ό [ἑτεροπολικός] ε-τε-ρο-πο-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ετεροπολικός/ιοντικός δεσμός: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. που σχηματίζεται μεταξύ ιόντων αντίθετου φορτίου τα οποία έλκονται ηλεκτροστατικά μεταξύ τους: Ο ~ ~ εμφανίζεται στις ενώσεις μεταξύ μετάλλων και αμετάλλων. Βλ. ομοιοπολικός. [< αγγλ. heteropolar]
18612ετεροπροσδιορισμός[ἑτεροπροσδιορισμός] ε-τε-ρο-προσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): απόδοση χαρακτηρισμού ή ιδιότητας από άλλους: ~ του ατόμου από το οικογενειακό ή κοινωνικό του περιβάλλον. Πβ. ετεροκαθορισμός. ΑΝΤ. αυτοκαθορισμός, αυτοπροσδιορισμός (1)
18613ετεροπροσωπία[ἑτεροπροσωπία] ε-τε-ρο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στην αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα) συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι διαφορετικό από αυτό του ρήματος της πρότασης και βρίσκεται σε αιτιατική αντί για ονομαστική πτώση. ΑΝΤ. ταυτοπροσωπία (1)
18614ετερόπτωτος, η, ο [ἑτερόπτωτος] ε-τε-ρό-πτω-τος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ετερόπτωτος προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. που βρίσκεται ή τίθεται σε πτώση διαφορετική από αυτή της προσδιοριζόμενης λέξης (π.χ. η λ. "του σχολείου" στη φράση "αυλή του σχολείου"): η γενική ως ονοματικός ~ ~. ΑΝΤ. ομοιόπτωτος προσδιορισμός [< μτγν. ἑτερόπτωτος]
18615ετερόρρυθμος, η/ος, ο [ἑτερόρρυθμος] ε-τε-ρόρ-ρυθ-μος επίθ.: που σχετίζεται με την ετερόρρυθμη εταιρεία: ~οι: εταίροι. ~α: μέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: ετερόρρυθμη εταιρεία & (λόγ.) ετερόρρυθμος εταιρεία (ακρ. ΕΕ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. η οποία αποτελείται από έναν τουλάχιστον εταίρο που έχει απέναντι στους πιστωτές της αλληλέγγυα και απεριόριστη ευθύνη και από έναν τουλάχιστο εταίρο του οποίου η ευθύνη είναι περιορισμένη και δεν υπερβαίνει το ποσό της εισφοράς του σε αυτή. Βλ. ομόρρυθμη εταιρεία. [< γαλλ. société en commandité] [< μτγν. ἑτερόρρυθμος]
18617ετεροσεξισμός [ἑτεροσεξισμός] ε-τε-ρο-σε-ξι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προκατάληψη εναντίον των μη ετεροφυλόφιλων. [< αγγλ. heterosexism, 1972, ιταλ. eterosessismo, 1986]
18618ετεροσεξουαλικός, ή, ό [ἑτεροσεξουαλικός] ε-τε-ρο-σε-ξου-α-λι-κός επίθ. λόγ.): αυτός που νιώθει σεξουαλική ή ρομαντική έλξη από το αντίθετο φύλο. [< γαλλ. hétérosexuel, 1891, αγγλ. heterosexual, 1892]
18619ετεροσεξουαλικότητα[ἑτεροσεξουαλικότητα] ε-τε-ρο-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ετεροσεξουαλικού. [< γαλλ. hétérosexualité, 1894, αγγλ. heterosexuality]
18620ετερόσημος, η, ο [ἑτερόσημος] ε-τε-ρό-ση-μος επίθ.: ΜΑΘ. που φέρει διαφορετικό πρόσημο: ~οι: αριθμοί. ~ες: ρίζες/τιμές. ~α: φορτία. Βλ. -σημος. ΑΝΤ. ομόσημος [< μεσν. ετερόσημος]
18621ετερότητα[ἑτερότητα] ε-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ετεροτήτ-ων} (λόγ.): έλλειψη ομοιότητας· η ιδιότητα του διαφορετικού: γλωσσική/εθνική/θρησκευτική/πολιτισμική (βλ. διαπολιτισμικότητα) ~. Η ~ του φύλου. Δικαίωμα/σεβασμός στην ~. Άμβλυνση των ~ων (= διαφορών). Πβ. ανομοι-, διαφορετικ-ότητα. ΑΝΤ. ταυτότητα (4) [< αρχ. ἑτερότης, αγγλ. otherness]
18622ετεροτοπία[ἑτεροτοπία] ε-τε-ρο-το-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΦΙΛΟΣ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τόπος ή χώρος του άλλου, του διαφορετικού: σύγχρονες ~ες. Το μουσείο/ένα έργο τέχνης είναι μια ~, προσφέρει ένα είδωλο του πραγματικού τόπου. Βλ. ευ-, ου-τοπία. 2. ΙΑΤΡ. ανάπτυξη ενός οργάνου ή μέρους του σε διαφορετική θέση από τη φυσιολογική: δόντια σε ~. Πβ. δυσ-, εκ-τοπία. [< γαλλ. hétérotopie, αγγλ. heterotopy]
18623ετερότροφος, η, ο [ἑτερότροφος] ε-τε-ρό-τρο-φος επίθ.: ΒΙΟΛ. (για ζωικό οργανισμό ή μύκητα) που τρέφεται καταναλώνοντας άλλους ή τα οργανικά συστατικά τους: ~α: βακτήρια. Βλ. αποικοδομητής, καταναλωτής. ΑΝΤ. αυτότροφος [< μτγν. ἑτερότροφος, γαλλ. hétérotrophe, 1905, αγγλ. heterotrophic, heterotroph, περ. 1900]
18624ετεροφοβία[ἑτεροφοβία] ε-τε-ρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος ή αποστροφή για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. [< ιταλ. eterofobia, 1968, αγγλ. heterophobia, 1978 < hetero(sexual) + phobia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.