| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 958 | αερισμός | [ἀερισμός] α-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (για χώρο ή τον ανθρώπινο οργανισμό) διαδικασία παροχής ή/και αφαίρεσης αέρα: (αν)επαρκής/αυτόματος/(βιο)μηχανικός/τεχνητός/φυσικός ~. ~ εδάφους/θερμοκηπίων/σπιτιού/χώρων. Ανοίγματα/θυρίδες/μονάδες ~ού. Κτίρια με καλό ~ό. Πβ. εξ~.|| (ΙΑΤΡ.) Υποβοηθούμενος ~. ~ πνεύμονα. Βλ. υπερ~, υπο~.|| Παπούτσια/ρούχα που επιτρέπουν τον ~ό του ποδιού/σώματος. 2. (σπανιότ.) αέρισμα. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. aération] | |
| 959 | αεριστήρας | [ἀεριστήρας] α-ε-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ανανέωσης ή παροχής αέρα: επιφανειακοί/µηχανικοί ~ες. ~ βιολογικού καθαρισμού/εδάφους/οροφής (πβ. ανεμιστήρας). Πβ. βεντιλατέρ, εξ~. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. ventilateur] | |
| 960 | αεριτζής | [ἀεριτζής] α-ε-ρι-τζής επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. πρόσωπο που κερδοσκοπεί, συχνά χωρίς δικά του κεφάλαια, απατεώνας: αδίστακτοι/επιτήδειοι ~ήδες. Καιροσκόποι/κομπιναδόροι και ~ήδες.|| ~ήδες επενδυτές. ΣΥΝ. απατεώνας 2. αυτός που πληρώνεται, για να συμμετέχει σε εικονικά χαρτοπαικτικά παιχνίδια και να προσελκύει πελάτες. ΣΥΝ. αβανταδόρος (2) [< αραϊτζής < τουρκ. arayici 'αυτός που ψάχνει' με παρετυμ. επίδραση της λ. αέρας] | |
| 961 | αεριτζίδικος | , η, ο [ἀεριτζίδικος] α-ε-ρι-τζί-δι-κος επίθ. & αεριτζήδικος (λαϊκό): που αναφέρεται ή ανήκει στον αεριτζή, τον απατεώνα: ~η: αγορά/προμήθεια. ~ο: κέρδος. ~ες: δουλειές. ~α: λεφτά. Βλ. -τζίδικος. ● επίρρ.: αεριτζίδικα & αεριτζήδικα | |
| 962 | αεριώδης | , ης, ες [ἀεριώδης] α-ε-ρι-ώ-δης επίθ. {αεριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που έχει τη σύσταση, τις ιδιότητες αερίου: ~ης: πλανήτης. ~ης: μάζα/μορφή/ουσία. ~ες: καύσιμο/σώμα. Σε ~η κατάσταση. Πβ. αέριος. Βλ. αερώδης, -ώδης. [< γαλλ. gazeux] | |
| 963 | αεριώθηση | [ἀεριώθηση] α-ε-ρι-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) & αεριοπροώθηση: ΤΕΧΝΟΛ. προώθηση (συνήθ. αεροσκάφους) με εκτόξευση προς τα πίσω αερίων υψηλής πίεσης και ταχύτητας. [< αγγλ. jet propulsion, 1944] | |
| 964 | αεριωθούμενος | , η, ο [ἀεριωθούμενος] α-ε-ρι-ω-θού-με-νος επίθ. & αεριοπροωθούμενος: που προκαλεί ή κινείται με αεριώθηση: ~ος: κινητήρας/πύραυλος. ● Ουσ.: αεριωθούμενο (το) {-ου (λόγ.) -ένου}: ΤΕΧΝΟΛ. τύπος στρατιωτικού ή πολιτικού αεροπλάνου που η προώθησή του γίνεται με κινητήρα αεριώθησης: επιβατικό/μαχητικό ~. ΣΥΝ. τζετ (1) [< αγγλ. jet (propelled)] | |
| 965 | αερο- & αερό- & αερ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. στον αέρα ή την κίνησή του: αερο-δυναμική/~θεραπεία. Αερό-βιος. Πβ. ανεμο-. Bλ. αεριο-. 2. στην αεροπορία: αερο-γραμμές/~δρόμιο/~συνοδός. Αερ-απόβαση. 3. σε κάτι ανούσιο: αερο-λογίες (= κενολογίες). | |
| 966 | αεροβάπτισμα | [ἀεροβάπτισμα] α-ε-ρο-βά-πτι-σμα ουσ. (ουδ.) & αεροβάφτισμα & αεροβάπτιση (η): βάφτιση ετοιμοθάνατου βρέφους, σηκώνοντάς το τρεις φορές στον αέρα. | |
| 967 | αεροβασία | [ἀεροβασία] α-ε-ρο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): βίωση ή κατασκευή μιας φανταστικής πραγματικότητας· (συνεκδ. στον πληθ.) σκέψεις ή λόγια που είναι εκτός τόπου και χρόνου: ποιητική ~.|| Θεωρητικές/φιλοσοφικές ~ες. Ευσεβείς πόθοι και ~ες. Βλ. -βασία, φαντασιο-κοπία, -πληξία. | |
| 968 | αεροβάτης | [ἀεροβάτης] α-ε-ρο-βά-της ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λογοτ.): αιθεροβάμων. [< μτγν. ἀεροβάτης] | |
| 969 | αεροβατώ | [ἀεροβατῶ] α-ε-ρο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {αεροβατ-είς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. (μτφ.) ζω στον κόσμο μου, είμαι εκτός πραγματικότητας: Μην ~είς, δεν θ' αλλάξουν όλα από αύριο το πρωί! Πβ. αιθερο-, ονειρο-βατώ. 2. (σπάν.-κυριολ.) περπατώ στον αέρα: Σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας οι αστροναύτες ~ούν. [< 2: αρχ. ἀεροβατῶ] | |
| 970 | αεροβικός | , ή, ό [ἀεροβικός] α-ε-ρο-βι-κός επίθ. & αεροβιακός: ΓΥΜΝ. που επιτυγχάνει την οξυγόνωση του οργανισμού και κατ' επέκτ. τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης: ~ή: προπόνηση. ~ές: ασκήσεις. ~ά: αθλήματα. ● Ουσ.: αεροβική (η): γυμναστική που γίνεται με γρήγορες, έντονες, συνήθ. χορευτικές κινήσεις, συνοδεία μουσικής: πρόγραμμα ~ής. Βλ. σουηδική γυμναστική, στεπ, στρέτσινγκ. ΣΥΝ. αεροβίωση (1), αερόμπικ [< αμερικ. aerobics, 1967, γαλλ. aérobic, 1981] [< αγγλ. aerobic] | |
| 971 | αεροβιολογία | [ἀεροβιολογία] α-ε-ρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που ερευνά τους αιωρούμενους μικροοργανισμούς και τη διάδοσή τους στην ατμόσφαιρα, ιδ. όταν πρόκειται για μολυσματικούς φορείς. [< αγγλ. aerobiology, 1937, γαλλ. aérobiologie] | |
| 972 | αεροβιολογικός | , ή, ό [ἀεροβιολογικός] α-ε-ρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στην αεροβιολογία: ~ή: καταγραφή γυρεοκόκκων/μελέτη μυκήτων. [< αγγλ. aerobiological, 1942, γαλλ. aérobiologique] | |
| 973 | αεροβιομηχανία | [ἀεροβιομηχανία] α-ε-ρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): αεροπορική βιομηχανία, βιομηχανική παραγωγή αεροσκαφών και συνεκδ. η αντίστοιχη εταιρεία. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 974 | αερόβιος | , α, ο [ἀερόβιος] α-ε-ρό-βι-ος επίθ.: ΒΙΟΛ. που χρειάζεται οξυγόνο, για να επιβιώσει, να λειτουργήσει ή να συντελεστεί: ~ος: μεταβολισμός/οργανισμός. ~α: αναπνοή/ζύµωση. ~ο: ένζυμο. ~οι: μικροοργανισμοί. ~α: φυτά.|| (ΑΘΛ.) ~α: προπόνηση (= αεροβική). Βλ. -βιος. ΑΝΤ. αναερόβιος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αερόβια ικανότητα βλ. ικανότητα [< μτγν. ἀερόβιος 'που ζει στον αέρα', γαλλ. aérobie, αγγλ. aerobe] | |
| 975 | αεροβίωση | [ἀεροβίωση] α-ε-ρο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. (επίσ.) αεροβική, αερόμπικ. 2. ΒΙΟΛ. διαβίωση σε οξυγονούχο περιβάλλον. 3. ΒΙΟΛ. εργαστηριακή μετάλλαξη αναερόβιων οργανισμών σε αερόβιους. [< 2,3: αγγλ. aerobiosis, γαλλ. aérobiose, 1920] | |
| 976 | αεροβόλος | , ο [ἀεροβόλος] α-ε-ρο-βό-λος επίθ.: που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ο: πιστόλι/τουφέκι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αεροβόλο όπλο & αεροβόλο (το): που εκτοξεύει βλήματα με προωστικό μέσο τον πεπιεσμένο αέρα: ημιαυτόματο ~. Αθλητικά ~α. Αγωνιστικά ~α για σκοποβολή. Βέργες ~ων. Βλ. πυροβόλο όπλο. [< αγγλ. airgun] | |
| 977 | αερογέλη | [ἀερογέλη] α-ε-ρο-γέ-λη ουσ. (θηλ.) & αεροτζέλ: ΧΗΜ. εξαιρετικά ελαφρύ και πορώδες στερεό υλικό, το οποίο αποτελείται κατά 99% από αέριο: πυριτική ~. [< αγγλ. aerogel, 1931] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ