| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18669 | έτσι | [ἔτσι] έ-τσι επίρρ. 1. (τροπικό) με αυτόν τον ή με τον ίδιο τρόπο: Σου αρέσουν ~ τα μαλλιά μου; ~ γίνονται οι δουλειές σήμερα. ~ είχες πει. Πώς την πατήσαμε ~! Κράτα το ~ από την άκρη. Πώς τα κατάφερες ~; (επιτατ. + επίρρ.) Σας το λέω ~ απλά. Να γινόταν ένα θαύμα ~ ξαφνικά! Mην κάνεις ~. ~ έχω συνηθίσει/με έχουν μάθει. Μόνο εγώ βλέπω ~ τα πράγματα; ~ θα συνεχίσουμε. ~ γράφεται; ~ κάνουν οι φίλοι; ~ κι έγινε. Μας έδωσε ~ την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε την κατάσταση. Ιζήματα κάλυψαν τον πάγο, διατηρώντας τον ~ ανέπαφο. Μπα, ~ σου μάθανε να μιλάς; ~ λέμε εμείς από το νησί. Όπως κάθε χρόνο, ~ και φέτος κάναμε Πάσχα στο χωριό. -Θα γίνει καλά; -~ (= αυτό) νομίζω. Τα πράγματα δεν έχουν ~ (ακριβώς). (παρενθετικά) Το μειονέκτημά της, ας/να το πούμε ~, είναι ότι ...|| Γιατί/πώς είσαι ~; ~ έχει η ζωή/ο κόσμος. Αν είναι ~, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Πβ. τοιουτοτρόπως, ως ακολούθως, ως εξής. Βλ. αλλιώς, αλλιώτικα, διαφορετικά. 2. συνήθ. στην αρχή περιόδου για σύνδεση με τα προηγούμενα ή για να εκφράσει αποτέλεσμα, συμπέρασμα: (στο τέλος αφηγήσεων) Κι ~ έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. ~ η τελευταία έρευνα ανατρέπει τα προηγούμενα δεδομένα. ~, ένα χρόνο αργότερα, ολοκλήρωσε την πρώτη της ταινία. ~ για παράδειγμα ... ~ (= συνεπώς) η βαθμολογία διαμορφώνεται ως εξής ... 3. (προφ.) χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή σκοπό: ~ το είπε (πβ. συμπτωματικά)/το έκανε στ' αστεία/για να γελάσουμε/για πλάκα. ~ μου ήρθε και το έγραψα. ~ του αρέσει/κάπνισε. ΑΝΤ. σκόπιμα 4. (ως δείκτης στο τέλος φρ.) (προφ.) για να ζητηθεί συγκατάθεση ή επιβεβαίωση: Θα έρθεις μαζί μας, ~ (= εντάξει, σύμφωνοι); 5. (ποσοτικό) (συνήθ. + επίθ.) τόσο: Πώς μπορείς να κάθεσαι ~ ήρεμος! Τι θες και φωνάζεις ~; Πώς πάχυνες ~; 6. (προφ.) για να δηλωθεί ευχή: Πες μου σε παρακαλώ, ~ να χαρείς την οικογένειά σου! Πβ. είθε, μακάρι. 7. (προφ.) δωρεάν, τζάμπα: Τη συμπάθησε και της το έδωσε ~. ● Ουσ.: έτσι (αργκό) 1. (ο) για γνωστό πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται: Βγήκε/θα έρθει με τον ~ της. 2. (το) πείσμα, ιδιοτροπία: Με το ~ του όπου κι αν βρεθεί, κλέβει την παράσταση. ● ΦΡ.: δεν είναι έτσι (εμφατ.): για άρνηση ή για επιβεβαίωση (σε ερώτηση): ~ ~ όπως τα λες. ~ ~ τα πράγματα.|| Από την αρχή ήθελες να φύγεις, ~ ~ (: έτσι δεν είναι);, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε (ειρων.): ο καθένας έχει τη δική του άποψη για γεγονότα και καταστάσεις, θεωρώντας ότι αυτή είναι η μόνη αντικειμενική. [< ιταλ. così è, se vi pare] , έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα): με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη μια ή στην άλλη περίπτωση: Τι σημασία έχει αν τα πράγματα έγιναν ~ ~;, έτσι και: αν, σε περίπτωση που: ~ ~ αλλάξεις γνώμη, πες μου το. ~ ~ το μάθει, δεν θα σου ξαναμιλήσει.|| (απειλητ.) ~ ~ δω καμιά ύποπτη κίνηση, χάθηκες!, έτσι κι έτσι (προφ.) 1. μέτρια, ούτε καλά ούτε άσχημα, ούτε πολύ ούτε λίγο: -Πώς τα περνάς; -~ ~. Οι δουλειές πηγαίνουν ~ ~. Η ταινία ήταν ~ ~ (πβ. καλούτσικη).|| -Το κατάλαβες; -~ ~. Πβ. κομσί κομσά. 2. για αποφυγή περιττής επανάληψης ή λεπτομερούς αναφοράς: Βρήκαν τον δήμαρχο και του είπαν ~ ~. Του εξήγησα ότι ~ ~ έχει η κατάσταση. ~ ~ έμαθα, της είπε. Πβ. το και το. 3. σε κάθε περίπτωση: Και τι έχω να φοβηθώ; ~ ~ δεν μπορεί να μου κάνει τίποτε. Σκέφθηκα ~ ~ είμαι χαμένος, ας το ριψοκινδυνέψω. Πβ. έτσι κι αλλιώς., έτσι μπράβο/έτσι ντε! (προφ.): ως έκφραση επιδοκιμασίας, ενθάρρυνσης ή (σπάν.) ειρωνείας: ~ μπράβο, ωραία του τα είπες! ~ μπράβο, τα πηγαίνετε πολύ καλά!|| ~ ντε! Να σκέφτεσαι αισιόδοξα!, έτσι όπως: κατά αυτόν τον τρόπο που: ~ ~ πάει η δουλειά/το πράγμα, θα τελειώσω σε καμιά εικοσαετία. Δεν είναι ~ ~ τα λέτε. ΣΥΝ. έτσι που (1), έτσι που 1. με τον τρόπο με τον οποίο: Ήταν επόμενο, ~ ~ φέρεσαι. ~ ~ το 'βαλες, θα πέσει. ΣΥΝ. έτσι όπως 2. ώστε: Το έγραψα ~ ~ να το καταλάβουν όλοι., έτσι σε θέλω (προφ.): (ως έκφρ. ενθάρρυνσης) μου αρέσεις έτσι όπως είσαι: ~ ~, να γελάς!, έτσι ώστε: με αποτέλεσμα: Ήταν τόσο σαφής, ~ ~ δεν υπήρξαν παρανοήσεις. Χρειάζονται περαιτέρω ενέργειες, ~ ~ να (= για να) λυθεί το πρόβλημα., μια έτσι, μια αλλιώς/τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς (προφ.): (προκειμένου να δηλωθεί διαρκής μεταβολή) τη μια φορά έτσι, την άλλη διαφορετικά: Μου τα λέει ~ ~. Είναι ~ ~. Άστατος ο καιρός, ~ ~., μόνο έτσι/έτσι μόνο: μόνο με αυτόν τον τρόπο: ~ ~ θα σωθεί η επιχείρηση. ~ ~ πετυχαίνεις τον σκοπό σου., ο έτσι ο αλλιώς (προφ.): για αρνητικούς συνήθ. χαρακτηρισμούς που αποδίδονται σε ένα πρόσωπο, χωρίς να δηλώνονται συγκεκριμένα: Γι' αυτούς ήταν ο κακός άνθρωπος, ο φονιάς, ~ ~., όχι κ(α)ι έτσι: για κάτι που θεωρείται υπερβολικό ή αποδοκιμάζεται από τον ομιλητή: Είπαμε εκμετάλλευση του φυσικού τοπίου, αλλά ~ ~! Ε, ~ ~, το παράκαναν!, ώστε έτσι (λοιπόν) (προφ.): συνοψίζοντας όσα προαναφέρθηκαν: Α, ~ ~ της είπε; ~ ~, ε; Τώρα θα δεις!, αυτά/έτσι που λες/λέτε! βλ. λέω, έτσι για την ιστορία βλ. ιστορία, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει βλ. γουστάρω, έτσι κι αλλιώς βλ. αλλιώς, έτσι λες; βλ. λέω, έτσι σου είπαν να λες; βλ. λέω, έτσι/αυτός είναι ο κόσμος! βλ. κόσμος, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, κάπως έτσι βλ. κάπως, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, με το έτσι θέλω βλ. θέλω, μια έτσι, μια γιουβέτσι/και έτσι και γιουβέτσι/τη μια έτσι (και) την άλλη γιουβέτσι βλ. γιουβέτσι, πώς (κι) έτσι; βλ. πώς [< μεσν. έτσι] | |
| 18670 | ετσιδά | [ἐτσιδά] ε-τσι-δά επίρρ. & έτσι δα (λαϊκό-εμφατ.): με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. [< μεσν. ετσιδά] | |
| 18671 | ετσιθελικός | , ή, ό [ἐτσιθελικός] ε-τσι-θε-λι-κός επίθ. (προφ.): που γίνεται χωρίς να υπολογίζει κανείς τους άλλους, αυθαίρετος: ~ή: απόφαση/νοοτροπία/πολιτική/στάση/συμπεριφορά/τακτική. Η ~ή επιβολή μιας άποψης. Πβ. με το έτσι θέλω. ● επίρρ.: ετσιθελικά | |
| 18672 | ετσιθελισμός | [ἐτσιθελισμός] ε-τσι-θε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): η τάση κάποιου να ενεργεί κατά βούληση, χωρίς να υπολογίζει τους άλλους· αυθαίρετη συμπεριφορά. Πβ. αυθαιρεσία. Βλ. -ισμός. | |
| 18673 | ετυμηγορία | [ἐτυμηγορία] ε-τυ-μη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απόφαση δικαστηρίου σχετικά με την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου: αθωωτική/καταδικαστική ~. ~ των δικαστών/ενόρκων. Ανακοινώθηκε/εκδόθηκε η ~. 2. (μτφ.) κάθε τελική κρίση, θετική ή αρνητική, την οποία εκφέρει συνήθ. σύνολο ανθρώπων: η ~ της επιτροπής/της πλειοψηφίας/των πολιτών. Η λαϊκή ~ εκφράστηκε στις κάλπες/εκλογές.|| Η ~ της ιστορίας. [< πβ. μτγν. ἐτυμηγορία ‘ετυμολογία’, γαλλ. verdict] | |
| 18679 | έτυμο(ν) | [ἔτυμο(ν)] έ-τυ-μο(ν) ουσ. (ουδ.) {ετύμ-ου}: ΓΛΩΣΣ. ετυμολογία: αναζήτηση/ανεύρεση του ~ου. Κυπριακά/μεσαιωνικά/ποντιακά ~α. Λέξη αγνώστου ~ου. [< μτγν. ἔτυμον (το) ‘η αρχική, αληθινή σημασία’, γαλλ. étymon, αγγλ. etymon] | |
| 18674 | ετυμολόγηση | [ἐτυμολόγηση] ε-τυ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία για την ανεύρεση της ετυμολογίας μιας λέξης και το σχετικό αποτέλεσμα: επιστημονική ~. ~ επιθημάτων/τοπωνυμίων. ~ από το ελληνικό/λατινικό ... Πιθανές ~ήσεις. | |
| 18675 | ετυμολογία | [ἐτυμολογία] ε-τυ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με την προέλευση και την ιστορία των λέξεων και των σημασιών τους· η διαδικασία και το αποτέλεσμα ανεύρεσής της: επιστημονική ~. Αβέβαιη/άγνωστη/πειστική/πιθανή/σκοτεινή ~ (ΣΥΝ. έτυμο(ν)). Πβ. ετυμολόγηση. Βλ. -λογία, παρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή ετυμολογία: μεταβολή της μορφής μιας δάνειας ή λόγιας λέξης με βάση την εσφαλμένη ετυμολογική της σύνδεση με άλλη, πιο γνωστή ή καλύτερα κατανοητή, π.χ. γιουβαρλάκι < γιουβαρελάκι (από το βαρέλι), τένοντας < τέντονας (από το τεντώνω). Πβ. παρετυμολογία. [< γερμ. Volksetymologie] [< μτγν. ἐτυμολογία, γερμ. Etymologie, γαλλ. étymologie, αγγλ. etymology] | |
| 18676 | ετυμολογικός | , ή, ό [ἐτυμολογικός] ε-τυ-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ετυμολογία: ~ός: ορισμός (: που εξαρτάται από την ετυμολογία ή βασίζεται σε αυτή). ~ή: ανάλυση/εκδοχή/εξέλιξη/εξήγηση/έρευνα/μελέτη/(ή ιστορική) ορθογραφία (: σε αντιδιαστολή με τα άλλα δύο είδη, τη φωνητική και τη φωνολογική)/πηγή/προέλευση/ρίζα/σημασία/συγγένεια/συνάφεια/σύνδεση/συσχέτιση. ~ό: λεξικό/σχήμα (πβ. παρήχηση). ~ές: ασκήσεις/οικογένειες/πληροφορίες. Βλ. παρ~. ● Ουσ.: ετυμολογικό (το): ενότητα της παραδοσιακής-σχολικής γραμματικής, σε αντιδιαστολή με το φθογγολογικό και το τυπολογικό, με αντικείμενο την παραγωγή και τη σύνθεση των λέξεων. ● επίρρ.: ετυμολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐτυμολογικός, γαλλ. étymologique, αγγλ. etymological] | |
| 18677 | ετυμολόγος | [ἐτυμολόγος] ε-τυ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ερευνητής ή ερευνήτρια, συνήθ. γλωσσολόγος, που ασχολείται με την ετυμολογία. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἐτυμολόγος, γαλλ. étymologiste, αγγλ. etymologist] | |
| 18678 | ετυμολογώ | [ἐτυμολογῶ] ε-τυ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ετυμολογ-εί, -ώντας | ετυμολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενη, -ημένος}: ΓΛΩΣΣ. βρίσκω και δίνω την ετυμολογία μιας λέξης: Όνομα που ~είται από τα Λατινικά. Βιβλίο όπου καταγράφονται και ~ούνται τοπωνύμια. Βλ. -λογώ, παρ~. [< μτγν. ἐτυμολογῶ, γαλλ. étymologiser, αγγλ. etymologize] | |
| 18680 | έτυχε | βλ. τυγχάνω, τυχαίνω | |
| 18681 | ευ | [εὖ] επίρρ. (αρχαιοπρ.): καλά· συνήθ. στις ● ΦΡ.: ευ αγωνίζεσθαι: ΑΘΛ. το να αγωνίζεται κανείς έντιμα, σύμφωνα με τους κανονισμούς του αθλήματος και με σεβασμό προς τον αντίπαλο: βραβείο/έπαθλο ~ ~. Το πνεύμα του ~ ~. Πβ. αθλητικό ιδεώδες, ευγενής άμιλλα, ολυμπισμός., ουκ εν τω πολλώ το ευ (γνωμ.): κυρ. ως παραίνεση αποφυγής του φλύαρου και περιττού· η μεγάλη ποσότητα δεν συνεπάγεται απαραιτήτως ποιότητα: Μη μακρηγορείτε· ~ ~. Πβ. τα ακριβά αρώματα μπαίνουν/τα βάζουν σε μικρά μπουκαλάκια/μπουκάλια., το ευ ζην βλ. ζην [< αρχ. εὖ ‘καλά, σωστά, πολύ’ < ἐΰς ‘καλός, γενναίος’] | |
| 18682 | ευ- & εύ- | (λόγ.) πρόθημα που αναφέρεται στην ιδιότητα του 1. καλού: ευ-διάθετος (πβ. καλο-, ΑΝΤ. κακο-)/~ειδής/~ημερία/~θυμία. Εύ-γευστος (βλ. α-)/~γλωττος/~ηχος. 2. εύκολου: ευ-διάκριτος/~διάλυτος/~ερέθιστος. Ευ-ελιξία/~καμψία. Εύ-θικτος/~θραυστος/~πιστος (πβ. ευκολό-, ΑΝΤ. δύσ- κ. δυσκολό-). 3. (συνήθ. επιτατ.) πολύ: ευ-μεγέθης/~τραφής.|| Εύ-σωμος (πβ. μεγαλό-). | |
| 18683 | ευαγγελίζομαι | [εὐαγγελίζομαι] ευ-αγ-γε-λί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ευαγγελί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί} (λόγ.): ανακοινώνω εκ των προτέρων ή υπόσχομαι κάτι επιθυμητό, το οποίο όμως συνήθ. τίθεται υπό αμφισβήτηση: ~εται αλλαγές η κυβέρνηση. ~ονται ότι θα πετύχουν. Πβ. αναγγέλλω, διακηρύσσω, εξαγγέλλω. [< αρχ. εὐαγγελίζομαι ‘φέρνω καλή είδηση’] | |
| 18684 | ευαγγελικός | , ή, ό [εὐαγγελικός] ευ-αγ-γε-λι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με το Ευαγγέλιο: ~ός: λόγος. ~ή: περικοπή. ~ό: κήρυγμα/χωρίο. ~ές: παραβολές/ρήσεις. 2. ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στους Ευαγγελικούς: ~ός: ιερέας (= πάστορας). ~ή: αδελφότητα. ~ές: Εκκλησίες. Πβ. καλβιν-, λουθηραν-, προτεσταντ-ικός. ● Ουσ.: Ευαγγελικά & Ευαγγελιακά (τα): ΙΣΤ. αιματηρά επεισόδια που έγιναν στην Αθήνα το 1901, με αφορμή τη δημοσίευση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα., Ευαγγελικός (ο): διαμαρτυρόμενος που δέχεται την Αγία Γραφή ως μοναδικό θεμέλιο της χριστιανικής πίστης και απορρίπτει την υπόλοιπη εκκλησιαστική παράδοση. Πβ. προτεστάντης. ΣΥΝ. ευαγγελιστής (2) [< 1: μτγν. εὐαγγελικός 2: αγγλ. evangelical, γαλλ. évangélique] | |
| 18685 | ευαγγέλιο | [εὐαγγέλιο] ευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ευαγγελί-ου | -ων} & (λαϊκό) βαγγέλιο 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) καθένα από τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης που διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής, του θανάτου, της Ανάστασης και της Ανάληψης του Χριστού, παρουσιάζουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά στοιχεία του Χριστιανισμού· συνεκδ. ιερό λειτουργικό βιβλίο με περικοπές από τα τέσσερα Ευαγγέλια· ειδικότ. εδάφιο, απόσπασμα που διαβάζεται από τον ιερέα σε εκκλησιαστική ακολουθία· κατ' επέκτ. η Καινή Διαθήκη και το αντίστοιχο βιβλίο: το κατά Ματθαίον/Μάρκον/Λουκάν/Ιωάννην ~ (αλλιώς κανονικά ~α, γιατί αποτελούν μέρος του Κανόνα της Αγίας Γραφής). Η μετάφραση των ~ων στη Δημοτική (βλ. Ευαγγελικά).|| Ενεπίγραφο/χειρόγραφο ~.|| Ανάγνωση του ~ου (από τον ιερέα). Το ~ της Κυριακής/της Μεγάλης Παρασκευής.|| Προσκυνώ/φιλώ το ~. Ο μάρτυρας ορκίστηκε στο ~. Βλ. πρωτ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) η διδασκαλία του Χριστού, οι χριστιανικές αρχές, ο χριστιανισμός: η αλήθεια/η διάδοση/η διακονία/η ερμηνεία/το κήρυγμα/τα μηνύματα/το πνεύμα του ~ου. 3. (μτφ.) συνήθ. για βιβλίο που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές ιδεολογικού, πολιτικού, φιλοσοφικού συστήματος ή οι ίδιες οι αρχές, που συχνά υπόσχονται σωτηρία, ευτυχία: το ~ ενός κόμματος/της μεταπολεμικής διανόησης. Πβ. βίβλος.|| Κοινωνικό ~. 4. (μτφ.) καθετί που θεωρείται αυθεντία και ακολουθείται πιστά: Έχω τα έργα του για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία & (σπάν.) ψευδεπίγραφα ευαγγέλια: θρησκευτικά κείμενα που περιέχουν λάθη και φανταστικά στοιχεία, φέρουν ψευδώς το όνομα κάποιου γνωστού εκκλησιαστικού προσώπου, δεν θεωρούνται θεόπνευστα και δεν έχουν περιληφθεί στον Κανόνα της Αγίας Γραφής: Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Τα απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης., Δώδεκα Ευαγγέλια: οι δώδεκα ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται τη Μεγάλη Πέμπτη και κατ' επέκτ. ο εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης., χαράς ευαγγέλια: για δήλωση πολύ μεγάλης χαράς, συνήθ. κατόπιν χαρμόσυνης είδησης ή γεγονότος., Γνωστικά Ευαγγέλια βλ. γνωστικός2, συνοπτικά Ευαγγέλια βλ. συνοπτικός ● ΦΡ.: άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο (προφ.): δεν ανήκει στις αρμοδιότητές μου: Αυτό που ζητάτε είναι ~ ~! Ποιος έχει δίκιο; ~ ~!, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο 1. (μτφ.) είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Έτσι άκουσα να λένε, αλλά δεν βάζω και το ~ ~. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, παίρνω όρκο 2. (κυριολ.) για να ορκιστώ στο δικαστήριο. [< μτγν. εὐαγγέλιον 'ευχάριστα νέα', γαλλ. évangile, αγγλ. evangel, evangile] | |
| 18686 | ευαγγελισμός | [εὐαγγελισμός] ευ-αγ-γε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΕΚΚΛΗΣ. η αναγγελία στην Παρθένο Μαρία από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι θα γεννήσει τον Ιησού Χριστό· συνεκδ. η αντίστοιχη (θεομητορική) εορτή στις 25 Μαρτίου ή ιερός ναός που πανηγυρίζει εκείνη την ημέρα ή το ανάλογο εικονογραφικό θέμα, ιδ. στην αγιογραφία: ο ~ της Θεοτόκου.|| Μονή του ~ού.|| Βημόθυρο με ~ό. Βλ. -ισμός. [< μτγν. εὐαγγελισμός] | |
| 18687 | ευαγγελιστάριο | [εὐαγγελιστάριο] ευ-αγ-γε-λι-στά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ευαγγελισταρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο που περιλαμβάνει με τη σειρά τα αποσπάσματα των Ευαγγελίων που διαβάζονται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας και των Ιερών Ακολουθιών. | |
| 18688 | ευαγγελιστής | [εὐαγγελιστής] ευ-αγ-γε-λι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (ως προσωνυμία) καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων Ευαγγελίων που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη: ο ~ Ματθαίος/Μάρκος/Λουκάς/Ιωάννης. Απόστολοι και ~ές. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) μέλος ή πιστός της Ευαγγελικής Εκκλησίας: προτεστάντης ~. ΣΥΝ. Ευαγγελικός [< 1: μτγν. εὐαγγελιστής 2: αγγλ. evangelican, γαλλ. évangéliste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ