| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18648 | έτμησε | βλ. τέμνω | |
| 18649 | ετοιμάζω | [ἑτοιμάζω] ε-τοι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ετοίμα-σα, ετοιμά-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ετοιμαζ-όμενος, ετοιμάζ-οντας}: ακολουθώ μια διαδικασία για να ολοκληρωθεί κάτι: ~ τα παιδιά για το σχολείο (: ντύνω, φροντίζω)/το σπίτι για τη γιορτή (πβ. συγυρίζω, συμμαζεύω, τακτοποιώ)/το τραπέζι για φαγητό (πβ. στρώνω). ~ την τσάντα μου από το βράδυ/για την επόμενη μέρα. ~σα τις βαλίτσες/τα πράγματά μου. ~σες τα μαθήματά σου για αύριο (= διάβασες);|| ~ καφέ (βλ. ψήνω). (σε συνταγές) ~ετε τη γέμιση/τη σάλτσα/το σιρόπι/το φύλλο. (προστ.) Ετοίμασέ (= φτιάξε) μου κάτι να φάω. Όσο το γλυκό ~εται ... Σερβίρεται πρωινό, ~σμένο (= παρασκευασμένο) με τοπικά προϊόντα. Όλα ήταν προσεκτικά ~σμένα (= μαγειρεμένα).|| ~ει ένα καινούργιο βιβλίο (= γράφει)/δίσκο (= ηχογραφεί)/μια εκδήλωση στο σχολείο/μια εργασία/το μάθημα/μια παρουσίαση/ένα πάρτι (= οργανώνει).|| ~ μαθητές για τις εξετάσεις (: εξασκώ, προ~).|| ~ουν αλλαγές/εκπλήξεις (= επιφυλάσσουν)/συνάντηση/ένα ταξίδι (πβ. προγραμματίζω, σχεδιάζω). Του ~σαν θερμή υποδοχή. (αρνητ. συνυποδ.) Τι να ~ει άραγε/πάλι (πβ. μηχανορραφώ, σκαρώνω); Δεν θα πέσουμε στην παγίδα που μας ~σαν (= έστησαν). ● Παθ.: ετοιμάζομαι 1. κάνω τις κατάλληλες ετοιμασίες για κάτι· ειδικότ. έχω ανάλογη ψυχολογική διάθεση: ~όμαστε πυρετωδώς για τα εγκαίνια.|| Η ελληνική ομάδα ~εται (= προπονείται) εντατικά. Οι παίκτες ~ονται για το παιχνίδι της Kυριακής.|| (προφ.) Ετοιμάσου για δουλειά. 2. φορώ (κατάλληλα) ρούχα και γενικότ. περιποιούμαι τον εαυτό μου για μια περίσταση (για υποδοχή καλεσμένου ή έξοδο): ~στείτε, σε λίγο φεύγουμε. Περιμένω να ~στείς. Θα ~στώ σε δέκα λεπτά (: θα είμαι έτοιμος). ~στήκαμε για μια βόλτα στην πόλη. Για πού ~εσαι; 3. είμαι στα πρόθυρα να κάνω κάτι: ~εται για το μεταπτυχιακό. Μόλις/πάνω που ~όμουν να κοιμηθώ. ● ΦΡ.: κάτι ετοιμάζεται (προφ.): (συνήθ. για ύποπτη διαδικασία, δολοπλοκία που) γίνεται, σχεδιάζεται κρυφά: Φοβάμαι ότι ~ ~ στο παρασκήνιο. [< αρχ. ἑτοιμάζω ‘προετοιμάζω, είμαι έτοιμος ή έχω προετοιμαστεί’] | |
| 18650 | ετοιμασία | [ἑτοιμασία] ε-τοι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {ετοιμασι-ών}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ετοιμάζω: έγκαιρη ~ εκδήλωσης. Ολοκλήρωσε την ~ της η Εθνική Ομάδα. Πβ. οργάνωση, προγραμματισμός, προεργασία, προ~, σχεδιασμός.|| ~ σάλτσας. Χρόνος ~ας. Ανέλαβα την ~ του φαγητού. Πβ. παρασκευή, φτιάξιμο. ● ετοιμασίες (οι): σύνολο ενεργειών με αφορμή ένα γεγονός· ειδικότ. οικιακές εργασίες: πυρετώδεις/τελευταίες ~. ~ γάμου. ~ για τα εγκαίνια/το καρναβάλι/το Πάσχα. Επίσπευση/ολοκλήρωση των ~ών της συναυλίας.|| ~ του σπιτιού για τις γιορτές (πβ. συγύρισμα, τακτοποίηση). [< αρχ. ἑτοιμασία ‘ετοιμότητα, προετοιμασία’] | |
| 18651 | ετοιματζίδικος | , η, ο [ἑτοιματζίδικος] ε-τοι-μα-τζί-δι-κος επίθ. & ετοιματζήδικος (λαϊκό-μειωτ.): έτοιμος, τυποποιημένος: ~η: πίτσα. Φαγητό μαγειρευτό, σπιτικό και όχι ~ο. Πολλοί δεν μπορούν να ράψουν κουστούμι· θα προτιμήσουν ~ο.|| (μτφ.) ~ο: κείμενο. ~οι: λόγοι. ~ες: λύσεις. Βλ. -τζίδικος. | |
| 18652 | ετοιμο- & ετοιμό- | : α' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι πρόκειται ή είναι έτοιμο να γίνει αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: ετοιμο-θάνατος/~παράδοτος/~πόλεμος. Ετοιμό-γεννη.|| (ουσ.) Ετοιμο-λογία. | |
| 18653 | ετοιμόγεννη | [ἑτοιμόγεννη] ε-τοι-μό-γεν-νη επίθ./ουσ.: (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) που είναι έτοιμη/ο ή πρόκειται σύντομα να γεννήσει. Βλ. είμαι/μπαίνω/μπήκα στο μήνα μου. [< μτγν. ἑτοιμόγεννος] | |
| 18654 | ετοιμοθάνατος | , η, ο [ἑτοιμοθάνατος] ε-τοι-μο-θά-να-τος επίθ. 1. (για πρόσ.) που αναμένεται να πεθάνει πολύ σύντομα: ~οι: ασθενείς/τραυματίες (: των οποίων επίκειται ο θάνατος). Κείτεται στο χώμα βαριά πληγωμένος, ~.|| (ως ουσ.) ~ από ασιτία. Ψυχολογική υποστήριξη των ~ων. Βλ. -θάνατος, μελλοθάνατος. 2. (μτφ.) που βρίσκεται στο τελικό στάδιο παρακμής και φθοράς, λίγο πριν από την καταστροφή, τη διάλυσή του: ~η: σχέση/χώρα. ~ο: καθεστώς. ~ες: γλώσσες. [< μτγν. ἑτοιμοθάνατος] | |
| 18655 | ετοιμολογία | [ἑτοιμολογία] ε-τοι-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ικανότητα του ετοιμόλογου. Βλ. -λογία. [< μτγν. ἑτοιμολογία] | |
| 18656 | ετοιμόλογος | , η, ο [ἑτοιμόλογος] ε-τοι-μό-λο-γος επίθ. (λόγ.): αυτός που έχει έτοιμη την απάντηση, που (αντ)απαντά εύστροφα και εύστοχα: (για πρόσ.) Ευφυής και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: απαντήσεις. Βλ. -λογος. [< μεσν. ετοιμολόγος] | |
| 18657 | ετοιμοπαράδοτος | , η, ο [ἑτοιμοπαράδοτος] ε-τοι-μο-πα-ρά-δο-τος επίθ.: (για εμπόρευμα ή οίκημα) που είναι έτοιμο για παράδοση στον αγοραστή: ~α: προϊόντα.|| ~η: γκαρσονιέρα/μεζονέτα/μονοκατοικία. ~ο: διαμέρισμα (: του οποίου η κατασκευή έχει ολοκληρωθεί). Πβ. έτοιμος, με το κλειδί στο χέρι, τελειωμένος. | |
| 18658 | ετοιμοπόλεμος | , η, ο [ἑτοιμοπόλεμος] ε-τοι-μο-πό-λε-μος επίθ. 1. που είναι άρτια, σωστά ή κατάλληλα προετοιμασμένος για πόλεμο: ~ος: στρατός. ~ες: ένοπλες δυνάμεις. Πβ. αξιόμαχος, μάχιμος. 2. (μτφ.-συνήθ. για αθλητή) που είναι σε θέση να αγωνιστεί: Δηλώνει ~ για την αναμέτρηση/το ματς/το ντέρμπι. Επιστρέφει ~ στις υποχρεώσεις της ομάδας του. | |
| 18659 | ετοιμόρροπος | , η, ο [ἑτοιμόρροπος] ε-τοι-μόρ-ρο-πος επίθ. 1. (για κτίσμα) που πρόκειται σύντομα να καταρρεύσει, να γκρεμιστεί: ~ος: πύργος/τοίχος. ~η: γέφυρα/σκάλα/σκεπή. ~ες: αποθήκες/κατασκευές. ~α: σπίτια. Οικοδομή που κρίθηκε ~η και κατεδαφίστηκε.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: πόρτες/σκαλωσιές. ~α: τραπέζια. 2. (μτφ., για σύστημα, δομή) που έχει φθαρεί και αναμένεται να διαλυθεί, να καταστραφεί: ~η: κυβέρνηση. 3. (σπανιότ.-μτφ.) (για πρόσ.) που είναι αδύναμο και δίνει την εντύπωση ότι θα πέσει, θα σωριαστεί: φιλάσθενη και ~η. [< μεσν. ετοιμόρροπος] | |
| 18660 | έτοιμος | , η, ο [ἕτοιμος] έ-τοι-μος επίθ. 1. που έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιον ή κάτι, να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια: Είμαστε ~οι (= προετοιμασμένοι) για όλα (τα ενδεχόμενα). Νιώθουν ψυχολογικά ~οι να ανταποκριθούν στις προκλήσεις. Όλα ~α για τον αγώνα/τις εκλογές. Είμαστε ~οι, ξεκινάμε λοιπόν! Ακόμη δεν είσαι ~η (: ντυμένη, βαμμένη για έξοδο); Βλ. παν~. ΑΝΤ. ανέτοιμος, απροετοίμαστος 2. που έχει ολοκληρωθεί, τελειώσει, συμπληρωθεί· που έχει δημιουργηθεί από άλλον: ~η: λύση. ~ο: σχέδιο. ~ες: μελέτες/προτάσεις. Πβ. ολοκληρω-, τελειω-μένος. ΑΝΤ. ανολοκλήρωτος, ελλιπής, ημιτελής.|| ~ο: κείμενο. 3. διατεθειμένος, πρόθυμος για κάτι· που βρίσκεται αμέσως πριν από μια κατάσταση, ενέργεια: Είναι ~ να ζητήσει συγγνώμη. Είμαστε ~οι για θυσίες. Δηλώνουν ~ες να βοηθήσουν.|| Ήμουν ~η να γελάσω/εκραγώ/κλάψω/φύγω. 4. που έχει κατασκευαστεί ή παρασκευαστεί εκ των προτέρων, άμεσα διαθέσιμος: ~ος: χλοοτάπητας. ~ο: γκαζόν/σκυρόδεμα. ~ες: κατοικίες (πβ. λυόμενα, προκάτ). ~α: κονιάματα/κουφώματα.|| ~ο: παγωτό (πβ. αγοραστός, τυποποιημένος, βλ. χύμα). ~ες: σαλάτες/σάλτσες. ~α: γεύματα. Βλ. σπιτικός. 5. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) που δίνεται, παράγεται εύκολα, γρήγορα ή αβίαστα: Έχει ~η τη δικαιολογία. Μην περιμένεις να σου δώσω ~η τη λύση. ● ΣΥΜΠΛ.: έτοιμο ένδυμα & (σπάν.) ρούχο: που είναι μαζικής παραγωγής· συνεκδ. ο αντίστοιχος βιομηχανικός και εμπορικός κλάδος: ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~ ~. Βιοτεχνία ετοίμων ~άτων.|| Επιχειρήσεις/όμιλοι που δραστηριοποιούνται στο ~ ~. (επωνυμία επιχείρησης) ~α ~α-Νεωτερισμοί., έτοιμο φαγητό βλ. φαγητό, έτοιμο/τελικό προϊόν βλ. προϊόν ● ΦΡ.: όλα έτοιμα (στο πιάτο) (προφ.): χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια, χωρίς να κοπιάσει κανείς: Δεν γίνεται να τα έχεις ~ ~. Μην τα θέλετε/περιμένετε ~ ~. Τα βρήκε ~ ~., τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα: δαπανώ αποταμιευμένα συνήθ. χρήματα: ~ ~ μέχρι να βρω δουλειά.|| (ειρων.) Δεν δουλεύει, αλλά ~ει ~ του μπαμπά., έσο έτοιμος βλ. έσο, έχει (έτοιμη) απάντηση για όλα βλ. απάντηση [< αρχ. ἕτοιμος ‘προετοιμασμένος, δραστήριος’] | |
| 18661 | ετοιμότητα | [ἑτοιμότητα] ε-τοι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι έτοιμος, κατάλληλα προετοιμασμένος για κάτι: αγωνιστική/απεργιακή/αυξημένη/γενική/επιχειρησιακή/πλήρης/πνευματική/πολεμική/ψυχική ~. ~ των μαθητών σε περίπτωση σεισμού/υπηρεσιών του Δήμου για την αντιμετώπιση ακραίων καιρικών φαινομένων. Ασκήσεις/βαθμός/κατάσταση ~ας. Δεν έχουν την ~ να αντιδράσουν έγκαιρα. Ο τερματοφύλακας απέκρουσε με ~. Πβ. εγρήγορση, επαγρύπνηση, επιφυλακή. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανετοιμότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εφημερία ετοιμότητας βλ. εφημερία [< αρχ. ἑτοιμότης] | |
| 18662 | ετόλ | [ἐτόλ] ε-τόλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μακρόστενη εσάρπα από γούνα, που τυλίγεται γύρω από τους ώμους: ~ από βιζόν/ρενάρ. [< γαλλ. étole] | |
| 18664 | έτος | [ἔτος] έ-τος ουσ. (ουδ.) {έτ-ους | -η, -ών} 1. χρονικό διάστημα τριακοσίων εξήντα πέντε ημερών (ή τριακοσίων εξήντα έξι για δίσεκτο έτος), που συνήθ. αρχίζει (συμβατικά) την πρώτη Ιανουαρίου και τελειώνει την τριακοστή πρώτη Δεκεμβρίου και χωρίζεται σε δώδεκα μήνες (το ημερολογιακό έτος) ή μπορεί να αρχίζει σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία· μία συγκεκριμένη από αυτές τις περιόδους, συνήθ. στη χρονολογική της σειρά: επετειακό/επόμενο/μεταβατικό/παρελθόν/περασμένο/πλήρες/τρέχον ~. Στην αρχή/με την πάροδο/στο τέλος του ~ους. Η πρώτη μέρα (πβ. πρωτοχρονιά)/οι εποχές του ~ους. Απαιτούμενη προϋπηρεσία: ένα ως δύο ~η. Δάνειο διαρκείας με σταθερό επιτόκιο για τρία ~η. Κατά τα προηγούμενα ~η. Επί δύο συναπτά ~η. Ύστερα από προσπάθειες πολλών ~ών ... Εγγύηση δύο ~ών. Ποινή κάθειρξης είκοσι ~ών. Προ ~ών (: πριν από πολλά ~η). Από (πολλών) ~ών (: εδώ και πολλά ~η). Εξόφληση χρέους εντός τριών ~ών.|| (ειδικότ. για την ηλικία) Συμπλήρωση του πεντηκοστού ~ους της ηλικίας. Έγινε ογδόντα/πέθανε σε ηλικία ενενήντα ~ών. Γυναίκες άνω/κάτω των σαράντα ~ών. Πόσων ~ών (= χρονών) είστε;|| Ουίσκι δώδεκα ~ών.|| (ευχετ.) Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέο ~. ~ αποφοιτήσεως/γεννήσεως/έκδοσης (πβ. χρονολογία).|| (σε άλλο σύστημα χρονολόγησης:) Το ~ του Φιδιού (στο κινέζικο ημερολόγιο). Ένα ~ Εγίρας (στο ισλαμικό ημερολόγιο που αντιστοιχεί στο 622 μ.Χ.). Το ~ 7107 από κτίσεως κόσμου (δηλ. 1599 μ.Χ.). Το ~ μιας Ολυμπιάδας. ΣΥΝ. χρονιά (1), χρόνος (6) 2. (ειδικότ.) χρονικό διάστημα, μικρότερο συνήθ. από ένα έτος, κατά το οποίο λειτουργεί ένα ίδρυμα, ινστιτούτο· συνεκδ. σύνολο προσώπων που φοιτούν μαζί σε σχολείο, πανεπιστήμιο: ακαδημαϊκό-πανεπιστημιακό ~. Παράταση διδακτικού ~ους. Μαθήματα πρώτου ~ους (σπουδών). Διαγωνίσματα/εκπαιδευτική εκδρομή/εξετάσεις/υποτροφίες ~ους ... Φοιτητές δευτέρου ~ους/μεγαλύτερων ~ών/του ~ους μου. Δεν ήταν στο δικό μου ~ (= δεν ήμασταν συμφοιτητές). Βλ. ανθρωπο~, γενιά. 3. ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για μια πλήρη περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο, το ηλιακό, τροπικό έτος· κατ' επέκτ. ο χρόνος περιφοράς ενός πλανήτη ή δορυφόρου γύρω από τον Ήλιο ή άλλο πλανήτη, αντίστοιχα: το ~ του Άρη/της Σελήνης. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκλησιαστικό έτος: που αρχίζει την πρώτη Σεπτεμβρίου και τελειώνει την τριακοστή πρώτη Αυγούστου. ΣΥΝ. ίνδικτος (1), έτος φωτός 1. ΑΣΤΡΟΝ. {κυρ. στον πληθ.} μονάδα μήκους (διεθνές σύμβ. ly) που ισούται με την απόσταση που διανύει το φως στο κενό σε ένα έτος: Γαλαξίας που απέχει ... εκατομμύρια ~η ~ από τη Γη. 2. {μόνο στον πληθ.} (μτφ.) για να δηλωθεί εμφατικά πολύ μεγάλη (ποιοτική) διαφορά μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συγκρινόμενων πραγμάτων, προσώπων: Η θεωρία απέχει συχνά ~η ~ από την πράξη. Βρισκόμαστε ~η ~ (μακριά) από τις συνήθειες των παππούδων μας. [< αγγλ. light year, 1925] , Ευρωπαϊκό/Διεθνές/Παγκόσμιο Έτος: χρονικό διάστημα συνήθ. ενός έτους, αφιερωμένο σε συγκεκριμένο θέμα, πρόσωπο, ιδέα, κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνται σχετικές εκδηλώσεις σε ευρωπαϊκό, διεθνές ή παγκόσμιο επίπεδο., ηλιακό/τροπικό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών εαρινών ή φθινοπωρινών ισημεριών που ισοδυναμεί με 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45.51 δευτερόλεπτα: ημερολόγιο βασισμένο στο ~ ~. Μέσο τροπικό ~ (365, 2421988 ... μέρες). Βλ. γρηγοριανό/νέο, ιουλιανό/παλαιό ημερολόγιο, ηλιακός χρόνος. [< γαλλ. année solaire/tropique] , ημερολογιακό έτος & πολιτικό έτος: από την 1η Ιανουαρίου ως την 31η Δεκεμβρίου. [< αγγλ. calendar year] , οικονομικό έτος: ΟΙΚΟΝ. λογιστική περίοδος δώδεκα μηνών: απολογισμός/έξοδα/έσοδα/ισολογισμός/κέρδη ~ού ~ους ... Φορολογικές δηλώσεις ~ού ~ους ... Εκκαθάριση λογαριασμών-~ά ~η ... [< αγγλ. financial year] , σεληνιακό έτος: με διάρκεια τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ημερών., σχολικό έτος: το χρονικό διάστημα λειτουργίας των σχολείων, συμπεριλαμβανομένων των παραδόσεων και των εξετάσεων: Το ~ ~ διαρκεί από την πρώτη Σεπτεμβρίου έως την τριακοστή Ιουνίου. Πβ. χρονιά., αστρικό έτος βλ. αστρικός, κοσμικό/γαλαξιακό έτος βλ. κοσμικός, πλήρης ημερών βλ. ημέρα, το ενεστώς έτος βλ. ενεστώς, υδρολογικό έτος βλ. υδρολογικός ● ΦΡ.: αίσιο(ν) και ευτυχές το νέο(ν) έτος (λόγ.): (σε ευχετήριες κάρτες και επιστολές) στερεότυπη ευχή για το νέο έτος., ανά/κατ' έτος: (για, σε) κάθε έτος, ετησίως: δαπάνες/δημοσιεύσεις/ταξινόμηση ~ ~.|| (ως επίθ.) Βράβευση της κατ' έτος (= ετήσιας) σημαντικότερης ερευνητικής εργασίας στον χώρο της ..., εις πολλά έτη/έτη πολλά (λόγ.): ευχή για μακροζωία: ~ ~ με υγεία και χαρά! (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~, ∆έσποτα! Πβ. χρόνια πολλά., εν έτει (λόγ.): το έτος: Έργο γραμμένο ~ ~ ... , επί σειρά(ν) ετών (λόγ.): για πολλά και διαδοχικά χρόνια: πρόεδρος/πρωταθλητής ~ ~.|| (ως επίθ.) Ο ~ ~ διευθυντής. , καθ' όλο(ν) το έτος (λόγ.): σε όλη τη διάρκεια του έτους: Το ξενοδοχείο λειτουργεί ~ ~., κατ' έτος (επίσ.): (για) κάθε χρονιά, ετησίως: αποδοχές ~ ~. Η κατώτατη τιμή ορίζεται ~ ~., (κατά) το σωτήριο(ν) έτος βλ. σωτήριος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος [< αρχ. ἔτος, γαλλ. année, αγγλ. year] | |
| 18665 | ετότε | βλ. τότε | |
| 18666 | ετούτος | βλ. τούτος | |
| 18667 | ΕΤΠΑ | (το): Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. | |
| 18668 | ετράπη | βλ. τρέπω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ