Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19580-19600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18709ευγένεια[εὐγένεια] ευ-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. εκδήλωση καλών, κοινωνικά αποδεκτών τρόπων συμπεριφοράς: αστική/δήθεν/έμφυτη/επαγγελματική/επιτηδευμένη/προσποιητή/στοιχειώδης/τυπική/υπερβολική/φυσική/ψεύτικη (= ψευτο~) ~. Έλλειψη ~ας. Η ~ επιβάλλει να ... Έκφραση/ένδειξη/κίνηση/πράξη ~ας. Κανόνες/υπόδειγμα κοινωνικής ~ας. Είναι θέμα ~ας να μη διακόπτεις τους άλλους, όταν μιλούν. Συμπεριφέρομαι με ~. Διακρίνεται για την ~ και το ήθος του. Δεν είχε καν την ~ να απαντήσει στην πρόσκλησή μου.|| (στον πληθ., συχνά ειρων.) Άσε τώρα τις ~ες (πβ. αβρότητες, αβροφροσύνες) και τις τυπικότητες. Χαμόγελα και ~ες. Οι ~ες μας μάραναν. Πβ. διακριτικότητα, ευπρέπεια, κοσμιότητα. ΑΝΤ. αγένεια 2. ανωτερότητα, μεγαλείο: αισθητική/ηθική/ψυχική ~. ~ ψυχής. Η ~ των αισθημάτων/των κινήτρων/του ύφους/του χαρακτήρα της. Πβ. αρχοντιά, κομψότητα, λεπτότητα, υψηλοφροσύνη. 3. η κοινωνική τάξη των ευγενών: (ΙΣΤ.) βενετική/κρητική ~. Προνόμια ~είας. Πβ. αριστοκρατία. ● ΣΥΜΠΛ.: πληθυντικός (της) ευγενείας: η χρήση πληθυντικού αριθμού, όταν απευθύνεται κάποιος σε ένα μόνο πρόσωπο, από ευγένεια ή σεβασμό., τίτλος ευγενείας: που δηλώνει την αριστοκρατική καταγωγή, την υψηλή κοινωνική θέση κάποιου. Βλ. βαρόνος, δούκας, κόμης, λαίδη, λόρδος, σερ., γαλατική ευγένεια βλ. γαλατικός ● ΦΡ.: από ευγένεια/για λόγους ευγένειας: για να φανεί κάποιος ευγενικός: Δέχτηκα/τον ευχαρίστησα/δεν το λέω/χαμογέλασα ~ ~. ~ ~ της άνοιξα την πόρτα., η ευγένειά σου/του ... (παρωχ.): τιμητική προσφώνηση αντί της προσωπικής αντωνυμίας εσύ, αυτός: Τι επιθυμεί η ~ σας; Βλ. αφεντιά, μεγαλειότητα, του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του., η ευγένεια υποχρεώνει: το να είναι κάποιος ευγενικός δημιουργεί υποχρέωση ανταπόδοσης στους άλλους. [< γαλλ. noblesse oblige] [< 1, 2: αρχ. εὐγένεια, γαλλ. noblesse]
18710ευγενής, ής, ές [εὐγενής] ευ-γε-νής επίθ. {ευγενέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. που χαρακτηρίζεται από ευγένεια: ~ής: πρόσκληση/συμπεριφορά. ~είς: τρόποι. Θα είχατε την ~ή καλοσύνη να με βοηθήσετε; Με την ~ή συμμετοχή/χορηγία ... Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για την ~ή προσφορά/χειρονομία σου.|| (για πρόσ.) Είναι ένας ~ νέος. Ο υπάλληλος οφείλει να είναι ~ με τους πελάτες. Πβ. αβρός, ευπρεπής, κόσμιος, λεπτός. ΣΥΝ. ευγενικός (1) ΑΝΤ. αγενής, άξεστος 2. που διακρίνεται για την ανωτερότητά του, κυρ. ηθική, πνευματική ή αισθητική, το μεγαλείο του: ~ής: αγώνας. ~ής: επιδίωξη/πράξη/προσπάθεια/τέχνη/ψυχή. ~ές: έργο. ~είς: φιλοδοξίες. ~ή: αισθήματα/ιδανικά/κίνητρα. Υψηλοί στόχοι και ~ή οράματα. Πβ. ανώτερος, υψηλόφρων. 3. που έχει εξαιρετική ποιότητα, που ξεχωρίζει από τα ομοειδή του: Φυσική κατασκευή από επιλεγμένες πέτρες, ξύλο, γυαλί και άλλα ~ή υλικά.|| ~ή: (ασφαλιστικά) ταμεία.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ής: ποικιλία (σταφυλιών). ~ή: ποτά. Πβ. εκλεκτός.|| (ΖΩΟΛ.) ~ή: ελάφια.|| (ΒΟΤ.) Δάφνη η ~. 4. που σχετίζεται με την κοινωνική τάξη των ευγενών: ~ής: καταγωγή. Γόνος ~ούς οικογενείας. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: ευγενής (ο/η): μέλος ανώτερης κοινωνικής τάξης που έχει συνήθ. ειδικά προνόμια ή τίτλους λόγω καταγωγής, ιδιοκτησίας, εξουσίας, παραχώρησης. Πβ. αριστοκράτης, άρχοντας, ευπατρίδης, γαλαζοαίματος. ● επίρρ.: ευγενώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ευγενή όργανα: ΙΑΤΡ. που επιτελούν τις σημαντικότερες λειτουργίες του οργανισμού (καρδιά, πνεύμονες, συκώτι, μάτια, αυτιά, μύτη)., ευγενές άθλημα βλ. άθλημα, ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια βλ. αέριο, ευγενής άμιλλα βλ. άμιλλα, πολύτιμα/ευγενή μέταλλα βλ. μέταλλο [< αρχ. εὐγενής ‘με καταγωγή από καλή γενιά, μεγαλόψυχος, ευπαρουσίαστος’, γαλλ. noble]
18711ευγενικός, ή, ό [εὐγενικός] ευ-γε-νι-κός επίθ. ΣΥΝ. ευγενής 1. που διακρίνεται από ευγένεια: (για πρόσ.) ~ός: υπάλληλος. ~ή: φυσιογνωμία/ψυχή. ~ό: προσωπικό. ~ και εξυπηρετικός/φιλικός με όλους. Είναι ~ στον κόσμο/απέναντί του. || ~ή: απάντηση/ερώτηση/παράκληση/πρόσκληση/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: σχόλιο/χαμόγελο. ~οί: τρόποι. ~ές: παραινέσεις/συστάσεις. ~ά: λόγια. Πβ. αβρός, λεπτός. ΑΝΤ. αγενής, αυθάδης 2. που χαρακτηρίζεται από υψηλά ιδανικά ή ανώτερη ποιότητα· που δείχνει αλτρουισμό, φιλανθρωπία: ~ός: σκοπός. ~ή: επιδίωξη/προσπάθεια/σκέψη/τέχνη. ~ά: αισθήματα.|| ~ή: παραχώρηση/προσφορά/χορηγία. 3. (σπανιότ.) που αναφέρεται στους ευγενείς: ~ή: καταγωγή. ~ές: καταβολές. Πβ. αριστοκρατ-, αρχοντ-ικός. ● επίρρ.: ευγενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. [< μεσν. ευγενικός < αρχ. εὐγενής]
18712εύγευστος, η, ο [εὔγευστος] εύ-γευ-στος επίθ. (λόγ.): (για τρόφιμα και ποτά) νόστιμος, γευστικός. ΑΝΤ. άγευστος (1), άνοστος (1)
18713ευγηρία[εὐγηρία] ευ-γη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): καλά, ευτυχισμένα γηρατειά: (σπανιότ.) κέντρο/στέγη ~ας. Συνηθέστ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οίκος ευγηρίας (επίσ.): γηροκομείο. [< αρχ. εὐγηρία]
18714ευγλωττία[εὐγλωττία] ευ-γλωτ-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκφραστική ικανότητα, ευχέρεια λόγου: φυσική ~. Η ~ του ομιλητή.|| (σπάν.) Η απλότητα και ~ (: σαφήνεια) των ποιημάτων του. ΣΥΝ. ευφράδεια, λέγειν [< αρχ. εὐγλωττία]
18715εύγλωττος, η, ο [εὔγλωττος] εύ-γλωτ-τος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που εκφράζει ή αποδεικνύει κάτι με ολοφάνερο και πειστικό τρόπο, προφανής: ~ος: τίτλος (εφημερίδας). ~η: απόδειξη/δήλωση/εικόνα/μαρτυρία (= αψευδής)/ονομασία (= σαφής)/περίπτωση (= ξεκάθαρη)/σιωπή. ~ο: επιχείρημα (πβ. αυταπόδεικτο)/σύνθημα/σχόλιο. Ιδιαιτέρως ενδεικτικό και ~ο παράδειγμα. 2. (σπάν., κυρ. για δημόσιο πρόσ.) που έχει ευχέρεια λόγου: ~ος: αγορητής/ομιλητής. Πβ. γλαφυρός, καλλιεπής. Βλ. -γλωσσος. ΣΥΝ. ευφραδής ● επίρρ.: εύγλωττα [< 2: αρχ. εὔγλωττος]
18716ευγνώμοναςβλ. ευγνώμων
18717ευγνωμονώ[εὐγνωμονῶ] ευ-γνω-μο-νώ ρ. (μτβ.) {ευγνωμον-είς ... | συνήθ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: νιώθω ή εκφράζω, εκδηλώνω ευγνωμοσύνη: ~ τους γονείς/τους δασκάλους/την τύχη μου. Σε ~ (: σου είμαι ευγνώμων, υπόχρεος) για τη συμπαράστασή σου. Όχι απλώς σας ευχαριστώ, αλλά σας ~ κιόλας. [< αρχ. εὐγνωμονῶ ‘έχω ευθυκρισία, είμαι καλοσυνάτος’]
18718ευγνωμοσύνη[εὐγνωμοσύνη] ευ-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): αίσθημα και εκδήλωση βαθύτατης ευχαριστίας για κάτι, κυρ. ευεργεσία: απέραντη/μεγάλη ~. Δάκρυα/λόγια ~ης. Σε ένδειξη ~ης προς τον ... Σου έχω/οφείλω/χρωστώ ~ (πβ. χάρη). Εκφράζω την ~ μου για τη φιλοξενία σας. Νιώθω ~ για τα καλά σας λόγια. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αγνωμοσύνη, αχαριστία [< αρχ. εὐγνωμοσύνη ‘φιλοφροσύνη, σύνεση’, γαλλ. gratitude, reconnaissance]
18719ευγνώμων, ων, ον [εὐγνώμων] ευ-γνώ-μων επίθ. {ευγνώμ-ονος, -ονα (ουδ. αρχαιοπρ. εύγνωμον) | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & (σπάν.) ευγνώμονας: που αισθάνεται ευγνωμοσύνη: ~ στους συνεργάτες και φίλους. ~ προς τους γονείς/την οικογένειά μου. Σε ευχαριστώ και δηλώνω/νιώθω ~. Παραμένω ~ για τον κόπο σας. Θα σας ήμουν (βαθύτατα) ~ αν ... (Σε επιστολές) Σου είμαι ~ (= σε ευγνωμονώ) και σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον/που με βοήθησες. Με ~ονα αισθήματα. Πβ. υπόχρεος, υποχρεωμένος. ΑΝΤ. αγνώμων, αχάριστος ● επίρρ.: ευγνωμόνως [< μτγν. εὐγνώμων ‘ευγενικός, συνετός’]
18720ευγονία[εὐγονία] ευ-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απόκτηση πολλών και υγιών απογόνων: ~ των γυναικών/του ζευγαριού. Ευχές για ~ και πολυτεκνία. Ευτυχία και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ και αφθονία αγαθών/ευφορία της γης. Πβ. γονιμότητα. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ευγονική. [< αρχ. εὐγονία]
18721ευγονική[εὐγονική] ευ-γο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά μεθόδους βελτίωσης γενετικών ιδιοτήτων μέσω ελεγχόμενης, επιλεκτικής αναπαραγωγής: αρνητική (: μείωση της συχνότητας των ανεπιθύμητων βιολογικών χαρακτηριστικών)/θετική (: αύξηση της εμφάνισης επιθυμητών κληρονομικών χαρακτηριστικών) ~. Βλ. βιοηθική, κλωνοποίηση. ΣΥΝ. ευγονία (2) [< γαλλ. eugénique, αγγλ. eugenics]
18722ευγονικός, ή, ό [εὐγονικός] ευ-γο-νι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ευγονική: ~ά: πειράματα. 2. (σπανιότ.) που αναφέρεται στην ευγονία: ~ή: ευχή. [< αγγλ. eugenic, γαλλ. eugénique]
18723ευδαιμονία[εὐδαιμονία] ευ-δαι-μο-νί-α ουσ. (θηλ.): (μεγάλη) ευτυχία· ειδικότ. αφθονία υλικών αγαθών: εσωτερική/προσωπική/υπέρτατη/ψυχική ~. Η ~ της ζωής. Γαλήνη/ειρήνη/υγεία/χαρά και ~. Πβ. καλοτυχία, μακαριότητα. Βλ. δυστυχία.|| Ανέσεις και υλική ~. Πβ. ευζωία, ευημερία, ευμάρεια. Βλ. ένδεια, φτώχεια. ΑΝΤ. κακοδαιμονία (1) [< αρχ. εὐδαιμονία]
18724ευδαιμονικός, ή, ό [εὐδαιμονικός] ευ-δαι-μο-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ευδαιμονία ή τον ευδαίμονα: ~ός: καταναλωτισμός/τρόπος ζωής. ~ή: κατάσταση. ● Ουσ.: ευδαιμονικός (ο): ΦΙΛΟΣ. φιλόσοφος που υιοθετεί τη θεωρία του ευδαιμονισμού. Βλ. ηδονιστής. ● επίρρ.: ευδαιμονικά [< αρχ. εὐδαιμονικός, γαλλ. eudémonique, αγγλ. eudemonic]
18725ευδαιμονισμός[εὐδαιμονισμός] ευ-δαι-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία κατά την οποία η ευδαιμονία αποτελεί κριτήριο των επιλογών του ανθρώπου, υπέρτατη αξία και τελικό σκοπό των ενεργειών του: ατομικός/κοινωνικός ~. Πβ. ηδον-, επικουρ-ισμός. Βλ. ωφελιμισμός. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) έντονη τάση για εξασφάλιση υλικής ευημερίας: άκρατος/καταναλωτικός ~. Ο ~ ως πρότυπο ζωής. Εποχή της αφθονίας και του ~ού. Πβ. υλοφροσύνη. Βλ. -ισμός. [< 2: αρχ. εὐδαιμονισμός ‘συναίσθηση της ευτυχίας’, γαλλ. eudémonisme, αγγλ. eudemonism]
18726ευδαίμων, ων, ον [εὐδαίμων] ευ-δαί-μων επίθ. {ευδαίμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} (λόγ.) & (σπάν.) ευδαίμονας: που βρίσκεται σε κατάσταση ευδαιμονίας, που ευημερεί: ~ων: κοινωνία. ~ονες: πολίτες. Εξασφάλιση ενός ~ονος βίου. Πβ. ευτυχισμένος, μακάριος, πλούσιος. Βλ. δυστυχισμένος, ενδεής, φτωχός. [< αρχ. εὐδαίμων]
18728ευδιαθεσία[εὐδιαθεσία] ευ-δι-α-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευχάριστη διάθεση: Η άσκηση προκαλεί ευφορία και ~ στον οργανισμό. ΣΥΝ. ευθυμία, κέφι ΑΝΤ. αθυμία (1), ακεφιά, δυσθυμία (1), κακοκεφιά
18729ευδιάθετος, η, ο [εὐδιάθετος] ευ-δι-ά-θε-τος επίθ.: (συνήθ. για πρόσ.) που έχει καλή διάθεση: ~ και χαμογελαστός. Ξύπνησε ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ατμόσφαιρα. ΣΥΝ. καλοδιάθετος, κεφάτος, ορεξάτος, πρόσχαρος ΑΝΤ. άκεφος, δύσθυμος, κακοδιάθετος, κακόκεφος ● επίρρ.: ευδιάθετα [< μτγν. εὐδιάθετος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.