| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18689 | Ευαγγελίστρια | βλ. Βαγγελίστρα | |
| 18690 | ευαγής | , ής, ές [εὐαγής] ευ-α-γής επίθ. {ευαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) 1. φιλανθρωπικός: ~ές: έργο. ~είς: δραστηριότητες. Πβ. αγαθοεργός. 2. (σπάν.) ευσεβής, ευλαβής: ο ~ ιερός κλήρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ευαγές ίδρυμα: που επιτελεί φιλανθρωπικό έργο και συχνά προσφέρει περίθαλψη σε ανθρώπους που δεν μπορούν να αυτοσυντηρηθούν (γηροκομείο, νοσηλευτήριο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο). Πβ. άσυλο. [< 1: πβ. αρχ. εὐαγής ‘αγνός, καθαρός’ 2: γαλλ. pieux] | |
| 18691 | ευάερος | , η, ο [εὐάερος] ευ-ά-ε-ρος επίθ. (λόγ.): (για χώρο) που αερίζεται επαρκώς: ~η και ευήλια γκαρσονιέρα. Μέρος δροσερό και ~ο. [< μτγν. εὐάερος ‘που έχει καθαρό αέρα’] | |
| 18692 | ευαισθησία | [εὐαισθησία] ευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι, που φανερώνει λεπτότητα στα αισθήματα και τις αντιλήψεις: δημοκρατική/κοινωνική/οικολογική/παιδαγωγική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική/ψυχική ~. ~ και αίσθημα ευθύνης. Μίλησε με ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ζητείται μεγαλύτερη ~ για τα δάση.|| Έχει ιδιαίτερη ~ με τους ηλικιωμένους. Εικόνες/ιστορίες γεμάτες ~ (πβ. αισθαντικότητα, συναίσθημα). Το έργο της εκφράζει τη γυναικεία ~. Άνθρωπος με ~ες. Πβ. ανθρωπιά, ευσπλαχνία, συναισθηματισμός. ΑΝΤ. αδιαφορία (1), αναισθησία (2), απάθεια (1) 2. ΙΑΤΡ. ευπάθεια: ~ των δοντιών στο ζεστό και το κρύο. Ασθενείς με ~ στην ασπιρίνη/ινσουλίνη. Έχω ~ στο δέρμα/στον λαιμό/στο στομάχι (βλ. έλκος). Αλλεργίες ή ~ες σε φάρμακα. ~ες του πεπτικού. Πριν βάψετε τα μαλλιά σας, κάντε το τεστ ~ας στην επιδερμίδα σας. Πβ. αισθητικ-, ευερεθιστ-ότητα. Βλ. ραδιο~, υπερ~, φωτο~. 3. ΜΗΧΑΝ. -ΤΕΧΝΟΛ. άμεση ανταπόκριση συστήματος ή επιστημονικού οργάνου σε εξωτερικά ερεθίσματα και καταγραφή των αλλαγών που επιφέρουν σε φυσικά μεγέθη: ~ των ηχείων/της κάμερας/της οθόνης/του ποντικιού. Η ~ των φιλμ στα χρώματα. Ρύθμιση ~ας. Μικρόφωνο μεγάλης/υψηλής ~ας. Πβ. ακρίβεια, πιστότητα. Βλ. αισθητήρας, ανιχνευτής. [< αρχ. εὐαισθησία ‘έντονη αισθητικότητα, ικανότητα αίσθησης’, γαλλ. sensibilité, αγγλ. sensitive] | |
| 18693 | ευαισθητοποιημένος | , η, ο [εὐαισθητοποιημένος] ευ-αι-σθη-το-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που δείχνει ενδιαφέρον και συνήθ. δραστηριοποιείται σε θέματα μείζονος κοινωνικής σημασίας: ~οι: πολίτες. ~ες: επιχειρήσεις/κυβερνήσεις. Οικολογικά ~η κοινωνία. [< γαλλ. sensibilisé] | |
| 18694 | ευαισθητοποίηση | [εὐαισθητοποίηση] ευ-αι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία, πρόκληση έμπρακτου ενδιαφέροντος για ζητήματα κοινωνικής σημασίας: επιστημονική/περιβαλλοντική ~. Εκδηλώσεις/εκστρατεία/ενέργειες/συναυλία ~ης. Ενημέρωση/πληροφόρηση και ~ για ... ~ μαθητών και εκπαιδευτικών σε θέματα ισότητας. ~ και κινητοποίηση. Βλ. αναισθητοποίηση. ΑΝΤ. απευαισθητοποίηση (3) 2. ΙΑΤΡ. ανάπτυξη υπερευαισθησίας του οργανισμού σε φυσικό, χημικό ή βιολογικό παράγοντα, ο οποίος αρχικά ήταν ανεκτός: αλλεργική/δερματική ~. ~ σε τροφικά αντιγόνα. ~ και παραγωγή αντισωμάτων. Βλ. αλλεργία, αναφυλαξία, απ~. 3. ΙΑΤΡ. πρόκληση διέγερσης από εξωτερικό ερέθισμα: ~ των νευρωνικών συνάψεων/υποδοχέων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. sensibilisation] | |
| 18695 | ευαισθητοποιώ | [εὐαισθητοποιῶ] ευ-αι-σθη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ευαισθητοποι-είς ..., -ώντας | ευαισθητοποί-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος} 1. κινητοποιώ το ενδιαφέρον ενός ή περισσότερων ατόμων για σημαντικά ζητήματα που αφορούν το κοινωνικό σύνολο: ~ την κοινή γνώμη. Σκοπός του προγράμματος είναι να ~ήσει τους πολίτες για/σε περιβαντολογικά θέματα. Οι αρμόδιοι φορείς ~ήθηκαν και ενήργησαν άμεσα. Πβ. αγγίζω, συγκινώ. ΑΝΤ. αναισθητοποιώ, απ~. 2. ΙΑΤΡ. προκαλώ ευαισθητοποίηση σε ζωντανό οργανισμό: Μύκητες/ουσίες που ~ούν μεγάλο ποσοστό ατόμων. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάνω κάποιον ή κάτι ευαίσθητο σε ερεθίσματα: Νευρώνες που, αφού ~ηθούν, συνεχίζουν να διεγείρονται. [< γαλλ. sensibiliser] | |
| 18696 | ευαίσθητος | , η, ο [εὐαίσθητος] ευ-αί-σθη-τος επίθ. 1. που συγκινείται, στενοχωριέται ή προσβάλλεται εύκολα· που ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της κοινωνίας, των συνανθρώπων του και συμπάσχει μαζί τους: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης. ~η: ψυχή. ~ και ρομαντικός/τρυφερός (πβ. λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος). Κοινωνικά ~οι πολίτες (= ευαισθητοποιημένοι). Έχει γίνει πολύ ~η. Είναι ~ σε θέματα που αφορούν την οικογένειά του. Πβ. ευσυγκίνητος. Βλ. αδιάφορος, σκληρός, υπερ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ηλικία (: η παιδική ή συνηθέστ. η εφηβική)/ματιά (στον ανθρώπινο πόνο). ~α: τραγούδια (= συγκινητικά). ΣΥΝ. συναισθηματικός (2) ΑΝΤ. αναίσθητος (2), ασυγκίνητος 2. που επηρεάζεται σχετικά εύκολα και συνήθ. αρνητικά από εξωτερικά κυρ. ερεθίσματα ή αντιδρά πιο έντονα σε αυτά: ~ος: λαιμός/οργανισμός (= ευπρόσβλητος). ~η: ερωτογενής ζώνη (π.χ. στήθος). ~ο: στομάχι. ~α: νεύρα. Είναι ~η στις ανοιξιάτικες αλλεργίες. ~ στον ήλιο/στο φως (βλ. φωτο~). Σαμπουάν για λεπτά/ξηρά και ~α μαλλιά. Μάσκα απολέπισης για ~ες επιδερμίδες (πβ. ευερέθιστος). Φυτό ~ο σε ασθένειες. Από μικρός είχε ~η (= εύθραυστη) υγεία. (για αισθητήρια όργανα) ~η: όσφρηση. Βλ. θερμο~. 3. που απαιτεί προσεκτικό, λεπτό χειρισμό και διακριτικότητα: ~η: υπόθεση. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. Ο ~ κλάδος της υγείας/τομέας της εκπαίδευσης. Η πιο ~η πλευρά ενός θέματος. Πβ. επικίνδυνος, κρίσιμος, νευραλγικός. 4. ΤΕΧΝΟΛ. (για όργανο, συσκευή) που μπορεί να καταγράφει μικρές αλλαγές ή διαφορές σε φυσικά μεγέθη: ~ος: αισθητήρας. ~η: ζυγαριά (πβ. ακριβής). ~ο: μικρόφωνο. ● επίρρ.: ευαίσθητα ● ΣΥΜΠΛ.: ευαίσθητη αγορά: ΟΙΚΟΝ. της οποίας οι τιμές επηρεάζονται εύκολα από τις εκάστοτε (ευνοϊκές ή δυσμενείς) συνθήκες: η ~ ~ του Χρηματιστηρίου. [< αγγλ. sensitive market] , ευαίσθητη περιοχή 1. τα γεννητικά όργανα των γυναικών συνήθ. ή των μωρών: μαντιλάκια καθαρισμού/προστασία/υγιεινή της ~ης ~ής. Πλένετε την ~ ~ του βρέφους με άφθονο νερό και ειδικό σαπούνι. 2. {συνήθ.+ γεν.} (γενικότ.) οποιοδήποτε ευαίσθητο μέρος ή όργανο του γυναικείου κυρ. σώματος: προϊόν κατάλληλο για την ~ ~ των ματιών. Σύσφιξη και βελτίωση της ~ης ~ης του λαιμού. 3. (μτφ.) που παρουσιάζει γεωπολιτική αστάθεια: η ~ ~ της Μέσης Ανατολής., ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες: τμήματα του πληθυσμού που χρειάζονται ιδιαίτερη μεταχείριση και προστασία, λόγω της κοινωνικής, οικονομικής, πνευματικής ή φυσικής τους κατάστασης και τα οποία είναι ευάλωτα στον κοινωνικό αποκλεισμό, σε ασθένειες, σε φυσικές καταστροφές (παιδιά, ηλικιωμένοι, άνεργοι, άποροι, μετανάστες, παλιννοστούντες, πρόσφυγες, ναρκομανείς, άστεγοι): μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης των ~ών ~ων. [< αγγλ. vulnerable groups] , οικολογικά ευαίσθητες περιοχές: ΟΙΚΟΛ. στις οποίες μπορεί εύκολα να διαταραχθεί η οικολογική ισορροπία, π.χ. υγρότοποι, παράκτιες, παραποτάμιες ή παραλίμνιες ζώνες, θαλάσσια πάρκα, πηγές νερού: τουρισμός και βιωσιμότητα σε ~ ~ της Ευρώπης., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα βλ. προσωπικός ● ΦΡ.: αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου) βλ. αγγίζω [< αρχ. εὐαίσθητος ‘αυτός που έχει καλή ή έντονη αισθητικότητα’, γαλλ. sensible, αγγλ. sensitive] | |
| 18697 | ευαλλοίωτος | , η, ο [εὐαλλοίωτος] ευ-αλ-λοί-ω-τος επίθ. (επίσ.): (συνήθ. για τρόφιμα) που μπορεί να αλλοιωθεί εύκολα: Γεωργικά προϊόντα ~α και ευπαθή στις καιρικές συνθήκες. Τα γαλακτοκοµικά και τα ψάρια είναι ~α και ευαίσθητα. [< μτγν. εὐαλλοίωτος ‘που μεταβάλλεται εύκολα’] | |
| 18698 | ευάλωτος | , η, ο [εὐάλωτος] ευ-ά-λω-τος επίθ. (λόγ.) 1. που μπορεί να προσβληθεί εύκολα από κάτι αρνητικό, που υποχωρεί σε πιέσεις: ~η: υγεία (= εύθραυστη). ~ στους τραυματισμούς. H κούραση μειώνει την άμυνα του οργανισμού και τον κάνει πιο ~ο στο κρύο (πβ. ασθενικός).|| Κατασκευές ~ες σε ισχυρό σεισμό.|| (μτφ.) Οικονομία ~η σε κρίσεις. ~οι σε καταχρήσεις/στους πειρασμούς (πβ. επιρρεπής). Πβ. ευπαθής, ευπρόσβλητος, τρωτός. 2. (μτφ., για πρόσ.) αδύναμος, ευαίσθητος: Είναι συναισθηματικά ~ και απογοητεύεται εύκολα. Άτομα με ~η ψυχοσύνθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες βλ. ευαίσθητος [< αρχ. εὐάλωτος ‘που πιάνεται, καθοδηγείται εύκολα’] | |
| 18699 | ευαλωτότητα | [εὐαλωτότητα] ευ-α-λω-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευάλωτου: σωματική/ψυχική ~. [< γαλλ. vulnérabilité, αγγλ. vulnerability] | |
| 18700 | ευανάγνωστος | , η, ο [εὐανάγνωστος] ευ-α-νά-γνω-στος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαβαστεί, να αναγνωστεί εύκολα: ~ος: πίνακας (οργάνων αυτοκινήτου)/χάρτης. ~η: εφημερίδα/οθόνη/πινακίδα/υπογραφή. ~ες: γραμματοσειρές. ~α: γράμματα/σύμβολα. Αριθμοί ευδιάκριτοι και ~οι. Πληροφορίες ~ες και ευκρινείς.|| Το βιβλίο/εγχειρίδιο είναι ~ο (= αναγνώσιμο, κατανοήσιμο), γραμμένο σε απλή, καθημερινή γλώσσα. Πβ. ευκολοδιάβαστος.|| (ως ουσ.-σπάν.) Το ~ο του κειμένου. ΑΝΤ. δυσανάγνωστος ● επίρρ.: ευανάγνωστα [< αρχ. εὐανάγνωστος] | |
| 18701 | ευαπόδεικτος | , η, ο [εὐαπόδεικτος] ευ-α-πό-δει-κτος επίθ. (σπάν.-επίσ.): που εύκολα μπορεί να αποδειχθεί: ~ο: συμπέρασμα. Βλ. αναπόδεικτος. ΑΝΤ. δυσαπόδεικτος ● επίρρ.: ευαπόδεικτα [< μτγν. εὐαπόδεικτος] | |
| 18702 | ευαρέσκεια | [εὐαρέσκεια] ευ-α-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ευχαρίστηση, ικανοποίηση: Εξέφρασε τη συμπαράσταση και την ~ά του για την επιτυχία της αποστολής. ΑΝΤ. απαρέσκεια, δυσαρέσκεια 2. ΝΟΜ. είδος ηθικής αμοιβής που μπορεί να απονεμηθεί σε δημόσιο υπάλληλο κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, μετά από τριακονταετή τουλάχιστον ευδόκιμη παραμονή σε αυτή και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. [< γερμ. Wohlgefallen] | |
| 18703 | ευαρέστηση | [εὐαρέστηση] ευ-α-ρέ-στη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ικανοποίηση, ευχαρίστηση. ΑΝΤ. δυσαρέστηση [< μτγν. εὐαρέστησις] | |
| 18704 | ευάρεστος | , η, ο [εὐάρεστος] ευ-ά-ρε-στος επίθ. (λόγ.): ευχάριστος: ~α: λόγια/συναισθήματα. (συχνά σε εκκλησιαστικά κείμενα) Έργα ~α στον Θεό. Πβ. αρεστός, τερπνός. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● επίρρ.: ευάρεστα & (λογιότ.) ευαρέστως [< μτγν. εὐάρεστος] | |
| 18705 | ευαρεστώ | [εὐαρεστῶ] ευ-α-ρε-στώ ρ. (μτβ.) {ευαρεστ-είς ... | ευαρέστ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκε, -ηθεί} (λόγ.): προκαλώ ευχαρίστηση, ικανοποίηση: Πράξεις που ~ούν τον Θεό. Πβ. ευφραίνω, ευχαριστώ. ΑΝΤ. δυσαρεστώ ● Παθ.: ευαρεστούμαι (συνήθ. ειρων.): έχω την καλοσύνη ή δείχνω προθυμία να κάνω κάτι: Περιμένω πότε θα ~ηθεί να ζητήσει συγγνώμη. Ο Δήμος ~ήθηκε (: αποφάσισε επιτέλους) να ξεκινήσει το έργο. Δεν ~ήθηκε να απαντήσει. Πβ. ευδοκώ. [< γαλλ. être plu à] [< μτγν. εὐαρεστῶ ‘αρέσω, είμαι ευχαριστημένος’] | |
| 18706 | ευάριθμος | , η, ο [εὐάριθμος] ευ-ά-ριθ-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί να αριθμηθεί, να μετρηθεί, να υπολογιστεί εύκολα· ολιγάριθμος: ~ες: φωτεινές εξαιρέσεις (= λιγοστές, μετρημένες στα δάχτυλα). ~ες αλλά σημαντικές μελέτες αποδεικνύουν ότι ...|| (συχνά εσφαλμ.) ~ες: δημοσιεύσεις (= πολυάριθμες, πολυπληθείς). [< μεσν. ευάριθμος] | |
| 18707 | Ευβοιώτης, Ευβοιώτισσα | [Εὐβοιώτης] Ε-υ-βοι-ώ-της επίθ./ουσ. & (αρχαιοπρ.) Ευβοεύς: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Εύβοια. | |
| 18708 | εύγε | [εὖγε] εύ-γε επιφών. (λόγ.): μπράβο, συγχαρητήρια: ~ σου! Είσαι αξιοθαύμαστη! ~ στα παιδιά! (εμφατ.) ~ και πάλι ~ (για τη δουλειά σου)!|| (ως ουσ.) Σας ανήκει ένα μεγάλο ~. [< αρχ. εὖγε] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ