Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19640-19660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18768ευθανασία[εὐθανασία] ευ-θα-να-σί-α ουσ. (θηλ.): ενέργεια ή πρακτική κατά την οποία προκαλείται ή επιτρέπεται εσκεμμένα ο θάνατος ανθρώπων που πάσχουν από ανίατη νόσο ή τραυματισμό ή που βρίσκονται σε μη αναστρέψιμο κώμα· γίνεται με ανώδυνο τρόπο και συνήθ. μετά από επιθυμία του ασθενή: ακούσια/εκούσια ~. Ένεση ~ας. Έκανε ~. Eπιχειρήματα υπέρ και κατά της ~ας. Χώρες όπου επιτρέπεται η ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ αδέσποτων/κατοικιδίων. Βλ. βιοηθική. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική ευθανασία: που γίνεται με τη χορήγηση θανατηφόρου σκευάσματος, ώστε να επέλθει η δηλητηρίαση και ο θάνατος., παθητική ευθανασία: που γίνεται με τη διακοπή παροχής βοήθειας (με αποσύνδεση μηχανημάτων υποστήριξης βασικών λειτουργιών της ζωής, μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής ή αίματος) σε ασθενή, στερώντας του τη δυνατότητα να συνεχίσει να ζει. [< μτγν. εὐθανασία 'καλός, ήσυχος θάνατος', γαλλ. euthanasie, 1907, αγγλ. euthanasia]
18769ευθαρσής, ής, ές [εὐθαρσής] ευ-θαρ-σής επίθ. {ευθαρσ-ούς | -είς (ουδ. -ή), σπάν. στο ουδ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει ή δείχνει (πολύ) θάρρος: (για πρόσ.) ~ής: επικριτής.|| ~ής: δήλωση/στάση. Πβ. θαρραλέος, τολμηρός. ΑΝΤ. άνανδρος, άτολμος, δειλός, λιπόψυχος ● επίρρ.: ευθαρσώς [-ῶς]: Θα πω ~ (= με παρρησία) την άποψή μου. [< αρχ. εὐθαρσής]
18770ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α ουσ. (θηλ.) {ευθει-ών} 1. ΓΕΩΜ. γραμμή απείρου μήκους και μηδενικού πάχους, χωρίς αρχή και τέλος, εντελώς ίσια, χωρίς κανένα καμπυλόγραμμο ή τεθλασμένο τμήμα, που δίνει την εικόνα απόλυτα τεντωμένου νήματος: κάθετες/παράλληλες ~ες. Μία ~ ορίζεται από δύο σημεία. Σημείο τομής των δύο ~ών. Τραβώ μια ~ με τον χάρακα. Βλ. ευθύγραμμο τμήμα, ημι~. 2. ίσιος δρόμος: στην ~ της λεωφόρου/του λιμανιού/της περιφερειακής. Πβ. ευθεία οδός. ● ΣΥΜΠΛ.: τελική ευθεία 1. (μτφ.) το τελευταίο στάδιο πριν από την επίτευξη ενός στόχου: Είναι στην ~ ~ για τις εξετάσεις/το πτυχίο. Το νομοσχέδιο βρίσκεται στην ~ ~. Η προεκλογική εκστρατεία εισέρχεται/μπήκε στην ~ ~. Σε ~ ~ η υπογραφή της συμφωνίας. Πβ. τελικό στάδιο. 2. ΑΘΛ. η ευθεία του στίβου, από την τελευταία στροφή και μέχρι το νήμα (τερματισμού). [< αγγλ. finishing stretch] , ασύμβατες ευθείες βλ. ασύμβατος, ασύμπτωτη (ευθεία) βλ. ασύμπτωτος, κλίση ευθείας βλ. κλίση, παράλληλες (ευθείες) βλ. παράλληλος ● ΦΡ.: σε/στην ευθεία: σε ευθεία γραμμή ή κατεύθυνση: Βάζω τρεις πέτρες ~ ~. Γυρίζω τους τροχούς ώστε να είναι στην ~. Πβ. ίσια. ● βλ. ευθύς, κατευθείαν [< αρχ. εὐθεῖα]
18771ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α επίρρ.: ίσια, μπροστά, χωρίς παρέκκλιση: Πηγαίνετε/προχωρήστε/συνεχίστε (όλο) ~. Πβ. ίσα, κατευθείαν.
18772ευθειασμός[εὐθειασμός] ευ-θει-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης του αυχένα, που προκαλείται από επαναλαμβανόμενη κακή στάση του σώματος ή τραυματισμό: ~ της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. ~ λόγω πολύωρης εργασίας μπροστά σε υπολογιστή. Βλ. αυχενικό σύνδρομο.
18773εύθετος, η, ο [εὔθετος] εύ-θε-τος επίθ. (λόγ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: σε εύθετο χρόνο & σε ευθετότερο χρόνο & (λογιότ.) εν ευθέτω χρόνω: την κατάλληλη στιγμή (αργότερα, στο μέλλον): Θα σου απαντήσω/θα σε ενημερώσω ~ ~. Βλ. σε εύλογο χρόνο. [< αρχ. εὔθετος]
18774ευθέως[εὐθέως] ευ-θέ-ως επίρρ. (λόγ.): κατευθείαν, δίχως περιστροφές: Τον κατηγόρησε ~ ότι ψεύδεται. Αμφισβήτησε ~ την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Πβ. άμεσα, ανοιχτά, απερίφραστα, καταπρόσωπο, ντόμπρα, στα ίσ(ι)α. ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω, έμμεσα, πλάγια ● βλ. ευθύς [< αρχ. εὐθέως]
18775εύθικτος, η, ο [εὔθικτος] εύ-θι-κτος επίθ. (λόγ.): που θίγεται, προσβάλλεται εύκολα. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, μυγιάγγιχτος, παρεξηγησιάρης, υπερευαίσθητος. [< πβ. αρχ. εὔθικτος ‘που βρίσκει το στόχο, ευφυής’, γαλλ. susceptible]
18776ευθιξία[εὐθιξία] ευ-θι-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύθικτου· (ειδικότ.-κυρ.) ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα προσβολής της τιμής: Πβ. ευερεθιστότητα.|| Επαγγελματική/κοινωνική/πολιτική/προσωπική ~. ~ και φιλότιμο. Υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους ~ας. Δεν έχουν την ~ να αναλάβουν τις ευθύνες τους. (ειρων.) Τώρα τον έπιασε η ~; [< πβ. μτγν. εὐθιξία ‘επιδεξιότητα, λεπτότητα’, γαλλ. susceptibilité]
18777εύθραυστος, η, ο [εὔθραυστος] εύ-θραυ-στος επίθ. (λόγ.) 1. που σπάει εύκολα (από την ίδια του τη φύση): ~ος: πάγος/σωλήνας. ~η: επιφάνεια. ~ο: υλικό. ~α: αντικείμενα/μαλλιά/νύχια. Προσοχή! ~ο(ν)! (: αναγραφή σε συσκευασίες και δέματα). Πβ. εύθρυπτος, ψαθυρός. ΑΝΤ. άθραυστος (1) 2. (μτφ.) που υστερεί σε σταθερότητα, που μπορεί να διαταραχθεί, να κλονιστεί ή απειλείται με καταστροφή: ~ος: συμβιβασμός/συνασπισμός. ~η: δημοκρατία/ειρήνη/εκεχειρία/ηρεμία/πλειοψηφία/συμφωνία. ~ο: κλίμα/προβάδισμα. ~ες: ισορροπίες. 3. (μτφ.-συνήθ. για πρόσ.) που προσβάλλεται συχνά από κάτι, συνήθ. από ασθένειες, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φυσικής ή ψυχικής δύναμης: ~ος: οργανισμός (πβ. ασθενικός). Πβ. ευαίσθητος, ευπαθής, ευπρόσβλητος, λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος, τρωτός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: υγεία (= ευάλωτη). [< 1: αρχ. εὔθραυστος]
18778ευθραυστότητα[εὐθραυστότητα] ευ-θραυ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύθραυστου: η ~ του γυαλιού/της πορσελάνης.|| ~ των τριχοειδών αγγείων. Κατάγματα λόγω ~ας των οστών.|| (μτφ.) Η ~ των ανθρώπινων σχέσεων/της ψυχικής ισορροπίας. Πβ. ευθρυπτότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. fragilité]
18779εύθρυπτος, η, ο [εὔθρυπτος] εύ-θρυ-πτος επίθ. (επιστ.): που θρυμματίζεται, σπάει, τρίβεται εύκολα: ~ος: πωρόλιθος. ~η: κιμωλία. ~ο: υλικό. Πβ. εύθραυστος.|| ~ο: αρτοσκεύασμα/τυρί. ΣΥΝ. ψαθυρός [< αρχ. εὔθρυπτος]
18780ευθρυπτότητα[εὐθρυπτότητα] ευ-θρυ-πτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευθραυστότητα.
18781ευθυ-& ευθύ- : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του ίσιου και κατ' επέκτ. του άμεσου ή αμερόληπτου: (λόγ.) ευθυ-τενής. Ευθύ-βολος.|| (μτφ.) Ευθυ-δικία/~κρισία (βλ. δικαιο-κρισία).
18782ευθυβολία[εὐθυβολία] ευ-θυ-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευθύβολου: η ~ του τόξου. Όπλο υψηλής ~ας.|| (συχνότ. μτφ.) Η αμεσότητα και ~ (πβ. ευστοχία) του λόγου του. Βλ. -βολία. [< μτγν. εὐθυβολία]
18783ευθύβολος, η, ο [εὐθύβολος] ευ-θύ-βο-λος επίθ. (λόγ.): που κατευθύνεται ή κινείται κατευθείαν προς τον στόχο και συνήθ. τον πετυχαίνει: ~ο: όπλο/σουτ.|| (συχνότ. μτφ.) ~ος: προβληματισμός. ~η: γλώσσα/διατύπωση/κριτική/σάτιρα. Λόγος συμπυκνωμένος, περιεκτικός και ~. Απάντησε με απλό και ~ο τρόπο. (για πρόσ.) Λακωνικός και ~ στις παρατηρήσεις του. ~οι και άμεσοι/ειλικρινείς. Πβ. ακριβής, εύστοχος. ΑΝΤ. άστοχος. ● επίρρ.: ευθύβολα [< μτγν. εὐθύβολος & εὐθυβόλος]
18784ευθυγραμμία[εὐθυγραμμία] ευ-θυ-γραμ-μί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): σχηματισμός ευθείας ή η ιδιότητα του ευθύγραμμου: η ~ των δύο σηράγγων. Αλλαγές στην ~ της οδού. ~ες και καμπύλες. ~ες δομικών στοιχείων. [< γαλλ. alignement]
18785ευθυγραμμίζω[εὐθυγραμμίζω] ευ-θυ-γραμ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ευθυγράμμι-σα, ευθυγραμμί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ευθυγραμμίζ-οντας, -όμενος,} 1. διευθετώ κάτι στον χώρο, έτσι ώστε να σχηματίζει ευθεία γραμμή σε σχέση με κάτι άλλο: Ασκήσεις που ~ουν και τεντώνουν τη σπονδυλική στήλη. Σκοπευτικά όργανα τέλεια ~σμένα με τον στόχο. Πβ. ισιώνω, στοιχίζω. ΑΝΤ. στραβώνω (1) 2. (μτφ.) προσαρμόζω τις απόψεις, την πολιτική, τη συμπεριφορά μου, προκειμένου να ταιριάζουν με κάποιου άλλου: Η κυβέρνηση ~ει την ελληνική νομοθεσία προς τις κοινοτικές διατάξεις. Οι βουλευτές δεν ~ονται με (= δεν ακολουθούν) τις συστάσεις του προέδρου. ~στηκε με την πολιτική του ... (= ταυτίστηκε). Πβ. εναρμονίζω, συμμορφώνω. [< πβ. μτγν. εὐθυγραμματίζω ‘μεταρέπω σε ευθύγραμμο σχήμα’, γαλλ. aligner]
18786ευθυγράμμιση[εὐθυγράμμιση] ευ-θυ-γράμ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση ή διευθέτηση στοιχείων ενός συνόλου σε ευθεία γραμμή: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμάτων/εικόνων. ~ κειμένου στο κέντρο. Πβ. στοίχιση.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Πολική ~. ~ πλανητών (πβ. σύνοδος).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ των αξόνων/ελαστικών/τροχών (οχήματος). ~ μπροστινού και πίσω συστήματος. ~ίσεις-ζυγοσταθμίσεις.|| Όργανο ~ης κάννης. Πβ. ίσιωμα. 2. (μτφ.) προσαρμογή, εναρμόνιση, συμμόρφωση: απόλυτη ~ προς την κείμενη νομοθεσία. Σε πλήρη ~ με τις αρχές του Συμβουλίου. Πβ. σύμπλευση, συμφωνία, ταύτιση. [< γαλλ. alignement]
18787ευθύγραμμος, η, ο [εὐθύγραμμος] ευ-θύ-γραμ-μος επίθ.: που σχηματίζει ευθεία ή βρίσκεται σε ευθεία: ~ος: αγωγός. ~η: σκάλα. Πβ. ίσιος.|| (ΦΥΣ.) ~η: διάδοση (του φωτός)/πορεία/τροχιά. ~η ομαλή κίνηση (: την οποία εκτελεί σώμα κινούμενο σε ευθεία, με σταθερή ταχύτητα).|| (ΓΕΩΜ.) ~ο: σχήμα (: που αποτελείται από ~α τμήματα. ΑΝΤ. καμπυλωτός). Βλ. καμπυλόγραμμος. ΣΥΝ. ευθύς (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ευθύγραμμο τμήμα: ΓΕΩΜ. τμήμα ευθείας γραμμής που ορίζεται από δύο σημεία (τα άκρα): μεσοκάθετος ~ου ~ατος. Βλ. διάνυσμα. [< αρχ. εὐθύγραμμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.