| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18881 | ευοδώνω | [εὐοδώνω] ευ-ο-δώ-νω ρ. (μτβ.) {ευόδω-σε, ευοδώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.}: οδηγώ κάτι σε αίσιο τέλος. ● Παθ.: ευοδώνεται (απαιτ. λεξιλόγ.): έχει θετική έκβαση· πετυχαίνει, αποδίδει, ευδοκιμεί: Η ιδέα/η προσπάθεια ~θηκε (= καρποφόρησε, τελεσφόρησε). Η επιθυμία/το σχέδιο δεν ~θηκε (πβ. εκπληρώνομαι, πραγματοποιούμαι). Οι διαπραγματεύσεις δεν ~θηκαν (= απέτυχαν, ναυάγησαν). Εύχομαι να ~θούν οι στόχοι σου. ΣΥΝ. βαίνει καλώς [< αρχ. εὐοδῶ, μεσν. ευοδώνω] | |
| 50058 | Ευόδωση | τε-λε-σφό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πραγματοποίηση ενός σκοπού, θετική έκβαση μιας προσπάθειας· αποτελεσματικότητα: ~ των διαβουλεύσεων/των στόχων (πβ. επιτυχία, ευόδωση, πραγμάτωση).|| (ΝΟΜ.) ~ της ένστασης. [< μτγν. τελεσφόρησις] | |
| 18882 | ευόδωση | [εὐόδωση] ευ-ό-δω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): θετική έκβαση, επίτευξη στόχου: ~ του αγώνα/της αποστολής/του έργου/των προσδοκιών/της προσπάθειας/των σκοπών. Πβ. επιτυχία, τελεσφόρηση. [< μτγν. εὐόδωσις] | |
| 18883 | ευοίωνος | , η, ο [εὐοίωνος] ευ-οί-ω-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προαναγγέλλει κάτι ευχάριστο, θετικό, ευνοϊκό: ~η: εξέλιξη. ~ο: σημάδι. ~ες: προβλέψεις/προοπτικές. ~α: αποτελέσματα. Το μέλλον προδιαγράφεται/φαντάζει ~ο. Πβ. αισιόδοξος, ευμενής. ΣΥΝ. αίσιος ΑΝΤ. δυσοίωνος [< γαλλ. de bon augure] | |
| 18884 | εύορκος | , η, ο [εὔορκος] εύ-ορ-κος επίθ. (λόγ.): που τηρεί τον όρκο του: ~ος: αξιωματικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: άσκηση/εκπλήρωση καθηκόντων. Πβ. ευσυνείδητος. Βλ. επίορκος. Συνήθ. στο ● επίρρ.: ευόρκως: Υπηρέτησαν ~ την πατρίδα. [< αρχ. εὔορκος] | |
| 18885 | ευοσμία | [εὐοσμία] ευ-ο-σμί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ευχάριστη οσμή: ~ του στόματος/του χώρου. Πβ. ευωδιά. ΑΝΤ. δυσοσμία (1), κακοσμία [< αρχ. εὐοσμία] | |
| 18886 | εύοσμος | , η, ο [εὔοσμος] εύ-ο-σμος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει ωραία μυρωδιά: ~α: άνθη. Πβ. ευώδης, μυρωδάτος. ΑΝΤ. δύσοσμος (1) [< αρχ. εὔοσμος] | |
| 18887 | ΕΥΠ | (η): Eθνική Yπηρεσία Πληροφοριών (παλαιότ. ΚΥΠ). | |
| 18888 | ευπάθεια | [εὐπάθεια] ευ-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του ευπαθούς: ~ στον αλκοολισμό. || κοινωνική ~ ή τρωτότητα (: αδυναμία μιας κοινωνίας ή μιας κοινωνικής ομάδας να αντιμετωπίσει κρίσιμα ζητήματα, όπως η ανεργία, η φτώχεια, οι φυσικές καταστροφές).Βλ. -πάθεια. ΣΥΝ. ευαισθησία (2) 2. ΠΛΗΡΟΦ. αδυναμία, τρωτό σημείο σε σύστημα ασφαλείας, που το καθιστά ευάλωτο και μπορεί να προκαλέσει ζημιές, απώλειες: κρίσιμη ~. ~ εκτέλεσης εντολής/του υπολογιστή. Πβ. τρωτότητα. [< 1: μτγν. εὐπάθεια, γαλλ. vulnérabilité 2: αγγλ. vulnerability] | |
| 18889 | ευπαθής | , ής, ές [εὐπαθής] ευ-πα-θής επίθ. {ευπαθέστ-ερος, -ατος} 1. που είναι επιρρεπής σε ασθένειες: ~ής: οργανισμός (= ευαίσθητος). ~ές: είδος. ~είς: ηλικίες. ~ή: φυτά. ~ στον ιό της γρίπης/σε λοιμώξεις/στις μολύνσεις. Πβ. ευάλωτος, ευπρόσβλητος, φιλάσθενος. Βλ. -παθής. 2. (μτφ.) που αλλοιώνεται, φθείρεται εύκολα, ευαίσθητος: ~ές: οικοσύστημα. ~ή: προϊόντα/τρόφιμα (π.χ. κρέας, λαχανικά, φρούτα).|| Ο Η/Υ είναι ~ σε απότομες μεταβολές της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος. ● επίρρ.: ευπαθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες βλ. ευαίσθητος [< μτγν. εὐπαθής ‘που επηρεάζεται εύκολα, καλότυχος’, γαλλ. vulnérable] | |
| 18890 | ευπαρουσίαστος | , η, ο [εὐπαρουσίαστος] ευ-πα-ρου-σί-α-στος επίθ. (επίσ.): που έχει ευχάριστο παρουσιαστικό, ωραία εμφάνιση: Κοπέλα ~η και γοητευτική/ελκυστική. Πβ. περιποιημένος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βιογραφικό/τετράδιο (πβ. επιμελημένο, προσεγμένο). Φαγητό νόστιμο και ~ο. Πβ. ευπρεπής, ευπρόσωπος, παρουσιάσιμος. ΣΥΝ. εμφανίσιμος | |
| 18891 | ευπατρίδης | [εὐπατρίδης] ευ-πα-τρί-δης ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που διακρίνεται για το ήθος, την καλλιέργεια, το κύρος και τη δράση του σε έναν χώρο: ~ της δημοσιογραφίας/του πνεύματος/της τέχνης. Ένας μεγάλος ~ του θεάτρου μας.|| (ως επίθ.) Ένας ~ πολιτικός. 2. ΙΣΤ. πολίτης που ανήκε στην ανώτατη κοινωνική και πολιτική τάξη στην αρχαία Αθήνα· κατ' επέκτ. αριστοκράτης, ευγενής, γαλαζοαίματος. Βλ. πατρίκιος. [< 1: γαλλ. gentilhomme 2: αρχ. εὐπατρίδης] | |
| 18892 | ευπείθεια | [εὐπείθεια] ευ-πεί-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμμόρφωση με κανόνα ή διαταγή: ~ στους ανωτέρους/νόμους. Πβ. πειθαρχία, υπακοή, υποταγή. ΑΝΤ. απείθεια [< μτγν. εὐπείθεια] | |
| 18893 | ευπειθής | , ής, ές [εὐπειθής] ευ-πει-θής επίθ. {ευπειθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευπειθέστ-ερος, -ατος} (σπάν.-λόγ.): που πειθαρχεί, υπακούει: ~ής: πολίτης. Πβ. πειθαρχημένος, πειθαρχικός, πειθήνιος. ΑΝΤ. απειθής ● επίρρ.: ευπειθώς [-ῶς]: με υπακοή: (ΣΤΡΑΤ., στην αναφορά:) ~ αναφέρω ότι... [< αρχ. εὐπειθής] | |
| 18894 | εύπεπτος | , η, ο [εὔπεπτος] εύ-πε-πτος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ευκολοχώνευτος 1. που μπορεί να χωνευτεί εύκολα: ~η: τροφή. ΑΝΤ. αχώνευτος (2), δυσκολοχώνευτος (1), δύσπεπτος (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) που γίνεται κατανοητός χωρίς μεγάλη προσπάθεια και συνήθ. είναι χαμηλής ποιότητας: ~η: ταινία (= ελαφριά). ~ο: ανάγνωσμα. Πβ. καταναλώσιμος. Βλ. μασημένη τροφή. [< 1: αρχ. εὔπεπτος, γαλλ. eupeptique, 1908] | |
| 18895 | ευπιστία | [εὐπιστία] ευ-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύπιστου: άκριτη ~. ~ και αθωότητα/απλοϊκότητα/αφέλεια. Η φυσική ~ των παιδιών. ΣΥΝ. ευκολοπιστία ΑΝΤ. δυσπιστία [< μτγν. εὐπιστία] | |
| 18896 | εύπιστος | , η, ο [εὔπιστος] εύ-πι-στος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να πιστέψει ή να εμπιστευτεί εύκολα κάποιον ή κάτι: ~ο: κοινό. Άτομο ~ο και ανυποψίαστο. Πβ. αγαθιάρης, απονήρευτος, αφελής. ΣΥΝ. ευκολόπιστος ΑΝΤ. δύσπιστος ● επίρρ.: εύπιστα [< αρχ. εὔπιστος] | |
| 18897 | εύπλαστος | , η, ο [εὔπλαστος] εύ-πλα-στος επίθ. (λόγ.) 1. (για υλικό) που πλάθεται εύκολα: ~oς: πηλός. ~η: ζύμη/μάζα. ~ο: μείγμα. Πβ. μαλακός. 2. (μτφ.) που μπορεί να διαμορφωθεί, να επηρεαστεί, να διαπαιδαγωγηθεί με ευκολία: ~ος: χαρακτήρας. ~η: ψυχή. Η ~η ηλικία της εφηβείας. O εγκέφαλος του παιδιού είναι ~. [< αρχ. εὔπλαστος] | |
| 18898 | ευποιία | [εὐποιία] ευ-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αγαθοεργία, φιλανθρωπία, ευεργεσία: κοινωνική ~. Έργα ~ας. Μετάλλιο τιμής και ~ας. Βλ. -ποιία. [< μτγν. εὐποιΐα] | |
| 18900 | εύπορος | , η, ο [εὔπορος] εύ-πο-ρος επίθ.: που έχει πάρα πολλούς οικονομικούς πόρους, πλούσιος: ~α: (κοινωνικά) στρώματα. Ανεπτυγμένες και ~ες χώρες. Γόνοι ~ων οικογενειών. ΣΥΝ. ευκατάστατος ΑΝΤ. άπορος [< αρχ. εὔπορος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ