| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18827 | ευκολονόητος | , η, ο [εὐκολονόητος] ευ-κο-λο-νό-η-τος επίθ.: ευνόητος: απλουστευμένη και ~η γλώσσα. Πληροφορίες σύντοµες και ~ες. Κείμενα ευανάγνωστα και ~α. Πβ. εύληπτος.|| (ως ουσ.) Δεν θέλεις να καταλάβεις τα ~α. ΑΝΤ. δυσκολονόητος, δυσνόητος | |
| 18828 | ευκολοπιστία | [εὐκολοπιστία] ευ-κο-λο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): ευπιστία. | |
| 18829 | ευκολόπιστος | , η, ο [εὐκολόπιστος] ευ-κο-λό-πι-στος επίθ.: εύπιστος. ΑΝΤ. δυσκολόπιστος, δύσπιστος | |
| 18830 | ευκολοπρόφερτος | , η, ο [εὐκολοπρόφερτος] ευ-κο-λο-πρό-φερ-τος επίθ.: (για φθόγγο, λέξη ή φράση) που προφέρεται εύκολα. ΑΝΤ. δυσκολοπρόφερτος | |
| 18831 | εύκολος | , η, ο [εὔκολος] εύ-κο-λος επίθ. ΑΝΤ. δύσκολος 1. που απαιτεί ελάχιστη προσπάθεια, ικανότητα ή κόπο για να αντιμετωπιστεί, να επιλυθεί ή να επιτευχθεί· που δεν παρουσιάζει προβλήματα ή κινδύνους: ~ος: αγώνας/αντίπαλος/δρόμος/έλεγχος/εντοπισμός/προγραμματισμός/τρόπος/χειρισμός. ~η: απάντηση/δουλειά (= άκοπη)/ζωή/μετακίνηση (= ξεκούραστη)/νίκη (= αβασάνιστη, άνετη)/πρόσβαση (= ευχερής)/υπόθεση. ~ο: έργο/ξεκίνημα/παιχνίδι/πράγμα/πρόβλημα/πρόγραμμα. ~α: θέματα εξετάσεων (= βατά, κατανοητά). Φωτογραφική μηχανή, ~η (= απλή) στη χρήση. Δεν είναι ~ο να οδηγείς το αυτοκίνητο σε στενούς δρόμους. Βλ. παν~.|| Θα ήθελα, αν σας είναι ~ο, να ...|| (αρνητ. συνυποδ.) Βγάζεις ~α συμπεράσματα, χωρίς να σκέφτεσαι. Διαλέγει πάντα την ~η λύση. Κυνηγάει το ~ο κέρδος. Τον ενοχοποίησαν γιατί ήταν ο ~ στόχος.|| (ως ουσ.) Οι φίλοι είναι δίπλα σου και στα ~α και στα δύσκολα. 2. (για πρόσ.) βολικός, καλόβολος: Είναι ~ο παιδί· κάνει ό,τι του ζητούν, χωρίς αντίρρηση.|| (μειωτ.) ~η: γυναίκα (= που συνάπτει εύκολα και συχνά ερωτικές σχέσεις). ● επίρρ.: εύκολα & (λόγ.) ευκόλως ● ΣΥΜΠΛ.: εύκολη λεία βλ. λεία, εύκολο χρήμα βλ. χρήμα ● ΦΡ.: εύκολο το ’χεις;: για την αντιμετώπιση μιας δύσκολης συγκυρίας που φαίνεται εύκολη., κάνει τα εύκολα δύσκολα & κάνει τα δύσκολα εύκολα: για τη μετατροπή μιας εύκολης κατάστασης σε δύσκολη και αντίστροφα: Έχει την τάση να κάνει τα εύκολα δύσκολα και τα απλά, περίπλοκα., τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται βλ. εννοούμενος [< 1: μεσν. εὔκολος 2: αρχ. εὔκολος] | |
| 18832 | ευκολοχώνευτος | , η, ο [εὐκολοχώνευτος] ευ-κο-λο-χώ-νευ-τος επίθ.: εύπεπτος: ~ες: τροφές (ΑΝΤ. α-, δυσκολο-χώνευτος, δύσπεπτος).|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Εμπορικά και ~α τραγούδια. ΣΥΝ. καλοχώνευτος [< μεσν. ευκολοχώνευτος] | |
| 18833 | ευκολύνω | [εὐκολύνω] ευ-κο-λύ-νω ρ. (μτβ.) {ευκόλυν-α, ευκολύν-θηκα, -θεί} (λόγ.): καθιστώ, κάνω κάτι πιο εύκολο, διευκολύνω ή εξυπηρετώ κάποιον: ~ την κατάσταση/τη συζήτηση. Η προηγούμενη εμπειρία ~ε (: απλοποίησε) το έργο του. Η επικοινωνία των ορόφων ~εται με κλιμακοστάσια. ΑΝΤ. δυσκολεύω (1) ● Παθ.: ευκολύνομαι: έχω τη δυνατότητα να ανταποκριθώ σε οικονομικές ανάγκες ή απαιτήσεις: Όταν ~θούν, θα πάνε ταξίδι. | |
| 18834 | ευκοσμία | [εὐκοσμία] ευ-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ευπρέπεια, κοσμιότητα: ~ και ευταξία των πόλεων. Η τήρηση της ~ας στους ναούς. ΑΝΤ. ακοσμία [< αρχ. ευκοσμία] | |
| 18835 | εύκρατος | , η, ο [εὔκρατος] εύ-κρα-τος επίθ.: (για κλίμα) που δεν είναι ούτε πολύ θερμό ούτε πολύ ψυχρό· (για τόπο) που δεν παρουσιάζει ακραίες κλιματολογικές συνθήκες: ~ες: χώρες. ● ΣΥΜΠΛ.: εύκρατη ζώνη: ΓΕΩΓΡ. τμήμα της Γης, μεταξύ του τροπικού του Καρκίνου και του αρκτικού κύκλου στο βόρειο ημισφαίριο ή μεταξύ του τροπικού του Αιγόκερω και του ανταρκτικού κύκλου στο νότιο, που χαρακτηρίζεται από ήπιο κλίμα. [< αρχ. εὔκρατος] | |
| 18836 | ευκρίνεια | [εὐκρίνεια] ευ-κρί-νει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευκρινούς: η ~ των φωτογραφιών. ~ και φωτεινότητα. ΣΥΝ. καθαρότητα.|| (μτφ.) Η ~ του κειμένου/λόγου. Πβ. διαύγεια, ενάργεια, σαφήνεια. ● ΣΥΜΠΛ.: υψηλής ευκρίνειας: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει περισσότερες γραμμές σάρωσης από τα συμβατικά συστήματα ήχου και εικόνας, δηλ. μεγαλύτερη λεπτομέρεια απεικόνισης: βίντεο/γραφικά/κάμερα/οθόνη ~ ~.|| (ΙΑΤΡ.) Αξονική τομογραφία ~ ~. Βλ. υψηλή πιστότητα. [< αγγλ. high definition, 1981] [< αρχ. εὐκρίνεια] | |
| 18837 | ευκρινής | , ής, ές [εὐκρινής] ευ-κρι-νής επίθ. {ευκριν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευκρινέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. που μπορεί να διακριθεί, να φανεί ή να ακουστεί πολύ καλά· εύκολα αντιληπτός: ~ής: οθόνη. ~ές: αποτύπωμα. ~είς: χαρακτήρες. ~ή: γράμματα (= ευανάγνωστα). Πβ. ευδιάκριτος, καθαρός.|| ~ής: ήχος. 2. (μτφ.) σαφής: ~ής: διαφορά. ~είς: ιδέες. ~ή: συµπεράσµατα. Πβ. εναργής, ξεκάθαρος. ● επίρρ.: ευκρινώς [-ῶς] [< αρχ. εὐκρινής] | |
| 12235 | ευκρινώς | δι-α-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {διέβλε-ψα (λόγ.) διείδα, διαβλέ-ψει, διαβλέπ-οντας}: αναγνωρίζω ότι κάτι ισχύει, συμβαίνει ή συμπεραίνω ότι θα συμβεί κάτι με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις: ~ μια διάθεση ειρωνείας/έναν ενδοιασμό/περιφρόνηση στα λόγια του. ~ τα κίνητρα/τις προθέσεις κάποιου. ~ψα αμέσως ότι είχε μεγάλο ταλέντο και δεν έπεσα έξω. Πβ. διαγιγνώσκω, διακρίνω, διαισθάνομαι, υποπτεύομαι, υποψιάζομαι.|| ~ αλλαγές/την ανάγκη για .../τις δυσκολίες/μία προοπτική/τη σύγκρουση. Οι αναλυτές ~ουν σταθερή ανάκαμψη της οικονομίας. Το μέλλον ~εται (= διαγράφεται) δυσοίωνο. Πβ. μαντεύω, προαισθάνομαι, προβλέπω, προεικάζω, προλέγω. [< αρχ. διαβλέπω ‘κοιτάζω επίμονα, βλέπω ευκρινώς’, γαλλ. entrevoir] | |
| 18838 | ευκταίος | , α, ο [εὐκταῖος] ευ-κταί-ος επίθ. (λόγ.): που εύχεται κάποιος να γίνει: ~ος: στόχος. ~α: λύση. Είναι ~α η επίτευξη συμφωνίας. Πβ. επιθυμητός. ΑΝΤ. απευκταίος ● Ουσ.: ευκταίο (το): το καλύτερο που μπορεί να συμβεί, ευχάριστη εξέλιξη: Το ~ θα ήταν να (: θα ήταν ευχής έργο να) ... [< αρχ. εὐκταῖος] | |
| 18839 | ευκτήριος | , α, ο [εὐκτήριος] ευ-κτή-ρι-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. βλ. -τήριος. Μόνο στα ● Ουσ.: ευκτήριο(ν) (το): μέρος για προσευχή: ορθόδοξα ~α. Τεμένη και ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: ευκτήριος οίκος: χώρος προορισμένος για θρησκευτική λατρεία· κατ' επέκτ. ναός: άδεια λειτουργίας/ίδρυση ~ίου ~ου. Βλ. εκκλησία. [< μεσν. ευκτήριος] | |
| 18840 | ευκτική | [εὐκτική] ευ-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση της αρχαίας ελληνικής η οποία εκφράζει ευχή, παράκληση, δυνατότητα (π.χ. ὅ μή γένοιτο): δυνητική/ευχετική ~. ~ του πλαγίου λόγου. Βλ. οριστική, προστακτική, υποτακτική. [< μτγν. εὐκτική] | |
| 18841 | ευλάβεια | [εὐλάβεια] ευ-λά-βει-α ουσ. (θηλ.): σεβασμός προς τα θεία και οτιδήποτε ιερό: βαθιά ~. Κατάνυξη και ~. Οι πιστοί παρακολούθησαν με ~ την Ακολουθία. Πβ. ευ-, θεο-σέβεια. Βλ. ασέβεια. ● ΦΡ.: με θρησκευτική ευλάβεια & (λόγ.) μετά θρησκευτικής ευλαβείας (μτφ.-εμφατ.): με πολύ μεγάλη προσοχή, φροντίδα: Κανόνες/νόμοι που τηρούνται ~ ~ (= με προσήλωση). Μεταφέραμε τα λόγια του ~ ~. [< μτγν. εὐλάβεια] | |
| 18842 | ευλαβέστατος | , η, ο [εὐλαβέστατος] ευ-λα-βέ-στα-τος επίθ. (κ. με κεφάλ. το αρχικό Ε): ΕΚΚΛΗΣ. πολύ ευλαβής· στην κλητ., ως προσφώνηση κυρ. αρχιδιακόνου. | |
| 18843 | ευλαβής | , ής, ές [εὐλαβής] ευ-λα-βής επίθ. {ευλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευλαβέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ευλάβεια: (για πρόσ.) ~ής: προσκυνητής. ~είς: χριστιανοί.|| ~ής: προσφορά. Πβ. ευ-, θεο-σεβής. Βλ. ασεβής. ΣΥΝ. ευλαβικός ΑΝΤ. ανευλαβής ● επίρρ.: ευλαβώς [-ῶς] [< μτγν. εὐλαβής] | |
| 18844 | ευλαβικός | , ή, ό [εὐλαβικός] ευ-λα-βι-κός επίθ.: ευλαβής: ~ός: καλόγερος/πιστός. ~ό: προσκύνημα. ● επίρρ.: ευλαβικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 18845 | ευλαβούμαι | [εὐλαβοῦμαι] ευ-λα-βού-μαι ρ. (μτβ.) {ευλαβ-είσαι ...· συνήθ. στον ενεστ. (σπάν. -ήθηκε)} (λόγ.): εκφράζω ευλάβεια ή σεβασμό: Η Εκκλησία τιμά και ~είται τη Θεοτόκο. [< αρχ. εὐλαβοῦμαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ