Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19740-19760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18866εύμορφος, η, ο [εὔμορφος] εύ-μορ-φος επίθ. (λόγ.): όμορφος. Βλ. -μορφος. ΑΝΤ. δύσμορφος [< αρχ. εὔμορφος]
18867ευνόητος, η, ο [εὐνόητος] ευ-νό-η-τος επίθ.: που μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητός: ~ες: συνέπειες. ~α: αποτελέσματα. Είναι ~ο (: εύκολα καταλαβαίνει κανείς) πού αποσκοπεί. Πβ. σαφής. ΣΥΝ. αυτονόητος, ευκολονόητος, εύληπτος (1) ΑΝΤ. δυσνόητος ● ΦΡ.: για ευνόητους λόγους: για εύλογους, κατανοητούς λόγους, για προφανή αιτία: Θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του ~ ~. [< μτγν. εὐνόητος]
35360Εύνοια

ξε-χω-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεχώρι-σα, ξεχωρί-σω, -σμένος, ξεχωρίζ-οντας} 1. χωρίζω, τοποθετώ χωριστά: ~ τα καθαρά από τα βρόμικα/τα λευκά από τα χρωματιστά (ρούχα)/τα σημαντικά από τα άχρηστα (έγγραφα)/τα φρέσκα από τα μπαγιάτικα (φρούτα). Πβ. ξεδιαλέγω. 2. διαφοροποιώ, εντοπίζω κάποια διαφορά: ~ την αλήθεια από το ψέμα/το καλό από το κακό/το πραγματικό από το φανταστικό/το σωστό από το λάθος. Πβ. διαχωρίζω.|| ~ουν από την προφορά/το ντύσιμο. 3. εκδηλώνω την προτίμησή μου, δείχνω εύνοια σε κάποιον: Δύο ήταν τα σημεία που ~σα σε όλη την ταινία. Δεν ~ τα παιδιά μου (: τα αγαπώ το ίδιο). Από τους νέους συγγραφείς ~ (= μου αρέσει, εκτιμώ) την ... Πβ. προτιμώ. 4. διακρίνω κυρ. με την όραση ή την ακοή: ~ τη μορφή του/μια φιγούρα (μέσα) στο πλήθος. 5. διακρίνομαι, κυρ. επειδή είμαι καλός σε κάτι, συχνά σε σύγκριση με κάποιον άλλο: ~ στη δουλειά/στην ομάδα/στην τάξη. ~ει από τους συμμαθητές/συναδέλφους του. ~ει για την ειλικρίνειά/την ευστροφία/την ευσυνειδησία/την ικανότητά του (να ...)/τη μνήμη/την τιμιότητά του. ~ει έναντι των υπολοίπων. Προϊόν που ~ει για την ποιότητά του. Ανάμεσα στους νέους παίκτες έχει ~σει ιδιαίτερα ο ... ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι βλ. ήρα, χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< μεσν. ξεχωρίζω]

18868εύνοια[εὔνοια] εύ-νοι-α ουσ. (θηλ.): διάθεση που έχει κάποιος, συνήθ. ανώτερος ή ισχυρός, να προσφέρει βοήθεια, στήριξη, πλεονεκτήματα: Η ~ του Θεού/της τύχης (= καλοτυχία). Κέρδισε την ~ του εργοδότη του δουλεύοντας σκληρά. Απέκτησε/απολαμβάνει/εξασφάλισε/έχασε/έχει την ~ των άλλων. Πβ. ευμένεια, συμπάθεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Κομματική/προκλητική/σκανδαλώδης ~. Δεν δείχνει ~ σε κανέναν. Επιζητούν την ~ των κυβερνώντων. Η ~ της διαιτησίας. Πβ. μεροληψία. ΑΝΤ. δυσμένεια ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορική εύνοια: ΟΙΚΟΝ. αέρας ή υπεραξία. [< αγγλ. goodwill] [< αρχ. εὔνοια, γαλλ. faveur]
18869ευνοϊκός, ή, ό [εὐνοϊκός] ευ-νο-ϊ-κός επίθ. 1. που έχει ή δείχνει καλή διάθεση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, που εκφράζει επιδοκιμασία: ~ή: θέση/κριτική/μεταχείριση/στάση. ~ά: σχόλια. Πβ. ευμενής, θετικός. 2. που εξυπηρετεί, βολεύει: ~ή: απόφαση/ρύθμιση. ~οί: όροι. ~ές: διατάξεις. ~ά: μέτρα. Μαρτυρίες ~ές για τους κατηγορουμένους. Πβ. επωφελής, συμφέρων. 3. που βοηθά, διευκολύνει σε κάτι: ~ός: άνεμος (= ούριος, πρίμος). ~ή: στιγμή/συγκυρία (= κατάλληλη). ~ό: κλίμα/πλαίσιο. ~οί: παράγοντες. ~ές: συνθήκες. Πβ. ευοίωνος, πρόσφορος. ● επίρρ.: ευνοϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. εὐνοϊκός ‘καλοσυνάτος, ευγενικός’]
18870ευνοιοκρατία[εὐνοιοκρατία] ευ-νοι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα κοινωνικής ιεράρχησης στο οποίο ευνοούνται ορισμένα άτομα σε βάρος άλλων, βάσει υποκειμενικών κριτηρίων και όχι με βάση την αξία τους: κομματική ~. ~ και διαφθορά/πελατειακές σχέσεις. Πβ. αναξιοκρατία. Βλ. νεποτισμός, οικογενειοκρατία, προσωποληψία, -κρατία. ΣΥΝ. φαβοριτισμός ΑΝΤ. αξιοκρατία [< γαλλ. favoritisme]
18871ευνοιοκρατικός, ή, ό [εὐνοιοκρατικός] ευ-νοι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ευνοιοκρατία: ~ή: μεταχείριση. Πβ. αναξιοκρατικός. ● επίρρ.: ευνοιοκρατικά
18872ευνομία[εὐνομία] ευ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη δίκαιων νόμων και πιστή τήρηση ή σωστή εφαρμογή τους: ~ και ισονομία/ισοπολιτεία. Όροι/περιβάλλον/προϋποθέσεις/συνθήκες ~ας. Διασάλευση της τάξης και της ~ας. Χώρα όπου επικρατεί η ~. Βλ. ανομία, -νομία. [< αρχ. εὐνομία]
18873εύνομος, η, ο [εὔνομος] εύ-νο-μος επίθ. (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): ευνομούμενος. [< αρχ. εὔνομος]
18874ευνομούμενος, η, ο [εὐνομούμενος] ευ-νο-μού-με-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από ευνομία: ~η: δημοκρατία/κοινωνία/Πολιτεία. ~ο: κράτος. Βλ. άνομος. ΣΥΝ. εύνομος [< αρχ. εὐνομούμενος, μτχ. ενεστ. του ρ. εὐνομοῦμαι]
18875ευνοούμενος, η, ο [εὐνοoύμενος] ευ-νο-ού-με-νος επίθ./ουσ. {σπάν. στο ουδ.} 1. που έχει κερδίσει την εύνοια κάποιου, συνήθ. προσώπου με ισχύ, εξουσία: ~ες: (κοινωνικές) ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι του καθεστώτος. Πβ. προστατευόμενος. 2. ΙΣΤ. εραστής αυτοκράτειρας ή ερωμένη μονάρχη, ηγεμόνα, που μπορούσε να την/τον επηρεάσει σε αποφάσεις για διοικητικά θέματα. ● ΦΡ.: ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους βλ. ρήτρα ● βλ. ευνοώ [< αρχ. εὐνοoύμενος, μτχ. ενεστ. του ρ. εὐνοοῦμαι, γαλλ. favori, ιταλ. favorito]
18876ευνουχίζω[εὐνουχίζω] ευ-νου-χί-ζω ρ. (μτβ.) {ευνούχι-σε, ευνουχί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, -οντας} 1. (για άνδρα ή αρσενικό ζώο) καθιστώ κάποιον ανίκανο για αναπαραγωγή, αφαιρώντας ή καταστρέφοντας τους γεννητικούς του αδένες. Βλ. στειρώνω. 2. (μτφ.) στερώ από κάτι ή κάποιον τη ζωτικότητα, τον δυναμισμό, τη δημιουργικότητά του: ~ ιδεολογικά/πνευματικά/συναισθηματικά. ~ τη δημιουργικότητα/σκέψη/φαντασία. Πβ. ακρωτηριάζω. Βλ. νεκρώνω, περιορίζω. [< 1: μτγν. εὐνουχίζω]
18877ευνουχισμένος, η, ο [εὐνουχισμένος] ευ-νου-χι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ευνουχιστεί: ~α: ζώα (= στειρωμένα).|| (μτφ.) ~η: σκέψη. ~ και παθητικός θεατής (πβ. άβουλος). Πνευματικά/πολιτικά ~οι. Πβ. ακρωτηριασ-, απονευρω-μένος. [< μτγν. εὐνουχισμένος]
18878ευνουχισμός[εὐνουχισμός] ευ-νου-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. εκτομή ή καταστροφή των γεννητικών αδένων, συνήθ. για θεραπευτικούς σκοπούς: φαρμακευτικός/χειρουργικός/χημικός ~. ~ για την αντιμετώπιση του προστατικού καρκίνου. Βλ. ορχ-, σαλπιγγ-, ωοθηκ-εκτομή, στείρωση.|| (ΨΥΧΑΝ.) Ο φόβος του ~ού. Πβ. ακρωτηριασμός. ΣΥΝ. μουνούχισμα 2. (μτφ.) περιορισμός, καταστολή ή στέρηση της ζωτικότητας, της πρωτοβουλίας: ιδεολογικός ~. ~ της δημοκρατίας/προσωπικότητας. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. εὐνουχισμός, γαλλ. eunuchisme, αγγλ. eunuchism]
18879ευνούχος[εὐνοῦχος] ευ-νού-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. πρόσωπο που έχει υποστεί ευνουχισμό, συνήθ. πριν την εφηβική ηλικία. Βλ. -ούχος1. ΣΥΝ. μουνούχος (1) 2. ΙΣΤ. (κυρ. στην Ανατολή) ευνουχισμένος άνδρας που ήταν υπεύθυνος κυρ. για τη φύλαξη χαρεμιών: ~ της αυλής/του παλατιού. 3. (μτφ.-μειωτ.) άβουλος άνθρωπος. [< 1: αρχ. εὐνοῦχος, γαλλ. eunuque, αγγλ. eunuch]
18880ευνοώ[εὐνοῶ] ευ-νο-ώ ρ. (μτβ.) {ευνο-είς ... | ευνό-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, μτχ. ενεστ. -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. (αρνητ. συνυποδ.) δείχνω εύνοια απέναντι σε κάποιον: Άλλοι υποψήφιοι ~ήθηκαν, ενώ άλλοι αδικήθηκαν. Πβ. μεροληπτώ, χαρίζομαι. 2. βοηθώ, διευκολύνω κάποιον, συντελώ στην επίτευξη ορισμένου στόχου: Μας ~ησε η τύχη. Δεν μας ~ησαν οι συγκυρίες/οι συνθήκες. Η ανάπτυξη της πόλης ~είται από τη γεωγραφική της θέση. Η ομάδα ~ήθηκε από την κλήρωση. Πβ. προωθώ, υποστηρίζω. ● βλ. ευνοούμενος [< αρχ. εὐνοῶ, γαλλ. favoriser]
18881ευοδώνω[εὐοδώνω] ευ-ο-δώ-νω ρ. (μτβ.) {ευόδω-σε, ευοδώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.}: οδηγώ κάτι σε αίσιο τέλος. ● Παθ.: ευοδώνεται (απαιτ. λεξιλόγ.): έχει θετική έκβαση· πετυχαίνει, αποδίδει, ευδοκιμεί: Η ιδέα/η προσπάθεια ~θηκε (= καρποφόρησε, τελεσφόρησε). Η επιθυμία/το σχέδιο δεν ~θηκε (πβ. εκπληρώνομαι, πραγματοποιούμαι). Οι διαπραγματεύσεις δεν ~θηκαν (= απέτυχαν, ναυάγησαν). Εύχομαι να ~θούν οι στόχοι σου. ΣΥΝ. βαίνει καλώς [< αρχ. εὐοδῶ, μεσν. ευοδώνω]
18882ευόδωση[εὐόδωση] ευ-ό-δω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): θετική έκβαση, επίτευξη στόχου: ~ του αγώνα/της αποστολής/του έργου/των προσδοκιών/της προσπάθειας/των σκοπών. Πβ. επιτυχία, τελεσφόρηση. [< μτγν. εὐόδωσις]
18883ευοίωνος, η, ο [εὐοίωνος] ευ-οί-ω-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προαναγγέλλει κάτι ευχάριστο, θετικό, ευνοϊκό: ~η: εξέλιξη. ~ο: σημάδι. ~ες: προβλέψεις/προοπτικές. ~α: αποτελέσματα. Το μέλλον προδιαγράφεται/φαντάζει ~ο. Πβ. αισιόδοξος, ευμενής. ΣΥΝ. αίσιος ΑΝΤ. δυσοίωνος [< γαλλ. de bon augure]
18884εύορκος, η, ο [εὔορκος] εύ-ορ-κος επίθ. (λόγ.): που τηρεί τον όρκο του: ~ος: αξιωματικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: άσκηση/εκπλήρωση καθηκόντων. Πβ. ευσυνείδητος. Βλ. επίορκος. Συνήθ. στο ● επίρρ.: ευόρκως: Υπηρέτησαν ~ την πατρίδα. [< αρχ. εὔορκος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.