Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19500-19520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18625ετεροφοβικός, ή, ό [ἑτεροφοβικός] ε-τε-ρο-φο-βι-κός επίθ.: αυτός που νιώθει παράλογο φόβο ή αποστροφή για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. [< ιταλ. eterofobico, αγγλ. heterophobic]
18626ετερόφυλος, η, ο [ἑτερόφυλος] ε-τε-ρό-φυ-λος επίθ. ΑΝΤ. ομόφυλος 1. που ανήκει στο άλλο φύλο σε σχέση με κάποιον· καταχρ. ετεροφυλοφιλικός: ~ος: γάμος/γονέας.|| ~η: σεξουαλικότητα. ~ες: σχέσεις. ~α: ζευγάρια (= ετεροφυλόφιλα). || (ως ουσ.) Έγγαμοι ~οι (= ετεροφυλόφιλοι). 2. που ανήκει σε διαφορετική φυλή ή έθνος: φιλία μεταξύ ~ων ανθρώπων. Πβ. αλλο-γενής, -εθνής. ΣΥΝ. αλλόφυλος [< 2: μτγν. ἑτερόφυλος]
18627ετεροφυλοφιλία[ἑτεροφυλοφιλία ] ε-τε-ρο-φυ-λο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): σεξουαλική έλξη από άτομα του αντίθετου φύλου. Βλ. αμφι-, ομο-φυλοφιλία, -φιλία. [< γαλλ. hétérosexualité, αγγλ. heterosexuality, 1900]
18628ετεροφυλοφιλικός, ή, ό [ἑτεροφυλοφιλικός] ε-τε-ρο-φυ-λο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ετεροφυλοφιλία: ~ή: έλξη. ~ό: ζευγάρι/σεξ. Η ~ή μετάδοση του ιού. ΣΥΝ. ετεροφυλόφιλος (2) ΑΝΤ. ομοφυλοφιλικός ● επίρρ.: ετεροφυλοφιλικά [< γαλλ. hétérosexuel, αγγλ. heterosexual]
18629ετεροφυλόφιλος, η, ο [ἑτεροφυλόφιλος] ε-τε-ρο-φυ-λό-φι-λος επίθ./ουσ. 1. που επιθυμεί ή/και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άτομα του άλλου φύλου: ~ος: άνδρας/γάμος (= ετερόφυλος). ~η: γυναίκα. || ~η: σεξουαλικότητα.|| (ως ουσ.) Ζευγάρι ~ων. Πβ. στρέιτ. Βλ. αμφιφυλόφιλος. ΑΝΤ. ομοφυλόφιλος (1) 2. ετεροφυλοφιλικός: ~ες: επαφές/σχέσεις. [< γαλλ. hétérosexuel, αγγλ. heterosexual]
18630ετερόφωτος, η, ο [ἑτερόφωτος] ε-τε-ρό-φω-τος επίθ. ΑΝΤ. αυτόφωτος 1. (για ουράνιο σώμα) που δεν αποτελεί το ίδιο φωτεινή πηγή, αλλά αντανακλά το φως άλλου: ~ος: πλανήτης. ~η: Σελήνη. Βλ. -φωτος. 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) που αντλεί τις ιδέες ή τη δύναμή του από κάποιον άλλο: ~η: παρουσία/προσωπικότητα. Πβ. φερέφωνο. ΑΝΤ. αυτεξούσιος, αυτοδύναμος
18631ετερόχθων, ων, ον [ἑτερόχθων] ε-τε-ρό-χθων επίθ. {ετερόχθ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων, σπάν. στο ουδ.} ΣΥΝ. αλλόχθων ΑΝΤ. αυτόχθων 1. (επίσ.) που κατάγεται από άλλον τόπο, διαφορετική χώρα, σε αντιδιαστολή με τον γηγενή, τον ιθαγενή: ~ονες: ομογενείς.|| (ως ουσ.) Η θέση των ~όνων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Πβ. αλλοδαπός, έπηλυς, ξένος. Βλ. πρόσφυγας. 2. ΓΕΩΛ. (για στρώματα του στερεού φλοιού της Γης ή ορυκτά, πετρώματα) που έχουν σταδιακά μετατοπιστεί από τον αρχικό τόπο σχηματισμού τους: ~ες: συγκεντρώσεις. ~α: εδάφη/κοιτάσματα/υλικά. [< γερμ. heterochthon, αγγλ. heterochthonous]
18632ετεροχρονίζω[ἑτεροχρονίζω] ε-τε-ρο-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ετεροχρόνι-σε, ετεροχρονί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (λόγ.): μεταθέτω κάτι (τέλεση πράξης, εφαρμογή απόφασης) για το μέλλον, για αργότερα: Υπόσχεση που συνεχώς ~εται. Τα απαγορευτικά μέτρα ~στηκαν για τον προσεχή χρόνο. Έκκληση να ψηφισθεί τώρα το νομοσχέδιο και να μην ~σθεί. ~σμένη: απάντηση/πληρωμή.
18633ετεροχρονισμένος, η, ο [ἑτεροχρονισμένος] ε-τε-ρο-χρο-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει μετατεθεί ή γίνεται αργότερα από το κανονικό ως προς τον χρόνο εκτέλεσης, εμφάνισης: ~η: αντίδραση/απάντηση/εκδίκηση. ~ες: αποκαλύψεις. ● επίρρ.: ετεροχρονισμένα
18634ετεροχρονισμός[ἑτεροχρονισμός] ε-τε-ρο-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ετεροχρονίζω: ~ των εξαγγελιών/έργων/πληρωμών. ΑΝΤ. ταυτοχρονισμός (2)
18635ετερώνυμος, η, ο [ἑτερώνυμος] ε-τε-ρώ-νυ-μος επίθ. 1. ΦΥΣ. που είναι αντίθετος ως προς το πρόσημο: ~οι: πόλοι. ~α: φορτία. 2. (σπανιότ.) διαφορετικός: ~α: συμφέροντα. Χώρος όπου συμβιώνουν ~α στοιχεία. Πβ. ετερόκλιτος.|| ~α: έργα (: με άλλο όνομα από αυτό του συγγραφέα). Βλ. ψευδώνυμος, -ώνυμος. ● επίρρ.: ετερώνυμα ● ΣΥΜΠΛ.: ετερώνυμα κλάσματα: ΜΑΘ. που οι παρανομαστές τους είναι άνισοι μεταξύ τους αριθμοί. ΑΝΤ. ομώνυμα κλάσματα ● ΦΡ.: τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται) βλ. έλκω [< μτγν. ἑτερώνυμος ‘που έχει διαφορετικό όνομα ή παρανομαστή’, γερμ. ungleichnamiger Pol]
18638ετησίες[ἐτησίες] ε-τη-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) (αρχαιοπρ.): μελτέμια. [< αρχ. ἐτησίαι, γαλλ. étésien, αγγλ. etesian]
18639ετησιοποιημένος, η, ο [ἐτησιοποιημένος] ε-τη-σι-ο-ποι-η-μέ-νος επίθ. : ΟΙΚΟΝ. που υπολογίζεται σε ετήσια βάση από στοιχεία μικρότερης χρονικής περιόδου: ~ος: ρυθμός (αύξησης). ~η: απόδοση. ~ο: επιτόκιο/ποσοστό. [< αγγλ. annualized]
18640ετήσιος, α, ο [ἐτήσιος] ε-τή-σι-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται μία φορά τον χρόνο ή κάθε χρόνο, που αναφέρεται ή αναλογεί στη διάρκεια ενός έτους: ~ος: διαγωνισμός/έλεγχος/εορτασμός/χορός. ~α: δεξίωση/εκδήλωση. ~ο: μνημόσυνο/πρωτάθλημα/συνέδριο/φεστιβάλ. ~οι: αγώνες.|| ~ος: απολογισμός/προγραμματισμός/τζίρος/φόρος. ~α: άδεια/απογραφή/έκθεση/επιχορήγηση/θητεία/κάρτα/κατανάλωση/παραγωγή/συνδρομή. ~ο: εισόδημα/πρόγραμμα/συμβόλαιο/σχέδιο. ~οι: μισθοί/πόροι. ~ες: ανάγκες/αποδοχές/δαπάνες/δόσεις/εισφορές/συμβάσεις. ~α: φυτά (: σε αντιδιαστολή με τα πολυετή). Ο ~ ρυθμός ανάπτυξης. Το μέσο ~ο κέρδος. Το συνολικό ~ο ποσό χρέωσης. Το ανώτατο ~ο όριο αποζημίωσης. Κάμψη των πωλήσεων σε ~α βάση. Πβ. ενιαύσιος, χρονιάτικος. ● επίρρ.: ετησίως (λόγ.) [< αρχ. ἐτήσιος]
18641έτι[ἔτι] έ-τι επίρρ. (αρχαιοπρ.): ακόμη: Τα προβλήματα οξύνθηκαν ~ περαιτέρω. Το κλίμα βάρυνε ~ περισσότερο. Βλ. προσ~. [< αρχ. ἔτι]
18643ετικέτα[ἐτικέτα] ε-τι-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. μικρή επιγραφή που τοποθετείται σε αντικείμενο, π.χ. συσκευασία προϊόντος, και περιέχει διάφορες πληροφορίες, όπως είδος, περιεχόμενο, συστατικά, τιμή, προορισμό, κάτοχο, οδηγίες χρήσης, ημερομηνία λήξης: αυτοκόλλητη ~. ~ ασφαλείας/ποιότητας. Η ~ του τετραδίου/της φιάλης. ~ αποσκευών. ~ες ρούχων/τροφίμων. Βιοτεχνία ~ών και σημάτων. Βλ. μάρκα, φίρμα. 2. (συνεκδ.) ονομασία εμφιαλωμένου κρασιού στον κατάλογο εστιατορίου. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) τυποποιημένος χαρακτηρισμός: Αρνείται την ~ της φεμινίστριας. Οι άνθρωποι δεν είναι μονοδιάστατοι, ας μην κολλάμε ~ες. Πβ. ταμπέλα. 4. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) τυπικότητα, επιφάνεια των πραγμάτων, σε αντιδιαστολή με την ουσία ή το βάθος: χωρίς ~ες και συμβατικότητες. Πβ. εθιμοτυπία, πρωτόκολλο. Βλ. -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας: τα οποία πωλούνται στην αγορά με το σήμα άλλης εταιρείας από αυτήν που τα παράγει και συνήθ. σε χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τα αντίστοιχα επώνυμα. [< αγγλ. private-label (products)] [< 1: ιταλ. etichetta 2,3: γαλλ. étiquette]
18644ετικετέζα[ἐτικετέζα] ε-τι-κε-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): συσκευή για την επικόλληση ετικέτας σε περιέκτη: (ημι)αυτόματη/περιστροφική ~. ~ για μπουκάλια. [< γαλλ. étiqueteuse]
18645ετικετογράφος[ἐτικετογράφος] ε-τι-κε-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για δημιουργία και εκτύπωση ετικετών: ηλεκτρονικός ~. ~ χειρός. ~ τιμών. Χαρτοταινία ~ου. Ανταλλακτικά μελανάκια όλων των ~ων. Βλ. -γράφος.
18646ετικετοποίηση[ἐτικετοποίηση] ε-τι-κε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. σήμανση με ετικέτα: ~ των προϊόντων. Η ~ του ελαιολάδου. Μηχανές ~ης. Πβ. επισήμανση. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόδοση τυποποιημένου χαρακτηρισμού: αποφυγή ~ης των μαθητών σε καλούς και κακούς. Πβ. κατηγοριοποίηση, στιγματισμός. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. étiquetage]
18647ΕτΚ(η): Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.