| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18788 | ευθυδικία | [εὐθυδικία] ευ-θυ-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ευθυκρισία στην απονομή δικαιοσύνης: η αρχή της ~ας. Βλ. αυτο-, κακο-δικία. [< αρχ. εὐθυδικία ‘δίκη με κανονική διαδικασία’] | |
| 18789 | ευθυκρισία | [εὐθυκρισία] ευ-θυ-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωστή και δίκαιη κρίση, αντίληψη, σκέψη: πολιτική ~ (: ορθοφροσύνη). Αντικειμενικότητα/διορατικότητα/οξυδέρκεια και ~. Η ~ των δικαστών. Πβ. δικαιοκρισία. Βλ. ακρισία. | |
| 18790 | ευθυμία | [εὐθυμία] ευ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): καλή, ευχάριστη ψυχική διάθεση: ευφορία/χαρά και ~. Περίοδος ~ας και γλεντιού. Πβ. ιλαρότητα, κέφι, μπρίο, φαιδρότητα. Βλ. κυκλοθυμία. ΑΝΤ. αθυμία (1), βαρυθυμία, δυσθυμία (1) ● ΦΡ.: σε κατάσταση ευθυμίας & (λόγ.) εν ευθυμία & σε ευθυμία: σε καλή διάθεση ή στο κέφι, κυρ. λόγω χρήσης αλκοόλ ή ψυχοτρόπων ουσιών: Βρίσκεται σε ~ ~ας. Ήταν ~ ~ας λόγω μέθης. Τελούσε εν ~. [< αρχ. εὐθυμία] | |
| 18791 | ευθυμογράφημα | [εὐθυμογράφημα] ευ-θυ-μο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): δημοσιογραφικό κείμενο με χιουμοριστικό χαρακτήρα· το αντίστοιχο κειμενικό είδος. Βλ. -γράφημα, επιφυλλίδα, σάτιρα. | |
| 18792 | ευθυμογράφος | [εὐθυμογράφος] ευ-θυ-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας, δημιουργός ευθυμογραφημάτων. Βλ. -γράφος, χιουμορίστας. | |
| 18793 | εύθυμος | , η, ο [εὔθυμος] εύ-θυ-μος επίθ.: που διακρίνεται από πολύ ευχάριστη διάθεση ή την προκαλεί: (για πρόσ.) ~η: παρέα. Αισιόδοξος/γελαστός και ~. Πβ. κεφάτος, πρόσχαρος, χαρούμενος. ΑΝΤ. δύσθυμος.|| ~ος: τόνος. ~η: ατμόσφαιρα/νότα. ~ο: κλίμα/τραγούδι/ύφος. Η ~η πλευρά της ζωής. Πβ. φαιδρός.|| ~ες: ιστορίες. ~α: στιγμιότυπα. Πβ. αστείος, διασκεδαστικός, ευτράπελος, κωμικός. ● επίρρ.: εύθυμα ● ΣΥΜΠΛ.: εύθυμη χήρα βλ. χήρα [< αρχ. εὔθυμος] | |
| 18794 | ευθυμώ | [εὐθυμῶ] ευ-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {ευθυμ-είς ... | ευθύμ-ησα, -ήσει} (λόγ.): βρίσκομαι ή περιέρχομαι σε κατάσταση ευθυμίας: Σκέψη που με κάνει να ~. Πβ. αστεΐζομαι, γελώ, διασκεδάζω.|| Πίνουν για να ~ήσουν (: κάνουν κέφι).|| (συνήθ. ειρων.) ~ήσαμε πάλι (: για άνοστο, κακόγουστο αστείο)! [< αρχ. εὐθυμῶ] | |
| 18795 | ευθύνη | [εὐθύνη] ευ-θύ-νη ουσ. (θηλ.) {ευθυν-ών} 1. οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια θέση ή ιδιότητα κάποιου, όπως το να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ή/και να λογοδοτεί γι' αυτά: ακαδημαϊκή/βαριά/βαρύτατη/βασική/διοικητική/επαγγελματική/ιατρική/ιστορική/κεντρική/κύρια/μερική/περιβαλλοντική/πλήρης/πολιτική ~. Από κοινού ~ (= συν~). Η ηθική ~ του επιστήμονα. Θέση ~ης (= υπεύθυνη). Όλοι έχουμε ~. Οι αγωνιζόμενοι συμμετέχουν με δική τους αποκλειστική ~. Ο νέος ΚΟΚ καθιερώνει την ατομική/προσωπική ~ των επιβατών για τη χρήση της ζώνης. Η ~ ανήκει εξ ολοκλήρου στην/βαραίνει την κυβέρνηση. Έχει ανεπτυγμένο/έντονο το αίσθημα (της) ~ης απέναντι στους γονείς του (= υπευθυνότητα). Με υψηλό αίσθημα ~ης. Ο λαός με την ψήφο του τού ανέθεσε την ~ της διακυβέρνησης. Ο διευθυντής φέρει την ~ της εφαρμογής του προγράμματος. Το ερευνητικό κέντρο είναι στην ~ του Υπουργείου ... (πβ. αρμοδιότητα, καθήκον, χρέος). Από μικρή φορτώθηκε με πολλές ~ες.|| Νόμος περί ~ης υπουργών (βλ. ανεύθυνο). Νομική ~ (: αστική, πειθαρχική, ποινική). Βλ. δικαίωμα. 2. ενοχή, υπαιτιότητα: Αρνήθηκαν κάθε ~. Διενεργείται έρευνα για απόδοση ~ών. Ανέλαβε/παραδέχτηκε τις ~ες του. Έχει την ~/τεράστιες ~ες για τα λάθη που έγιναν. Ο ένας ρίχνει την ~/το μπαλάκι των ~ών στον άλλο. Αυτός φέρει ~. Του απέδωσαν/καταλόγισαν την ~ για ... Μετέθεσε τις ~ες στους ανωτέρους της. Απέσεισε από πάνω του τις ~ες (πβ. νίπτω τας χείρας μου). Αποποιήθηκε κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. εσφαλμ. των ευθυνών του). Απεκδύθηκε κάθε ~ης/~η της εταιρείας για ...|| Αποποίηση ~ών. Περιορισμός ~ης. Πβ. φταίξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: (όλο) το βάρος της ευθύνης: κάθε υποχρέωση και καθήκον που απορρέει από κάτι: Επωμίστηκε ~ ~ μόνος του. Έριξαν ~ ~ για το τραγικό συμβάν στους αρμοδίους., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών (+ για/+ γεν.): δημόσια παραδοχή από κάποιον ότι είναι υπεύθυνος για κάτι: ~ ~ για τις βομβιστικές επιθέσεις (από την τρομοκρατική οργάνωση). Απαιτείται ~ πολιτικών ευθυνών., εταιρική κοινωνική ευθύνη (ακρ. ΕΚΕ) & (συχνότ.) εταιρική υπευθυνότητα: οικειοθελής δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων, πέρα από νομοθετικές επιταγές και κερδοφορία, σε πρακτικές που προάγουν το κοινό συμφέρον: ~ ~ των ΜΜΕ. ~ ~ και πολιτιστική κληρονομιά. Η ~ ~ συνδέεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ενίσχυση της απασχόλησης. Δείκτης ~ ~. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< αγγλ. corporate social responsibility (CSR), δεκαετία '90] , συλλογική ευθύνη: τα μέλη μιας ομάδας θεωρούνται συνυπεύθυνα για πράξη που διέπραξε ένα τουλάχιστον από αυτά: Όλοι έχουμε ~ ~ απέναντι στη φύση., αλληλέγγυα ευθύνη βλ. αλληλέγγυος, άμοιρος ευθυνών βλ. άμοιρος, αστική ευθύνη βλ. αστικός, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης βλ. εταιρεία & εταιρία, μερίδιο ευθύνης βλ. μερίδιο ● ΦΡ.: (με) ιδία ευθύνη (λόγ.): με ευθύνη του ίδιου του προσώπου: Η χρήση της ιστοσελίδας γίνεται ~ ~., αναζητώ/ζητώ ευθύνες: απαιτώ από κάποιον να απολογηθεί για τις πράξεις, τη συμπεριφορά του: Ο υπουργός ζήτησε ~ από την κατασκευάστρια εταιρεία για τις κακοτεχνίες. Αναζητούνται ~ για το ναυάγιο., με (την) ευθύνη/(λόγ.) υπό την ευθύνη/υπ' ευθύνη (κάποιου): όντας υπεύθυνος: Τα γραπτά φυλάσσονται ~ ~ του εξεταστή για δύο εξάμηνα. Οι εργασίες συνεχίζονται ~ ~ των τοπικών Αρχών. Το ιατρείο έχει ~ ~ (= επιβλέπει, παρακολουθεί) του μεγάλο αριθμό νεφροπαθών., προ/ενώπιον των ευθυνών (λόγ.): αντιμέτωπος με τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα: Ήρθε προ ~ του. Το άρθρο έφερε τους αρμοδίους ~ ~ τους. Σύντομα όλοι θα βρεθούν ~ ~ τους., αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον βλ. επιρρίπτω, θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) βλ. θέτω [< μτγν. εὐθύνη, αρχ. εὔθηνα ‘έλεγχος, απολογισμός, κατηγορία για κατάχρηση’, γαλλ. responsabilité] | |
| 18796 | ευθύνομαι | [εὐθύνομαι] ευ-θύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): είμαι υπεύθυνος, υπαίτιος για κάτι: Συγγνώμη για την καθυστέρηση, εγώ ~ (= φταίω). Εσύ ~εσαι για όλα! Ποιος ~εται για το ατύχημα/την ήττα; Ποιοι ~ονται (= φέρουν την ευθύνη) που χάθηκε αυτή η ευκαιρία; Ασθένεια που παλαιότερα ~όταν (= ήταν αιτία) για πολλούς θανάτους. Βλ. συν~. [< αρχ. εὐθύνω ‘κατευθύνω, επικρίνω’, παθ. εὐθύνομαι ‘κατηγορούμαι’] | |
| 18797 | ευθυνοφοβία | [εὐθυνοφοβία] ευ-θυ-νο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευθυνόφοβου: ~ υπαλλήλων/υπηρεσιών. ~ και αδράνεια/ατολμία/έλλειψη πρωτοβουλίας. Δικαιολογίες και ~ες. Πβ. οχαδερφισμός. Βλ. -φοβία. | |
| 18798 | ευθυνόφοβος | , η, ο [εὐθυνόφοβος] ευ-θυ-νό-φο-βος επίθ.: που φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες του, που υπεκφεύγει: Είναι ~ και δειλός.|| ~η: στάση. | |
| 18799 | ευθύς | , εία, ύ [εὐθύς] ευ-θύς επίθ. {ευθ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} 1. που ακολουθεί ευθύγραμμη κατεύθυνση, ίσιος: ~ύς: δρόμος. ~εία: γραμμή (ΑΝΤ. καμπύλη, τεθλασμένη)/διαδρομή/πορεία. Σε ~εία (= ίσια) θέση. ΑΝΤ. κυματοειδής, στραβός (1) 2. (μτφ.) άμεσος, ειλικρινής, ντόμπρος: ~εία: αμφισβήτηση/αντιπαράθεση/απάντηση/επίθεση/σύγκρουση. ~ύ: βλέμμα. ΑΝΤ. έμμεσος, πλάγιος.|| (για πρόσ.) Τίμιος και ~ άνθρωπος. ~ στις κρίσεις/παρατηρήσεις του. ● ΣΥΜΠΛ.: ευθεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι ίση με 180°., ευθεία ερώτηση: ΓΡΑΜΜ. σε ευθύ λόγο: Η ερώτηση "Θα έρθεις αύριο;" είναι μια ~ ~. ΑΝΤ. πλάγια ερώτηση, ευθεία οδός 1. ίσιος δρόμος: οδήγηση σε ~ ~ό. 2. (μτφ.) τρόπος ζωής που ακολουθεί τους ηθικούς ή κοινωνικούς κανόνες., ευθύς λόγος: ΓΛΩΣΣ. η μεταφορά των λόγων ενός προσώπου όπως ακριβώς ειπώθηκαν: π.χ. Είπε "θα αργήσω". ΑΝΤ. πλάγιος λόγος ● ΦΡ.: σε ευθεία γραμμή 1. ίσια: αποστάσεις ~ ~. Σώμα που κινείται ~ ~. 2. ΝΟΜ. για πρόσωπα πoυ κατάγovται τo έvα από τo άλλo: συγγένεια εξ αίματος ~ ~. Έvα άτoμo είvαι συγγεvής ~ ~ με τo παιδί ή τo εγγόvι τoυ καθώς και με τov πατέρα ή τη γιαγιά τoυ. Βλ. κατευθείαν γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου 3. (μτφ.) σε πλήρη αντιστοιχία. ● βλ. ευθεία, ευθέως [< αρχ. εὐθύς, γαλλ.-αγγλ. direct] | |
| 18800 | ευθύς | [εὐθύς ] ευ-θύς επίρρ.: χωρίς καθυστέρηση, αργοπορία, αμέσως: ~ μετά το πέρας της συνεδριάσεως. ~ μόλις διαπιστώθηκε το λάθος, διορθώθηκε. Πβ. πάραυτα. ● ΦΡ.: ευθύς αμέσως (επιτατ.): χωρίς καμιά καθυστέρηση: Εξηγώ τι θέλω να πω ~ ~. ΣΥΝ. παρευθύς, ευθύς εξαρχής (επιτατ.): από το ξεκίνημα, από την πρώτη στιγμή: Ζητώ ~ ~ συγγνώμη. ~ ~ θέλω να καταστήσω σαφές ότι ..., ευθύς ως (λόγ.): αμέσως μόλις: ~ ~ εκδοθεί η απόφαση, θα σας ενημερώσουμε. [< αρχ. ευθύς] | |
| 18801 | ευθυτενής | , ής, ές [εὐθυτενής] ευ-θυ-τε-νής επίθ. {ευθυτεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που δεν καμπουριάζει, δεν λυγίζει· ευθύς: ~ές: παράστημα/σώμα. Αγέρωχος/ευσταλής/ψηλός και ~. Περπατά/στέκεται ~.|| ~ή: κυπαρίσσια. Πβ. ίσιος, όρθιος, στητός.|| Βολές όπλων ~ούς τροχιάς (πβ. ευθύγραμμος). ● επίρρ.: ευθυτενώς [-ῶς] [< μτγν. εὐθυτενής ‘τεντωμένος ίσια’] | |
| 18802 | ευθύτητα | [εὐθύτητα] ευ-θύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): αμεσότητα, ειλικρίνεια: πολιτική ~. Η ~ των λόγων/του χαρακτήρα της. Μιλάει με ~. Πβ. ντομπροσύνη. Βλ. -ύτητα. [< αρχ. εὐθύτης] | |
| 18803 | ευκαιρία | [εὐκαιρία] ευ-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ευκαιρι-ών} 1. ευνοϊκή, κατάλληλη στιγμή, για να συμβεί κάτι ή να κάνει κάποιος κάτι: δεύτερη/διπλή/ιστορική/μοναδική/νέα/τελευταία ~. Αναζήτηση/απώλεια/δημιουργία ~ών. Με/σε κάθε ~. Αξιοποιώ/βρίσκω/εκμεταλλεύομαι την ~. Παρουσιάζεται μία ~. Επωφελούμαι της ~ας. Είναι καλή ~ να λύσετε τις διαφορές σας. Είναι η ~ της ζωής σου! Όταν έχω/μόλις βρω ~ (= χρόνο). ~ (= αφορμή) έψαχνα, για να σε συναντήσω. 2. δυνατότητα για την πραγματοποίηση ενός στόχου: επαγγελματική/επενδυτική/επιχειρηματική ~. Δίκτυο/σχολείο πολλαπλών ~ών (για νέους). Δίνω/παρέχω/προσφέρω σε κάποιον την ~ να/για ... Μου δόθηκε η ~ να/για ... Στερώ από κάποιον την ~ για/να ... Έχασε/κλότσησε την ~ να ... ~ες ανάπτυξης/απασχόλησης/εργασίας/καριέρας/μάθησης/σταδιοδρομίας/χρηματοδότησης (ενός έργου). Χαμένες ~ες για γκολ. Πβ. ευχέρεια. 3. αγορά αγαθού σε συμφέρουσα τιμή και το ίδιο το αγαθό: Ο εκτυπωτής (που αγόρασα) ήταν μεγάλη ~. Πβ. κελεπούρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ισότητα ευκαιριών: ΝΟΜ. η συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, εθνικότητας, φύλου, φυσικής ή διανοητικής υστέρησης, ηλικίας: ~ ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες/στην αγορά εργασίας/στην εκπαίδευση/μεταξύ ανδρών και γυναικών., κόστος ευκαιρίας & εναλλακτικό κόστος: ΟΙΚΟΝ. το κέρδος από μια συναλλαγή ή επένδυση σε σχέση με το διαφυγόν κέρδος που θα προέκυπτε από μια εναλλακτική αντίστοιχη ενέργεια. [< αγγλ. opportunity cost, 1911] , σημαία ευκαιρίας βλ. σημαία, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο ● ΦΡ.: αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) (προφ.): αξιοποιώ αμέσως τη δυνατότητα που μου δίνεται., δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ...: για κάτι που κάνει κάποιος κάθε φορά που παρουσιάζονται οι κατάλληλες συνθήκες: Δεν αφήνει ~ για πείραγμα. Δεν χάνει ~ να μου δημιουργεί προβλήματα/να περηφανεύεται για τα κατορθώματά του.|| (ειρων.) Μη χάσεις ~ εσύ και δεν σχολιάσεις., με την ευκαιρία & (λόγ.) επί τη ευκαιρία/επ' ευκαιρία: (+ γεν.) λόγω, με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση: ~ ~ της επετείου του γάμου σας/της ονομαστικής σας εορτής ...|| ~ ~ (: μιας και το έφερε η κουβέντα), θα ήθελα να προσθέσω ότι ... [< γαλλ. à l'occasion de] , με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία: μόλις μπορέσω, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή: ~ ~ θα τα πούμε από κοντά. Θα έρθω να σε δω ~ ~., σε δεδομένη ευκαιρία: μόλις δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις., σε τιμή ευκαιρίας: σε συμφέρουσα για τον αγοραστή τιμή, πολύ οικονομικά: (σε αγγελίες) Ηλεκτρικά είδη ~ ~. Μονοκατοικία πωλείται ~ ~. Πβ. οκαζιόν., αδράχνω την ευκαιρία βλ. αδράχνω, ανοίγω ευκαιρίες βλ. ανοίγω, δράττομαι της ευκαιρίας βλ. δράττομαι, ευκαιρίας δοθείσης/δοθείσης (της) ευκαιρίας βλ. δοθείς [< αρχ. εὐκαιρία ‘κατάλληλος χρόνος, αφθονία, ευημερία’, γαλλ. occasion] | |
| 18804 | ευκαιριακός | , ή, ό [εὐκαιριακός] ευ-και-ρι-α-κός επίθ.: που προκύπτει σε κάποια ευκαιρία, τυχαία, εκτάκτως, που δεν γίνεται συστηματικά: ~ή: απασχόληση (= εποχιακή, προσωρινή)/λύση/συνεργασία. ~ό: γεγονός/φαινόμενο. ~οί: παράγοντες. ~ές: λοιμώξεις/μολύνσεις. (για πρόσ.) ~ός: αναγνώστης/επισκέπτης. Πβ. συμπτωματικός.|| (μειωτ.) ~ό: κέρδος. ~ές: πολιτικές/σχέσεις (= εφήμερες, παροδικές, πρόσκαιρες). ΣΥΝ. περιστασιακός ● επίρρ.: ευκαιριακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. occasionnel] | |
| 1551 | εύκαιρος | , η, ο [ἄκαιρος] ά-και-ρος επίθ.: που συμβαίνει σε ακατάλληλο χρόνο: ~η: δήλωση/ενέργεια/επιλογή/παραίτηση/παρέμβαση/συζήτηση/συνάντηση. ~ο: αίτημα/αστείο. Θα ήταν ~ο να γίνει κάτι αυτή τη στιγμή. Πβ. άτοπος. ΣΥΝ. ανεπίκαιρος, παράκαιρος ΑΝΤ. έγκαιρος, καίριος (2) ● Ουσ.: άκαιρο (το) (λόγ.): ό,τι δεν αρμόζει σε μια περίσταση, άτοπο: Επικαλέστηκε το ~ της συζήτησης και αποχώρησε. ● επίρρ.: άκαιρα & (λόγ.) ακαίρως: Άκαιρα και παράταιρα. ● ΦΡ.: ευκαίρως ακαίρως βλ. εύκαιρος [< αρχ. ἄκαιρος] | |
| 18805 | εύκαιρος | , η, ο [εὔκαιρος] εύ-και-ρος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν δεσμεύεται από κάποια υποχρέωση, που μπορεί να διαθέσει χρόνο σε κάτι: ~ για απαντήσεις/συζήτηση/συνεργασία. Ήταν πάντα ~ να ακούσει και να βοηθήσει. Τώρα που σε βρήκα ~ο, να σε ρωτήσω κάτι. Πβ. διαθέσιμος. Βλ. -καιρος, -η, -ο. ΑΝΤ. απασχολημένος, πολυάσχολος 2. (για πράγμα) που είναι στη διάθεση κάποιου μια ορισμένη χρονική στιγμή: Δεν έχω καμιά φωτογραφία ~η να σου δείξω. ● ΦΡ.: ευκαίρως ακαίρως (λόγ.): σε κάθε ευκαιρία, ασχέτως αν ταιριάζει ή όχι: Κατηγορεί/σχολιάζει ~ ~. [< αρχ. εὔκαιρος ‘κατάλληλος, βολικός, ταιριαστός’] | |
| 18806 | ευκαιρώ | [εὐκαιρῶ] ευ-και-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ευκαιρ-είς ... | ευκαίρ-ησα, -ήσει}: είμαι εύκαιρος: Γράφω/διαβάζω, όποτε ~. Όταν ~ήσεις, πάρε με τηλέφωνο.|| Δεν ~ τώρα να απαντήσω. Πβ. προλαβαίνω. ΣΥΝ. αδειάζω (3) [< μτγν. εὐκαιρῶ ‘έχω ελεύθερο χρόνο’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ