Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19680-19700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18807ευκάλυπτος[εὐκάλυπτος] ευ-κά-λυ-πτος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπτου}: ΒΟΤ. πολύ ψηλό, αειθαλές δέντρο αυστραλιανής προέλευσης (γένος Eucalyptus, οικογ. Myrtaceae) με γκριζοπράσινο και ιδιαίτερα αρωματικό φύλλωμα· συνεκδ. τα φύλλα του, που έχουν θεραπευτικές ιδιότητες: αιθέριο έλαιο/εκχύλισμα/μέλι/τσάι ~ου. Βλ. κοάλα. [< γαλλ.-αγγλ. eucalyptus < νεολατ. eucalyptus < εὖ + καλυπτός ‘σκεπασμένος, καλυμμένος’]
18808εύκαμπτος, η, ο [εὔκαμπτος] εύ-κα-μπτος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. δύσκαμπτος 1. που κάμπτεται ή μπορεί να καμφθεί, να λυγίσει (εύκολα): ~ος: σωλήνας. ~η: κόλλα/οθόνη/συσκευασία. ~ο: καλώδιο/πληκτρολόγιο/υλικό.|| ~ες: αρθρώσεις. Πβ. ευλύγιστος. ΑΝΤ. άκαμπτος (2) 2. (σπάν.-μτφ.) που μπορεί να προσαρμοστεί ή να ελιχθεί εύκολα: ~η: πολιτική. Πβ. ευέλικτος, ευπροσάρμοστος. ΑΝΤ. δυσπροσάρμοστος ● ΣΥΜΠΛ.: εύκαμπτος δίσκος & μαλακός δίσκος: ΠΛΗΡΟΦ. δισκέτα. Βλ. σκληρός δίσκος. [< αμερικ. floppy disk, 1972] [< 1: αρχ. εὔκαμπτος]
18809ευκαμψία[εὐκαμψία] ευ-καμ-ψί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. δυσκαμψία : η ιδιότητα του εύκαμπτου: ~ των μυών/του σώματος. Ασκήσεις ~ας (βλ. διάταση). Πβ. ελαστικότητα, ευλυγισία.|| (μτφ.) Η ~ της αγοράς/των τιμών. Πβ. ευελιξία, προσαρμοστικότητα. Βλ. ακαμψία. [< αρχ. εὐκαμψία]
18810ευκαρυωτικός, ή, ό [εὐκαρυωτικός] ευ-κα-ρυ-ω-τι-κός επίθ. : ΒΙΟΛ. χαρακτηρισμός πολυκύτταρου οργανισμού ή κυττάρου με εμφανή σχηματισμένο πυρήνα. ΑΝΤ. προκαρυωτικός [< αγγλ. eukaryotic, 1957, γαλλ. eucaryotique]
18811ευκατάστατος, η, ο [εὐκατάστατος] ευ-κα-τά-στα-τος επίθ.: που είναι σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση: ~η: οικογένεια. Μεγάλωσε σε ~ο περιβάλλον. ΣΥΝ. εύπορος [< μτγν. εὐκατάστατος ‘σταθερός, αμετακίνητος’]
18812ευκαταφρόνητος, η, ο [εὐκαταφρόνητος] ευ-κα-τα-φρό-νη-τος επίθ. (συνήθ. με άρνηση σε σχήμα λιτότητας): που τον έχουν περιφρονήσει, που δεν αξίζει την προσοχή ή την εκτίμηση των άλλων: ~ος: αριθμός. ~η: επίδοση/προσφορά. ~α: έσοδα/κέρδη. Δεν είναι καθόλου ~ αντίπαλος (: είναι υπολογίσιμος). Διόλου ~ο ποσό/ποσοστό (: μεγάλο). Επίτευγμα όχι ~ο. Τιμές κάθε άλλο παρά ~ες. Πβ. ανάξιος λόγου, ασήμαντος. ΣΥΝ. αξιοκαταφρόνητος ΑΝΤ. ακαταφρόνητος [< μτγν. εὐκαταφρόνητος]
18813ευκήβλ. ευχή
18814ευκινησία[εὐκινησία] ευ-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευκίνητου: σωματική ~ (βλ. ευκαμψία, ευλυγισία). ~ των αρθρώσεων. Ασκήσεις ~ας. Πβ. ευελιξία, σβελτάδα. [< μτγν. εὐκινησία]
18815ευκίνητος, η, ο [εὐκίνητος] ευ-κί-νη-τος επίθ. 1. που κινείται γρήγορα: ~ος: αθλητής. ~ο: ζώο. Πβ. ευέλικτος, ευλύγιστος, σβέλτος, ταχυκίνητος. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. δυσκίνητος (2) 2. (σπάν.-μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ευελιξία ή ευστροφία: ~ο: μυαλό. [< 1: αρχ. εὐκίνητος]
18816ευκλεής, ής, ές [εὐκλεής] ευ-κλε-ής επίθ. {ευκλε-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): ένδοξος, ονομαστός, φημισμένος: ~είς: πρόγονοι. ΣΥΝ. περικλεής ● επίρρ.: ευκλεώς [-ῶς] [< αρχ. εὐκλεής]
18817ευκλείδειος, α/ος, ο [εὐκλείδειος] ευ-κλεί-δει-ος επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): που σχετίζεται με τον αρχαίο Έλληνα γεωμέτρη ή τον Αθηναίο άρχοντα Ευκλείδη: ~ος: αλγόριθμος/χώρος. ~α: γεωμετρία.|| (ΑΡΧ.) ~ο: αλφάβητο. Βλ. προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ευκλείδειο αίτημα: ΓΕΩΜ. που αναφέρει ότι από κάθε σημείο που κείται εκτός ευθείας διέρχεται μία και μόνη ευθεία παράλληλη στην αρχική. Πβ. αξίωμα παραλληλίας. [< γαλλ. euclidien, αγγλ. Euclidian]
18818ευκοίλια[εὐκοίλια] ευ-κοί-λι-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): διάρροια.
18819ευκοίλιος, α, ο [εὐκοίλιος] ευ-κοί-λι-ος επίθ.: (για πρόσ.) που υποφέρει από ευκοιλιότητα ή (για τροφή, ουσία) που την προκαλεί: Το χαμομήλι είναι ηρεμιστικό και ~ο. Πβ. ενεργητ-, καθαρτ-, υπακτ-ικός. ΑΝΤ. δυσκοίλιος (1) [< μτγν. εὐκοίλιος]
18820ευκοιλιότητα[εὐκοιλιότητα] ευ-κοι-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάρροια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. δυσκοιλιότητα [< μτγν. εὐκοιλιότης]
18821ευκολία[εὐκολία] ευ-κο-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα ή απαιτεί ελάχιστη προσπάθεια ή ικανότητα, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ στην οδήγηση/στη χρήση της συσκευής. Ο βαθμός ~ας των θεμάτων (ενν. σε εξετάσεις). Προσαρμόζομαι με ~ σε διαφορετικές συνθήκες. Κόμμα που κέρδισε με ~ (= εύκολα) στις εκλογές. Έχω ~ (= ευχέρεια) στα μαθηματικά. Νίκη με χαρακτηριστική ~. ΑΝΤ. δυσκολία, δυσχέρεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Σκέψη που δεν μπορώ να συμμεριστώ με τόση ~ (= ακρισία, επιπολαιότητα). Μου κάνει εντύπωση η ~ (= έλλειψη επιφύλαξης, ενδοιασμού) με την οποία κατηγορούν οι μεν τους δε. 2. διευκόλυνση: Βαθύ τηγάνι για μεγαλύτερη ~ στο μαγείρεμα. ~ες για άτομα με ειδικές ανάγκες. Είναι μεγάλη ~ η ασύρματη σύνδεση στο διαδίκτυο. Για λόγους ~ας. Πβ. εξυπηρέτηση.|| ~ες δανειοδότησης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Εγωπαθές πλάσμα, που σκέφτεται μόνο την ~ του (τη βόλεψή του).ευκολίες (οι): μέσα εξασφάλισης ενός άνετου τρόπου ζωής: Διαμερίσματα/ξενοδοχεία που παρέχουν όλες τις σύγχρονες ~. Πβ. ανέσεις, κομφόρ. ● ΣΥΜΠΛ.: ευκολίες πληρωμής: δυνατότητα να πληρωθεί προϊόν ή υπηρεσία με δόσεις: προσιτές τιμές και ~ ~. Κάνουμε ~ ~. ● ΦΡ.: χάριν συντομίας βλ. χάριν [< αρχ. εὐκολία ‘εύκολη ικανοποίηση’, γαλλ. facilité]
18822ευκολο- & ευκολό-: α' συνθετικό επιθέτων με τη σημασία του απλού, σύντομου ή επιπόλαιου: ευκολο-διάβαστος/~μνημόνευτος/~χώνευτος.|| Ευκολό-πιστος (ΑΝΤ. δύσ- κ. δυσκολο-). Πβ. ευ-.
18823ευκολοδήγητος, η, ο [εὐκολοδήγητος] ευ-κο-λο-δή-γη-τος επίθ. & ευκολοοδήγητος: (για μεταφορικό μέσο) που μπορεί κάποιος να το οδηγήσει εύκολα: αυτοκίνητο ~ο και ευέλικτο. Μοτοσικλέτα ~η μέσα στην πόλη.
18824ευκολοδιάβαστος, η, ο [εὐκολοδιάβαστος] ευ-κο-λο-διά-βα-στος επίθ.: που εύκολα μπορεί να διαβαστεί: ~η: γραφή. ~ο: βιβλίο. Κείμενο καλογραμμένο και ~ο (= κατανοητό). Πβ. αναγνώσιμος, ευανάγνωστος. ΑΝΤ. δυσανάγνωστος
18825ευκολοδούλευτος, η, ο [εὐκολοδούλευτος] ευ-κο-λο-δού-λευ-τος επίθ.: για υλικό που μπορεί να το δουλέψει, να το επεξεργαστεί κάποιος με ευκολία: ~ο: κονίαμα/μέταλλο/χώμα.
18826ευκολομνημόνευτος, η, ο [εὐκολομνημόνευτος] ευ-κο-λο-μνη-μό-νευ-τος επίθ.: που μπορεί εύκολα να αποτυπωθεί στη μνήμη: ~ος: αριθμός. ~η: διεύθυνση/μελωδία. ~ο: όνομα. ΣΥΝ. ευμνημόνευτος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.