Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [19640-19660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18765ευημερία[εὐημερία] ευ-η-με-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πλούτη και ευδαιμονία: γενική/καταναλωτική/οικογενειακή/οικονομική/προσωπική/συλλογική/υλική/ψυχική ~. Επίπεδο/πηγή/σύμβολο ~ας. Η ~ της ανθρωπότητας/της κοινωνίας/του λαού/των πολιτών. (Στην Κύπρο) Υπηρεσίες Κοινωνικής ~ας (ΥΚΕ). Δείκτες/επίπεδο/εποχή ~ας. || Θεωρία/Οικονομική της ~ας. Πβ. ευδοκίμηση, ευζωία, ευμάρεια, ευπραγία, καλο-ζωία, -πέραση.|| Προστασία και ~ των ζώων. ΑΝΤ. ανέχεια, ένδεια (1), πενία [< αρχ. εὐημερία ‘ωραία ή καλότυχη ημέρα, ευρωστία’]
18899ευημερία

[εὐπορία] ευ-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αφθονία υλικών αγαθών, πλούτος. Πβ. ευημερία, ευμάρεια, ευπραγία. ΑΝΤ. απορία (3) [< αρχ. εὐπορία]

18766ευημερώ[εὐημερῶ] ευ-η-με-ρώ ρ. (αμτβ.) {ευημέρ-ησε, -ήσει, μτχ. ευημερ-ών, -ούσα, -ούν, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: βρίσκομαι σε κατάσταση ευημερίας· ακμάζω, ανθώ: Κοινωνία/οικονομία/περιοχή που ~εί. Εταιρείες που ~ούν και εξελίσσονται σε παγκόσμιους κολοσσούς. ~ούσα: αγορά. ~ούντα: κράτη. Βλ. καλοπερνώ. ΣΥΝ. ευδοκιμώ [< αρχ. εὐημερῶ]
18767εύηχος, η, ο [εὔηχος] εύ-η-χος επίθ. (λόγ.): που έχει ωραίο, ευχάριστο ήχο: ~η: λέξη/προφορά/φωνή. ~ο: όνομα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: διακηρύξεις/υποσχέσεις (: εντυπωσιακές, θελκτικές). ~α: συνθήματα. ΑΝΤ. κακόηχος, κακόφωνος (1) [< μτγν. εὔηχος]
18768ευθανασία[εὐθανασία] ευ-θα-να-σί-α ουσ. (θηλ.): ενέργεια ή πρακτική κατά την οποία προκαλείται ή επιτρέπεται εσκεμμένα ο θάνατος ανθρώπων που πάσχουν από ανίατη νόσο ή τραυματισμό ή που βρίσκονται σε μη αναστρέψιμο κώμα· γίνεται με ανώδυνο τρόπο και συνήθ. μετά από επιθυμία του ασθενή: ακούσια/εκούσια ~. Ένεση ~ας. Έκανε ~. Eπιχειρήματα υπέρ και κατά της ~ας. Χώρες όπου επιτρέπεται η ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ αδέσποτων/κατοικιδίων. Βλ. βιοηθική. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική ευθανασία: που γίνεται με τη χορήγηση θανατηφόρου σκευάσματος, ώστε να επέλθει η δηλητηρίαση και ο θάνατος., παθητική ευθανασία: που γίνεται με τη διακοπή παροχής βοήθειας (με αποσύνδεση μηχανημάτων υποστήριξης βασικών λειτουργιών της ζωής, μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής ή αίματος) σε ασθενή, στερώντας του τη δυνατότητα να συνεχίσει να ζει. [< μτγν. εὐθανασία 'καλός, ήσυχος θάνατος', γαλλ. euthanasie, 1907, αγγλ. euthanasia]
18769ευθαρσής, ής, ές [εὐθαρσής] ευ-θαρ-σής επίθ. {ευθαρσ-ούς | -είς (ουδ. -ή), σπάν. στο ουδ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει ή δείχνει (πολύ) θάρρος: (για πρόσ.) ~ής: επικριτής.|| ~ής: δήλωση/στάση. Πβ. θαρραλέος, τολμηρός. ΑΝΤ. άνανδρος, άτολμος, δειλός, λιπόψυχος ● επίρρ.: ευθαρσώς [-ῶς]: Θα πω ~ (= με παρρησία) την άποψή μου. [< αρχ. εὐθαρσής]
18770ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α ουσ. (θηλ.) {ευθει-ών} 1. ΓΕΩΜ. γραμμή απείρου μήκους και μηδενικού πάχους, χωρίς αρχή και τέλος, εντελώς ίσια, χωρίς κανένα καμπυλόγραμμο ή τεθλασμένο τμήμα, που δίνει την εικόνα απόλυτα τεντωμένου νήματος: κάθετες/παράλληλες ~ες. Μία ~ ορίζεται από δύο σημεία. Σημείο τομής των δύο ~ών. Τραβώ μια ~ με τον χάρακα. Βλ. ευθύγραμμο τμήμα, ημι~. 2. ίσιος δρόμος: στην ~ της λεωφόρου/του λιμανιού/της περιφερειακής. Πβ. ευθεία οδός. ● ΣΥΜΠΛ.: τελική ευθεία 1. (μτφ.) το τελευταίο στάδιο πριν από την επίτευξη ενός στόχου: Είναι στην ~ ~ για τις εξετάσεις/το πτυχίο. Το νομοσχέδιο βρίσκεται στην ~ ~. Η προεκλογική εκστρατεία εισέρχεται/μπήκε στην ~ ~. Σε ~ ~ η υπογραφή της συμφωνίας. Πβ. τελικό στάδιο. 2. ΑΘΛ. η ευθεία του στίβου, από την τελευταία στροφή και μέχρι το νήμα (τερματισμού). [< αγγλ. finishing stretch] , ασύμβατες ευθείες βλ. ασύμβατος, ασύμπτωτη (ευθεία) βλ. ασύμπτωτος, κλίση ευθείας βλ. κλίση, παράλληλες (ευθείες) βλ. παράλληλος ● ΦΡ.: σε/στην ευθεία: σε ευθεία γραμμή ή κατεύθυνση: Βάζω τρεις πέτρες ~ ~. Γυρίζω τους τροχούς ώστε να είναι στην ~. Πβ. ίσια. ● βλ. ευθύς, κατευθείαν [< αρχ. εὐθεῖα]
18771ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α επίρρ.: ίσια, μπροστά, χωρίς παρέκκλιση: Πηγαίνετε/προχωρήστε/συνεχίστε (όλο) ~. Πβ. ίσα, κατευθείαν.
18772ευθειασμός[εὐθειασμός] ευ-θει-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης του αυχένα, που προκαλείται από επαναλαμβανόμενη κακή στάση του σώματος ή τραυματισμό: ~ της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. ~ λόγω πολύωρης εργασίας μπροστά σε υπολογιστή. Βλ. αυχενικό σύνδρομο.
18773εύθετος, η, ο [εὔθετος] εύ-θε-τος επίθ. (λόγ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: σε εύθετο χρόνο & σε ευθετότερο χρόνο & (λογιότ.) εν ευθέτω χρόνω: την κατάλληλη στιγμή (αργότερα, στο μέλλον): Θα σου απαντήσω/θα σε ενημερώσω ~ ~. Βλ. σε εύλογο χρόνο. [< αρχ. εὔθετος]
18774ευθέως[εὐθέως] ευ-θέ-ως επίρρ. (λόγ.): κατευθείαν, δίχως περιστροφές: Τον κατηγόρησε ~ ότι ψεύδεται. Αμφισβήτησε ~ την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Πβ. άμεσα, ανοιχτά, απερίφραστα, καταπρόσωπο, ντόμπρα, στα ίσ(ι)α. ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω, έμμεσα, πλάγια ● βλ. ευθύς [< αρχ. εὐθέως]
18775εύθικτος, η, ο [εὔθικτος] εύ-θι-κτος επίθ. (λόγ.): που θίγεται, προσβάλλεται εύκολα. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, μυγιάγγιχτος, παρεξηγησιάρης, υπερευαίσθητος. [< πβ. αρχ. εὔθικτος ‘που βρίσκει το στόχο, ευφυής’, γαλλ. susceptible]
18776ευθιξία[εὐθιξία] ευ-θι-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύθικτου· (ειδικότ.-κυρ.) ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα προσβολής της τιμής: Πβ. ευερεθιστότητα.|| Επαγγελματική/κοινωνική/πολιτική/προσωπική ~. ~ και φιλότιμο. Υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους ~ας. Δεν έχουν την ~ να αναλάβουν τις ευθύνες τους. (ειρων.) Τώρα τον έπιασε η ~; [< πβ. μτγν. εὐθιξία ‘επιδεξιότητα, λεπτότητα’, γαλλ. susceptibilité]
18777εύθραυστος, η, ο [εὔθραυστος] εύ-θραυ-στος επίθ. (λόγ.) 1. που σπάει εύκολα (από την ίδια του τη φύση): ~ος: πάγος/σωλήνας. ~η: επιφάνεια. ~ο: υλικό. ~α: αντικείμενα/μαλλιά/νύχια. Προσοχή! ~ο(ν)! (: αναγραφή σε συσκευασίες και δέματα). Πβ. εύθρυπτος, ψαθυρός. ΑΝΤ. άθραυστος (1) 2. (μτφ.) που υστερεί σε σταθερότητα, που μπορεί να διαταραχθεί, να κλονιστεί ή απειλείται με καταστροφή: ~ος: συμβιβασμός/συνασπισμός. ~η: δημοκρατία/ειρήνη/εκεχειρία/ηρεμία/πλειοψηφία/συμφωνία. ~ο: κλίμα/προβάδισμα. ~ες: ισορροπίες. 3. (μτφ.-συνήθ. για πρόσ.) που προσβάλλεται συχνά από κάτι, συνήθ. από ασθένειες, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φυσικής ή ψυχικής δύναμης: ~ος: οργανισμός (πβ. ασθενικός). Πβ. ευαίσθητος, ευπαθής, ευπρόσβλητος, λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος, τρωτός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: υγεία (= ευάλωτη). [< 1: αρχ. εὔθραυστος]
18778ευθραυστότητα[εὐθραυστότητα] ευ-θραυ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύθραυστου: η ~ του γυαλιού/της πορσελάνης.|| ~ των τριχοειδών αγγείων. Κατάγματα λόγω ~ας των οστών.|| (μτφ.) Η ~ των ανθρώπινων σχέσεων/της ψυχικής ισορροπίας. Πβ. ευθρυπτότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. fragilité]
18779εύθρυπτος, η, ο [εὔθρυπτος] εύ-θρυ-πτος επίθ. (επιστ.): που θρυμματίζεται, σπάει, τρίβεται εύκολα: ~ος: πωρόλιθος. ~η: κιμωλία. ~ο: υλικό. Πβ. εύθραυστος.|| ~ο: αρτοσκεύασμα/τυρί. ΣΥΝ. ψαθυρός [< αρχ. εὔθρυπτος]
18780ευθρυπτότητα[εὐθρυπτότητα] ευ-θρυ-πτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευθραυστότητα.
18781ευθυ-& ευθύ- : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του ίσιου και κατ' επέκτ. του άμεσου ή αμερόληπτου: (λόγ.) ευθυ-τενής. Ευθύ-βολος.|| (μτφ.) Ευθυ-δικία/~κρισία (βλ. δικαιο-κρισία).
18782ευθυβολία[εὐθυβολία] ευ-θυ-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευθύβολου: η ~ του τόξου. Όπλο υψηλής ~ας.|| (συχνότ. μτφ.) Η αμεσότητα και ~ (πβ. ευστοχία) του λόγου του. Βλ. -βολία. [< μτγν. εὐθυβολία]
18783ευθύβολος, η, ο [εὐθύβολος] ευ-θύ-βο-λος επίθ. (λόγ.): που κατευθύνεται ή κινείται κατευθείαν προς τον στόχο και συνήθ. τον πετυχαίνει: ~ο: όπλο/σουτ.|| (συχνότ. μτφ.) ~ος: προβληματισμός. ~η: γλώσσα/διατύπωση/κριτική/σάτιρα. Λόγος συμπυκνωμένος, περιεκτικός και ~. Απάντησε με απλό και ~ο τρόπο. (για πρόσ.) Λακωνικός και ~ στις παρατηρήσεις του. ~οι και άμεσοι/ειλικρινείς. Πβ. ακριβής, εύστοχος. ΑΝΤ. άστοχος. ● επίρρ.: ευθύβολα [< μτγν. εὐθύβολος & εὐθυβόλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.