| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18846 | εύληπτος | , η, ο [εὔληπτος] εύ-λη-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) ΑΝΤ. δύσληπτος 1. (μτφ.) κατανοητός, ευνόητος: ~η: γλώσσα (= βατή)/εικόνα. ~ο: κείμενο/ύφος. ~ες: οδηγίες. ~ος τρόπος παρουσίασης της ύλης. Πβ. ευκολονόητος, καταληπτός, σαφής. Βλ. ευσύνοπτος. ΑΝΤ. δυσνόητος 2. (σπάν.) που καταπίνεται με ευκολία: ~α: χάπια. Βλ. εύπεπτος. ● επίρρ.: εύληπτα [< 1: γαλλ. compréhensible 2: αρχ. εὔληπτος] | |
| 18847 | ευλογάω | βλ. ευλογώ | |
| 18848 | ευλογημένος | , η, ο [εὐλογημένος] ευ-λο-γη-μέ-νος επίθ. & (λαϊκό) βλογημένος 1. που έχει ευλογηθεί ή καθαγιαστεί: ~ος: άρτος (= αντίδωρο).|| ~ος: καρπός (της ελιάς)/τόπος. ~η: γη/μέρα (= ευτυχής)/στιγμή.|| (ειδικότ.) Ας είναι ~ο (= δοξασμένο) το όνομα του Κυρίου.|| (ως ευχή) Χρόνια Πολλά, ~α και ειρηνικά. Πβ. ευλογητός. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. καταραμένος (1) 2. (οικ.) για να δηλωθεί δυσανασχέτηση ή επιτίμηση: Πού το' χεις το μυαλό σου ~ε; Λέγε ~ε, με έσκασες. Βλ. αναθεματισμένος, χριστιανός. [< 1: μτγν. εὐλογημένος] | |
| 18849 | ευλόγηση | [εὐλόγηση] ευ-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ευλογώ: ~ των άρτων/υδάτων. [< μεσν. ευλόγησις] | |
| 18850 | ευλογητάρια | [εὐλογητάρια] ευ-λο-γη-τά-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ευλογητάριο}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάρια που ξεκινούν με τον στίχο "Εὐλογητὸς εἶ (= είσαι), Κύριε ..." και διακρίνονται σε αναστάσιμα και νεκρώσιμα. [< μεσν. ευλογητάριον] | |
| 18851 | ευλογητός | , ή, ό [εὐλογητός] ευ-λο-γη-τός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αξίζει και πρέπει να ευλογείται, να δοξάζεται. Πβ. ευλογημένος. [< μτγν. εὐλογητός] | |
| 18852 | ευλογία | [εὐλογία] ευ-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ευχή κληρικού προς τον Θεό για να αγιάσει, να προστατεύσει ή γενικότ. να βοηθήσει κάποιον ή κάτι· κατ' επέκτ. κάθε ευχή συνήθ. μεγαλύτερου προς μικρότερο: καθιερωμένη/πατριαρχική/πατρική ~. ~ (Κυρίου) και έλεος. Προσευχή και ~. Λειτουργικές ~ες (άρτων). Την ~ σας δέσποτα/Παναγιώτατε! Ο Πατριάρχης έδωσε την ~ του στους πιστούς. Ο μοναχός ζητά την άδεια και την ~ του ηγούμενου. Βλ. καθαγιασμός.|| Χειρονομία ~ας (: συμβολική κίνηση που κάνει ιερέας ή επίσκοπος με το δεξί του χέρι για να ευλογήσει κάποιον/κάτι).|| (λαϊκό) Την ~ μου να' χεις! Βλ. κατάρα, -λογία. 2. (μτφ.) καθετί που αποτελεί πηγή ευτυχίας, χαράς, ωφέλειας: οι ~ες της φύσης (πβ. αγαθά). Αποτελεί/είναι ~ και κατάρα μαζί. 3. ΕΚΚΛΗΣ. αντίδωρο. ● ΣΥΜΠΛ.: (η) ευλογία (του) Θεού: η αγάπη και προστασία του Θεού, η θεία χάρη· γενικότ. ευτυχία: (ευχετ.) Να 'χεις την ~ του ~.|| Τα παιδιά είναι ευλογία Θεού. ● ΦΡ.: με τις ευλογίες (κάποιου) (συνήθ. ειρων.): με τη συγκατάθεσή του: οικολογικό έγκλημα ~ ~ των Αρχών., με τις ευλογίες της Εκκλησίας: με την τέλεση των αντίστοιχων μυστηρίων ή την έγκριση, τη συναίνεση του κλήρου: εγκαίνια/έναρξη της σχολικής χρονιάς ~ ~ (= με αγιασμό). [< 1: μτγν. εὐλογία] | |
| 18853 | ευλογιά | [εὐλογιά] ευ-λο-γιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) βλογιά: ΙΑΤΡ. οξεία, λοιμώδης, μεταδοτική νόσος που προκαλείται από ιό και εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, κρυάδες και δερματικά εξανθήματα, τα οποία αφήνουν μόνιμες ουλές: επιδημία ~ιάς. Βλ. ανεμοβλογιά.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ των αγελάδων. Πβ. δαμαλίτιδα. || ~ των πιθήκων. [< μεσν. ευλογιά (ευφημ.) < αρχ. εὐλογία] | |
| 18854 | εύλογος | , η, ο [εὔλογος] εύ-λο-γος επίθ. (λόγ.): που μπορεί εύκολα να αιτιολογηθεί, να ερμηνευτεί: ~ος: προβληματισμός. ~η: αγανάκτηση/αιτία/αμοιβή/ανησυχία/αξία/απορία. ~ο: ενδιαφέρον/επιχείρημα/ποσό (ΑΝΤ. υπερβολικό). ~οι: όροι. ~ες: αντιρρήσεις/υποψίες. Για εύλογους (= ευνόητους, κατανοητούς) λόγους. Πβ. βάσιμος, δικαιολογημένος, λογικός.|| (ΝΟΜ.) ~η: χρήση (: ρήτρα εξαίρεσης που επιτρέπει τη χρήση προϊόντος της διάνοιας υπό ορισμένες προϋποθέσεις).|| (ως ουσ.) Το ~ο του κόστους των έργων. Βλ. -λογος. ● επίρρ.: εύλογα & (λόγ.) ευλόγως ● ΦΡ.: (μέσα) σε εύλογο χρόνο (κυρ. ΝΟΜ.): σε λογικό χρονικό διάστημα: Τα πειθαρχικά συμβούλια πρέπει να ολοκληρώνουν το έργο τους ~ ~. Βλ. σε εύθετο χρόνο. [< αρχ. εὔλογος] | |
| 18855 | ευλογοφάνεια | [εὐλογοφάνεια] ευ-λο-γο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευλογοφανούς: η ~ της θεωρίας. Πβ. αληθοφάνεια. [< μτγν. εὐλογοφάνεια] | |
| 18856 | ευλογοφανής | , ής, ές [εὐλογοφανής] ευ-λο-γο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που φαίνεται ή θεωρείται εύλογος, ενώ συνήθ. δεν είναι: ~ής: εξήγηση. ~ές: συμπέρασμα. ~είς: δικαιολογίες. Πβ. αληθοφανής, εύσχημος. Βλ. -φανής. [< μτγν. ευλογοφανής] | |
| 18857 | ευλογώ | [εὐλογῶ] ευ-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ευλογ-είς ... | ευλόγ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & ευλογάω & (λαϊκό) βλογώ & βλογάω 1. ΕΚΚΛΗΣ. (για κληρικό) αγιάζω, διαβάζοντας κατάλληλη ευχή ή τελώντας ιεροπραξία· γενικότ. δίνω ευλογία: Ο Μητροπολίτης ~ησε τους άρτους/τους πιστούς/τα ύδατα. Ο γάμος τους ~θηκε ενώπιον Θεού και ανθρώπων.|| Ο Κύριος να σας ~εί πάντοτε. 2. εξυμνώ, δοξολογώ: ~ούμε τον Θεό που μας έσωσε. Πβ. ευγνωμονώ. Βλ. καταριέμαι, -λογώ. ● ΦΡ.: (ο παπάς πρώτα) βλογάει/ευλογάει τα γένια του βλ. γένια [< μτγν. εὐλογῶ] | |
| 18858 | ευλυγισία | [εὐλυγισία] ευ-λυ-γι-σί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευλύγιστου: ~ των αρθρώσεων/των μυών (ΑΝΤ. α-, δυσ-καμψία)/του σώματος (= ελαστικότητα). Aσκήσεις ~ας (βλ. διάταση). Βελτίωση της ~ας. ~ και ευκινησία. Πβ. ευκαμψία, λυγεράδα.|| (μτφ.) ~ των εργασιακών σχέσεων. ~ στον τρόπο σκέψης. Πβ. ευελιξία, προσαρμοστικότητα. | |
| 18859 | ευλύγιστος | , η, ο [εὐλύγιστος] ευ-λύ-γι-στος επίθ. 1. που λυγίζει εύκολα: ~η: σόλα. ~ο: καλώδιο.|| ~η: μέση. ~ο: σώμα (ΑΝΤ. αλύγιστος). Πβ. εύκαμπτος, ευκίνητος, λυγερός. ΑΝΤ. άκαμπτος (2), δύσκαμπτος (2) 2. (μτφ.) που μπορεί να αλλάζει και να προσαρμόζεται γρήγορα και επιτυχημένα σε καινούργιες συνθήκες: ~η: πολιτική. ~ες: εργασιακές σχέσεις. Πβ. ευέλικτος, ευπροσάρμοστος, προσαρμοστικός. [< μεσν. ευλύγιστος] | |
| 18860 | ευμάρεια | [εὐμάρεια] ευ-μά-ρει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αφθονία υλικών αγαθών και ανέσεων, πολύ καλή οικονομική κατάσταση: ~ των κατοίκων/της κοινωνίας/του τόπου. ~ και ευδαιμονισμός/καλοπέραση. Πβ. ευζωία, ευημερία, ευπορία, ευπραγία. ΑΝΤ. ανέχεια [< αρχ. εὐμάρεια] | |
| 18861 | ευμεγέθης | , ης, ες [εὐμεγέθης] ευ-με-γέ-θης επίθ. ουδ. ευμέγεθες {ευμεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μεγάλο μέγεθος: ~ης: ναός. ~ης: κατασκευή. ~ες: σώμα. ~εις: προβολείς. ~η: γράμματα. Πβ. ογκώδης, τεράστιος. [< αρχ. εὐμεγέθης] | |
| 18862 | ευμένεια | [εὐμένεια] ευ-μέ-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θετική διάθεση απέναντι σε κάποιον: η ~ του Θεού. Οι κατηγορούμενοι κέρδισαν την ~ των ενόρκων. Έδειξε ιδιαίτερη ~ απέναντι στον/προς τον ... Πβ. εύνοια, συμπάθεια. ΑΝΤ. δυσμένεια [< αρχ. εὐμένεια] | |
| 18863 | ευμενής | , ής, ές [εὐμενής] ευ-με-νής επίθ. {ευμεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευμενέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που εκφράζει ευμένεια, ευνοεί ή διευκολύνει: ~ής: μεταχείριση. ~ή: σχόλια.|| ~είς: συνθήκες. Πβ. ευνοϊκός, θετικός, καλοπροαίρετος, φιλικός. ΑΝΤ. δυσμενής ● επίρρ.: ευμενώς [-ῶς] [< αρχ. εὐμενής] | |
| 18864 | ευμετάβλητος | , η, ο [εὐμετάβλητος] ευ-με-τά-βλη-τος επίθ. & (λόγ.) ευμετάβολος: που μεταβάλλεται εύκολα: ~ ος: χαρακτήρας. ~η: αγορά. ~ο: περιβάλλον/σκηνικό. ~ες: τιμές. ~ και απρόβλεπτος ιός. Πβ. ασταθής, άστατος. ΣΥΝ. μεταβλητός, ρευστός (2) ΑΝΤ. αμετάβλητος, σταθερός (1) ● Ουσ.: ευμετάβλητο (το): έλλειψη σταθερότητας, ρευστότητα: το ~ του καιρού. ● επίρρ.: ευμετάβλητα [< αρχ. εὐμετάβλητος] | |
| 18865 | ευμνημόνευτος | , η, ο [εὐμνημόνευτος] ευ-μνη-μό-νευ-τος επίθ. (λόγ.): ευκολομνημόνευτος. [< αρχ. εὐμνημόνευτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ