| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18730 | ευδιάκριτος | , η, ο [εὐδιάκριτος] ευ-δι-ά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να γίνει εύκολα ορατός ή γενικότ. αντιληπτός με τις αισθήσεις ή τον νου: ~η: σήμανση. ~ο: μονοπάτι. ~α: γράμματα/χρώματα/ψηφία. Επιγραφή ~η από μεγάλη απόσταση.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: ήχος. ~η: γεύση. ~ο: άρωμα.|| (μτφ.) ~ος: ρόλος/στόχος (= εμφανής, σαφής). Πβ. αισθητός, ευκρινής, φανερός. ΑΝΤ. αδιόρατος, δυσδιάκριτος ● επίρρ.: ευδιάκριτα & (λόγ.) ευδιακρίτως [< μτγν. εὐδιάκριτος] | |
| 18731 | ευδιάλυτος | , η, ο [εὐδιάλυτος] ευ-δι-ά-λυ-τος επίθ. (επιστ.): (για ουσία) που μπορεί να διαλυθεί εύκολα σε υγρό: ~η: σκόνη. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Αέριο ~ο στο νερό. ΑΝΤ. δυσδιάλυτος [< αρχ. εὐδιάλυτος] | |
| 18732 | εύδιος | , α, ο [εὔδιος] εύ-δι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): γαλήνιος· αίθριος. ● Ουσ.: ευδία (η): καλοκαιρία. [< αρχ. εὐδία] [< αρχ. εὔδιος] | |
| 18733 | ευδοκιμεί | [εὐδοκιμεῖ] ευ-δο-κι-μεί ρ. (αμτβ.) {ευδοκίμ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.) 1. (για φυτό) φυτρώνει και καρποφορεί λόγω κατάλληλων, ευνοϊκών συνθηκών: Δέντρο που ~ σε θερμά κλίματα και υψηλές θερμοκρασίες (= αναπτύσσεται, φύεται). Τα εσπεριδοειδή ~ούν σε χαμηλά υψόμετρα. 2. (μτφ.) έχει θετική έκβαση: Αίτημα/διάλογος/προσπάθεια/πρόταση/συνεργασία/σχέδιο που δεν ~ησε. Το εγχείρημά τους ~ησε. Πβ. ευοδώνεται, τελεσφορεί. ΑΝΤ. αποτυγχάνει. ● ευδοκιμώ (μτφ.): ευημερώ, ακμάζω· έχω επιτυχία: Στο νησί ~ησαν (= άνθησαν) τα γράμματα, οι τέχνες και οι επιστήμες. (ειρων.) Χώρες όπου ~εί η τρομοκρατία. Πβ. θάλλει.|| (σπανιότ. για πρόσ.) Στην αρχή της καριέρας του ~ησε ως τενόρος (= αναδείχθηκε, διακρίθηκε). Πβ. προκόβω, προοδεύω. [< αρχ. εὐδοκιμῶ ‘έχω καλή φήμη’, γαλλ. prospérer] | |
| 18734 | ευδοκίμηση | [εὐδοκίμηση] ευ-δο-κί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (συνήθ. για φυτό) ανάπτυξη σε κατάλληλες, ευνοϊκές συνθήκες: Ιδανικό κλίμα για την ~ πολλών ειδών χλωρίδας και πανίδας. 2. (μτφ.) αίσια, θετική έκβαση· επιτυχία: ~ της διαδικασίας/των διαπραγματεύσεων/του εγχειρήματος/των προσπαθειών. 3. (μτφ.) ακμή, ευημερία: ~ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πβ. προκοπή, πρόοδος. [< αρχ. εὐδοκίμησις ‘καλή φήμη’] | |
| 18735 | ευδόκιμος | , η/ος, ο [εὐδόκιμος] ευ-δό-κι-μος επίθ. (λόγ., κυρ. για υπηρεσία στο Δημόσιο): επιτυχημένος: Μετάλλιο ~ίμου Υπηρεσίας (βλ. ευαρέσκεια).|| (σπανιότ.) ~η: πορεία/προσφορά/συνεργασία. ~ες: σπουδές.|| (ως ουσ.) Το ~ο της άσκησης του λειτουργήματος/της θητείας. Πβ. αποτελεσματικός. ΑΝΤ. ανεπιτυχής, αποτυχημένος (1) ● επίρρ.: ευδόκιμα & (λογιότ.) ευδοκίμως [< αρχ. εὐδόκιμος ‘ονομαστός’] | |
| 42661 | Ευδοκιμώ | προ-κό-βω ρ. (αμτβ.) {πρόκο-ψα, -μμένος} (προφ.): προοδεύω, διακρίνομαι σε διάφορους τομείς: Δούλεψαν σκληρά και ~ψαν. Πήγε στο εξωτερικό για σπουδές και ~ψε (πβ. ευδοκιμώ). ~μμένος: άνθρωπος (πβ. εργατικός. ΑΝΤ. ανεπρόκοπος). (ειρων.) Ακόμα να ξυπνήσει ο ~μμένος (πβ. αχαΐρευτος). [< αρχ. προκόπτω] | |
| 18736 | ευδοκώ | [εὐδοκῶ] ευ-δο-κώ ρ. (αμτβ.) {ευδοκ-εί | ευδόκ-ησε, -ήσει, συνήθ. στον αόρ.} (λόγ.) 1. έχω την καλοσύνη ή δείχνω ευνοϊκή διάθεση, προθυμία να κάνω κάτι: ~ησε να μας τιμήσει με την παρουσία του. ~ησαν (: είχαν την ευχαρίστηση, την καλή τύχη) να δούν … || (συχνά σε εκκλησιαστικά κείμενα) Ο Θεός ~ησε να ... 2. (ειρων.) κάνω με μεγάλη καθυστέρηση κάτι που μου ζητείται ή είμαι υποχρεωμένος να πράξω: Δεν ~ησε να μας βοηθήσει/ενημερώσει. Πβ. ευαρεστούμαι, καταδέχομαι. [< μτγν. εὐδοκῶ] | |
| 18737 | ευειδής | , ής, ές [εὐειδής] ευ-ει-δής επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): εμφανίσιμος, ευπαρουσίαστος, όμορφος: ~ής: νέος. ~ής: νεαρά. Πβ. ωραίος. Βλ. -ειδής. ΑΝΤ. δυσειδής [< αρχ. εὐειδής] | |
| 18738 | ευέλικτος | , η, ο [εὐέλικτος] ευ-έ-λι-κτος επίθ. 1. (μτφ.) που μπορεί να αλλάζει ή να προσαρμόζεται γρήγορα και επιτυχημένα στις περιστάσεις: ~η: λύση/πολιτική. ~ο: σχέδιο. ~ες: διαδικασίες/μορφές απασχόλησης/εργασίας/φοίτησης. ~οι: τρόποι μάθησης/πληρωμής. ~η και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. ~ο, ικανό και αποτελεσματικό διοικητικό σχήμα. Να γίνουν πιο ~οι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί.|| (για πρόσ.) ~ στη δουλειά του. Πβ. εύκαμπτος, ευλύγιστος, ευπροσάρμοστος. 2. που μπορεί εύκολα να κάνει ελιγμούς, να κινείται ή να περιστρέφεται· που ενεργεί ή λειτουργεί αποτελεσματικά: ~ος: παίκτης. Πβ. ευκίνητος, σβέλτος.|| ~ο: αεροσκάφος/πλοίο. ● επίρρ.: ευέλικτα ● ΣΥΜΠΛ.: ευέλικτη ζώνη: τμήμα του εβδομαδιαίου σχολικού προγράμματος με ελεύθερη θεματική και ανάπτυξη δραστηριοτήτων που δεν έχουν τη μορφή τυπικής διδασκαλίας: ~ ~ διαθεματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων. Πρόγραμμα ~ης ~ης., ευέλικτο ωράριο (εργασίας): παροχή εργασίας, κυρ. στον δημόσιο τομέα, με δυνατότητα επιλογής της ώρας προσέλευσης και αποχώρησης πέραν του κανονικού ωραρίου. Βλ. ελαστικό ωράριο, μερική απασχόληση, τηλεργασία. [< μτγν. εὐέλικτος ‘αυτός που κυλάει εύκολα’, γαλλ. flexible] | |
| 18739 | ευελιξία | [εὐελιξία] ευ-ε-λι-ξί-α ουσ. (θηλ.): η ικανότητα ή ιδιότητα του ευέλικτου: ~ κινήσεων (ΑΝΤ. ακαμψία, δυσκινησία). (για αυτοκίνητο) ~ στους δρόμους της πόλης. Πβ. ευκινησία, σβελτάδα.|| (μτφ.) ~ στην αγορά/εργασίας (εργασιακή ~)/ωραρίου. ~ στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. ~ στις απολύσεις/προσλήψεις. Η ~ των εργαζομένων (: το πέρασμα από τη μια εργασία στην άλλη, πβ. επαγγελματική κινητικότητα). Οι ~ες που παρέχει η υπάρχουσα συμφωνία. Πβ. ελαστικ-, προσαρμοστικ-ότητα. [< γαλλ. flexibilité] | |
| 18740 | εύελπις | [εὔελπις] εύ-ελ-πις ουσ. (αρσ.) {ευέλπ-ιδος, -ι(ν) | -ιδες} (λόγ.) 1. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε) σπουδαστής της Σχολής Ευελπίδων. 2. (ως επίθ., για πρόσ.) που γεννά ελπίδες ή προσδοκίες, που υπόσχεται πολλά: ~ις: πολιτικός. ~ιδες: νέοι. Πβ. ελπιδοφόρος, φέρελπις. ● ΣΥΜΠΛ.: Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων: σχολή ανώτατης εκπαίδευσης από την οποία αποφοιτούν οι μόνιμοι αξιωματικοί των Όπλων και των Σωμάτων του Στρατού Ξηράς. [< 2: αρχ. εὔελπις] | |
| 18741 | ευελπιστώ | [εὐελπιστῶ] ευ-ελ-πι-στώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ευελπιστ-εί ..., -ώντας | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): έχω την ελπίδα ότι θα συμβεί κάτι θετικό, ευχάριστο: ~εί ότι θα βρεθεί λύση. ~ούσα να τα καταφέρω. Η ομάδα προετοιμάζεται πυρετωδώς, ~ώντας στην κατάκτηση της πρώτης θέσης. Πβ. αισιοδοξώ, ελπίζω. Βλ. απελπίζομαι. [< μεσν. ευελπιστώ] | |
| 18742 | ευέξαπτος | , η, ο [εὐέξαπτος] ευ-έ-ξα-πτος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που εξάπτεται, εξοργίζεται, θυμώνει ή ερεθίζεται εύκολα: ~ος: οδηγός/τύπος/χαρακτήρας. ~οι: φίλαθλοι. ~ και απότομος/βίαιος/επιθετικός/νευρικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: συμπεριφορά. Πβ. αψί-, οξύ-θυμος, ευερέθιστος. ΑΝΤ. ήρεμος (2), πράος [< μτγν. εὐέξαπτος] | |
| 18743 | ευεξήγητος | , η, ο [εὐεξήγητος] ευ-ε-ξή-γη-τος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εξηγηθεί, να ερμηνευτεί εύκολα: ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/φαινόμενο. Για αυτονόητους/προφανείς και ~ους λόγους. Πβ. εξηγήσιμος, ερμηνεύσιμος. ΑΝΤ. δυσεξήγητος, δυσερμήνευτος ● επίρρ.: ευεξήγητα | |
| 18744 | ευεξία | [εὐεξία] ευ-ε-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλή κατάσταση της υγείας, που συνοδεύεται από ενεργητικότητα και ευδιαθεσία: πνευματική/συναισθηματική/σωματική/φυσική/ψυχική ~. Αίσθηση/κήποι/προϊόντα ~ας. Νιώθω ζωντάνια και ~. Πβ. ευφορία. ΑΝΤ. καχεξία.|| (μτφ.) Κοινωνική ~. Η οικονομική ~ μιας πόλης. Πβ. ευημερία. ΣΥΝ. ευρωστία ΑΝΤ. ατονία (1) [< αρχ. εὐεξία] | |
| 18745 | ευεπίφορος | , η, ο [εὐεπίφορος] ευ-ε-πί-φο-ρος επίθ. (αρχαιοπρ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επιρρεπής: ευάλωτος και ~ σε πιέσεις. [< μτγν. εὐεπίφορος] | |
| 18746 | ευεργεσία | [εὐεργεσία] ευ-ερ-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) {ευεργεσιών}: ανιδιοτελής πράξη που παρέχει οφέλη σε άτομα, κοινωνικές ομάδες: εθνική ~. ~ για την ανθρωπότητα/προς την πόλη. Αναγνώριση/ανταπόδοση της ~ας (βλ. ευγνωμοσύνη). Δωρεές και ~ες. Πβ. αγαθοεργία, ευεργέτημα, ευποιία, φιλανθρωπία. [< αρχ. εὐεργεσία] | |
| 18747 | ευεργετηθείς | , είσα, έν [εὐεργετηθείς] ευ-ερ-γε-τη-θείς επίθ. {ευεργετηθ-έντος | -έντες} (λόγ.): που ευεργετήθηκε από κάποιον, ωφελήθηκε από μια κατάσταση: (κυρ. ως ουσ.) Οι ~έντες από το νομοσχέδιο. Φοβού τους ~έντες. Βλ. Δαναοί. ● ΦΡ.: ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος βλ. εχθρός ● βλ. ευεργετώ [< αρχ. εὐεργετηθείς] | |
| 18748 | ευεργέτημα | [εὐεργέτημα] ευ-ερ-γέ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {ευεργετήμ-ατος | -ατα}: πράξη ευεργεσίας και το αποτέλεσμά της· ειδικότ. ευνοϊκή διάταξη νόμου: κοινωνικά/οικονομικά/φορολογικά ~ατα. Παροχή/χορήγηση ~ατος. Πβ. αγαθοεργία, ευεργεσία, φιλανθρωπία.|| (ΝΟΜ.) Αποδοχή κληρονομιάς με το ~ της απογραφής (: ο κληρονόμος ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς μέχρι του ενεργητικού της). Πβ. ωφέλημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ευεργέτημα πενίας: ΝΟΜ. απαλλαγή άπορου διαδίκου από τα δικαστικά έξοδα. [< αρχ. εὐεργέτημα, γαλλ. bénéfice] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ