| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18749 | ευεργέτης | [εὐεργέτης] ευ-ερ-γέ-της ουσ. (αρσ.) {ευεργετών} , θηλ. ευεργέτ-ιδα (λόγ. -ις): (συχνά ως επίσ. τίτλος) πρόσωπο που προσφέρει ευεργεσία, που ωφελεί το κοινωνικό σύνολο σε μεγάλο βαθμό, κυρ. με υλικές παροχές: εθνικός/μέγας ~. ~ της γενέτειράς του/του Γένους/του Δήμου/του Έθνους/της Εκκλησίας/του Ελληνισμού/της επιστήμης/του Πανεπιστημίου/της πόλης/του συλλόγου. ~ και προστάτης των τεχνών (πβ. μαικήνας). Δωρητές-~ες. ~ες και χορηγοί.|| (κατ' επέκτ.) Προστάτης/σωτήρας και ~ μου. [< αρχ. εὐεργέτης, πβ. γαλλ. évergète] | |
| 18750 | ευεργετικός | , ή, ό [εὐεργετικός] ευ-ερ-γε-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που ωφελεί σε μεγάλο βαθμό: ~ή: απόφαση/βροχή/δράση (του πράσινου τσαγιού)/θεραπεία/ρύθμιση. ~ές: συνέπειες. ~ά: αποτελέσματα/μέτρα. Το παιχνίδι και ο ~ του ρόλος. Τρόπος διατροφής ~ για την υγεία. Ρόφημα με ~ές ιδιότητες. Οι ~ές επιδράσεις της άσκησης στον οργανισμό. ΣΥΝ. επωφελής, ωφέλιμος (1) ΑΝΤ. βλαβερός, επιζήμιος, καταστρεπτικός 2. που σχετίζεται με την ευεργεσία ή τον ευεργέτη: ~ό: έργο. Πβ. αγαθοεργός, σωτήριος. ● επίρρ.: ευεργετικά ● ΣΥΜΠΛ.: ευεργετικός νόμος/ευεργετική διάταξη: ΝΟΜ. που παρέχει σε ομάδες πολιτών ειδικά προνόμια ή απαλλαγή από υποχρεώσεις. [< αρχ. εὐεργετικός] | |
| 18751 | ευεργετισμός | [εὐεργετισμός] ευ-ερ-γε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): το φαινόμενο της ευεργεσίας: ο ~ των Ηπειρωτών. [< γαλλ. évergétisme] | |
| 18752 | ευεργετώ | [εὐεργετῶ] ευ-ερ-γε-τώ ρ. (μτβ.) {ευεργετ-είς ... | ευεργέτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) ωφελώ σε μεγάλο βαθμό: Ρυθμίσεις που ~ούν τα χαμηλά εισοδήματα. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ~ηθεί από επιτυχημένη μεταμόσχευση. Πβ. βοηθώ, συντρέχω.|| Η άσκηση ~εί την καρδιά. ΑΝΤ. βλάπτω 2. κάνω ευεργεσίες, επιτελώ φιλανθρωπικό έργο: ~ησε τον τόπο/τη χώρα του. ● βλ. ευεργετηθείς [< 2: αρχ. εὐεργετῶ] | |
| 18753 | ευερέθιστος | , η, ο [εὐερέθιστος] ευ-ε-ρέ-θι-στος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που εξοργίζεται, εκνευρίζεται εύκολα: ~ος: τύπος/χαρακτήρας. Παρορμητικός, βίαιος/εκρηκτικός και ~. Άτομο ανήσυχο/νευρικό και ~ο. Πβ. αψίθυμος, ευέξαπτος, εύθικτος, οξύθυμος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ιδιοσυγκρασία/συμπεριφορά. Πβ. χολερικός. ΑΝΤ. ήρεμος (2), νηφάλιος (1), ψύχραιμος 2. ΙΑΤΡ. (για όργανο ή σημείο του σώματος) που είναι επιρρεπές σε ερεθισμούς: ~η: κύστη. ~ο: δέρμα (βλ. υπερευαίσθητος). ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βλ. έντερο [< 1: μτγν. εὐερέθιστος 2: γαλλ. irritable] | |
| 18754 | ευερεθιστότητα | [εὐερεθιστότητα] ευ-ε-ρε-θι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ευερεθιστικότητα 1. (λόγ.-για πρόσ.) η ιδιότητα του ευερέθιστου: ~ και νευρικότητα/υπερδιέγερση. Πβ. εκνευρισμός, ευθιξία, οξυθυμία. 2. ΙΑΤΡ. η ιδιότητα οργάνου ή σημείου του σώματος να ερεθίζεται εύκολα: νευρομυϊκή ~. ~ του δέρματος/του εντέρου/της κύστης. Βλ. υπερευαισθησία, -ότητα. [< γαλλ. irritabilité] | |
| 18755 | ευετηρία | [εὐετηρία] ευ-ε-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. καλή χρονιά που χαρακτηρίζεται από πλούσια συγκομιδή: λαϊκά δρώμενα/σύμβολο ~ας. Τα αποκριάτικα έθιμα αποβλέπουν στην ~. [< αρχ. εὐετηρία] | |
| 18756 | ευετηριακός | , ή, ό [εὐετηριακός] ευ-ε-τη-ρι-α-κός επίθ. & ευετηρικός: ΛΑΟΓΡ. που αποβλέπει σε καλή χρονιά με πλούσια συγκομιδή ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: προσφορά. ~ές: λατρευτικές τελετές. ~ά: λαϊκά δρώμενα. Έθιμο με ~ό και γονιμικό χαρακτήρα. | |
| 18757 | ευζωία | [εὐζωία] ευ-ζω-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλή ζωή, ιδ. πλούσια σε υλικά αγαθά και ανέσεις: ευεξία/μακροζωία/υγεία και ~. ~ των παιδιών/των πολιτών. Ποιότητα ζωής στους ηλικιωμένους και ~. Το μυστικό της ~ας. Πβ. ευδαιμονία, ευημερία, ευμάρεια, ευπραγία.|| ~ των ζώων. ΣΥΝ. καλοζωία, καλοπέραση ΑΝΤ. κακοπέραση [< αρχ. εὐζωΐα] | |
| 18758 | ευζωνάκι | [εὐζωνάκι] ευ-ζω-νά-κι ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. τσολιαδάκι 1. ομοίωμα ευζώνου: διακοσμητικά ~ια. 2. μικρό παιδί ή μαθητής που ντύνεται εύζωνας στις εθνικές εορτές. | |
| 18759 | εύζωνας | [εὔζωνας] εύ-ζω-νας ουσ. (αρσ.) & (επίσ.) εύζωνος {ευζών-ου | -ων, -ους}: ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης με ωραίο παράστημα και παραδοσιακή στολή (φάριο, φέρμελη, φουστανέλα, άσπρες μακριές κάλτσες και τσαρούχια με φούντα), μέλος ειδικού τιμητικού σώματος: ευσταλής ~. Οι ~οι της Προεδρικής Φρουράς. Πβ. τσολιάς, φουστανελοφόρος. [< αρχ. εὔζωνος ‘ζωσμένος καλά’ (για γυναίκα με λεπτή μέση, κομψή), ‘ευκίνητος, γρήγορος’ (για άνδρα), ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης, πβ. αγγλ. evzone, 1897, γαλλ. ~, 1907] | |
| 18760 | ευζωνικός | , ή, ό [εὐζωνικός] ευ-ζω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εύζωνα: ~ή: στολή/φρουρά.|| (ως ουσ. παλαιότ.) Το ένατο ~ό (ενν. τάγμα). | |
| 18761 | ευήθεια | [εὐήθεια] ευ-ή-θει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αφέλεια, ανοησία. [< αρχ. εὐήθεια] | |
| 18762 | ευήθης | , ης, ες [εὐήθης] ευ-ή-θης επίθ. {ευήθ-ους (σπάν. ουδ. εύηθες) | -εις (ουδ. -η)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από ευπιστία και αφέλεια: Ξεγελούν τους ~εις και αδαείς καταναλωτές.|| (συνήθ. ως ουσ.) Αντιλαμβάνεται και ο πλέον ~ ότι ... Πβ. αγαθός, αγαθιάρης, ανόητος, αφελής, εύπιστος. ΑΝΤ. έξυπνος (1) [< αρχ. εὐήθης] | |
| 18763 | ευήκοος | , η, ο [εὐήκοος] ευ-ή-κο-ος επίθ. (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: βρίσκει ευήκοον ους βλ. ους, τείνει ευήκοον ους βλ. ους [< αρχ. εὐήκοος ‘που ακούει καλά, που είναι διατεθειμένος να ακούσει’] | |
| 18764 | ευήλιος | , α, ο [εὐήλιος] ευ-ή-λι-ος επίθ. (λόγ.): (για χώρο) που δέχεται πολύ ηλιακό φως: ~α: αίθουσα/μονοκατοικία. ~ο: δωμάτιο. Ευάερο και ~ο διαμέρισμα. Πβ. ηλιόλουστος, προσήλιος. ΑΝΤ. ανήλιαγος, ανήλιος [< αρχ. εὐήλιος] | |
| 18765 | ευημερία | [εὐημερία] ευ-η-με-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πλούτη και ευδαιμονία: γενική/καταναλωτική/οικογενειακή/οικονομική/προσωπική/συλλογική/υλική/ψυχική ~. Επίπεδο/πηγή/σύμβολο ~ας. Η ~ της ανθρωπότητας/της κοινωνίας/του λαού/των πολιτών. (Στην Κύπρο) Υπηρεσίες Κοινωνικής ~ας (ΥΚΕ). Δείκτες/επίπεδο/εποχή ~ας. || Θεωρία/Οικονομική της ~ας. Πβ. ευδοκίμηση, ευζωία, ευμάρεια, ευπραγία, καλο-ζωία, -πέραση.|| Προστασία και ~ των ζώων. ΑΝΤ. ανέχεια, ένδεια (1), πενία [< αρχ. εὐημερία ‘ωραία ή καλότυχη ημέρα, ευρωστία’] | |
| 18899 | ευημερία | [εὐπορία] ευ-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αφθονία υλικών αγαθών, πλούτος. Πβ. ευημερία, ευμάρεια, ευπραγία. ΑΝΤ. απορία (3) [< αρχ. εὐπορία] | |
| 18766 | ευημερώ | [εὐημερῶ] ευ-η-με-ρώ ρ. (αμτβ.) {ευημέρ-ησε, -ήσει, μτχ. ευημερ-ών, -ούσα, -ούν, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: βρίσκομαι σε κατάσταση ευημερίας· ακμάζω, ανθώ: Κοινωνία/οικονομία/περιοχή που ~εί. Εταιρείες που ~ούν και εξελίσσονται σε παγκόσμιους κολοσσούς. ~ούσα: αγορά. ~ούντα: κράτη. Βλ. καλοπερνώ. ΣΥΝ. ευδοκιμώ [< αρχ. εὐημερῶ] | |
| 18767 | εύηχος | , η, ο [εὔηχος] εύ-η-χος επίθ. (λόγ.): που έχει ωραίο, ευχάριστο ήχο: ~η: λέξη/προφορά/φωνή. ~ο: όνομα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: διακηρύξεις/υποσχέσεις (: εντυπωσιακές, θελκτικές). ~α: συνθήματα. ΑΝΤ. κακόηχος, κακόφωνος (1) [< μτγν. εὔηχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ