| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 974 | αερόβιος | , α, ο [ἀερόβιος] α-ε-ρό-βι-ος επίθ.: ΒΙΟΛ. που χρειάζεται οξυγόνο, για να επιβιώσει, να λειτουργήσει ή να συντελεστεί: ~ος: μεταβολισμός/οργανισμός. ~α: αναπνοή/ζύµωση. ~ο: ένζυμο. ~οι: μικροοργανισμοί. ~α: φυτά.|| (ΑΘΛ.) ~α: προπόνηση (= αεροβική). Βλ. -βιος. ΑΝΤ. αναερόβιος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αερόβια ικανότητα βλ. ικανότητα [< μτγν. ἀερόβιος 'που ζει στον αέρα', γαλλ. aérobie, αγγλ. aerobe] | |
| 975 | αεροβίωση | [ἀεροβίωση] α-ε-ρο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. (επίσ.) αεροβική, αερόμπικ. 2. ΒΙΟΛ. διαβίωση σε οξυγονούχο περιβάλλον. 3. ΒΙΟΛ. εργαστηριακή μετάλλαξη αναερόβιων οργανισμών σε αερόβιους. [< 2,3: αγγλ. aerobiosis, γαλλ. aérobiose, 1920] | |
| 976 | αεροβόλος | , ο [ἀεροβόλος] α-ε-ρο-βό-λος επίθ.: που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ο: πιστόλι/τουφέκι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αεροβόλο όπλο & αεροβόλο (το): που εκτοξεύει βλήματα με προωστικό μέσο τον πεπιεσμένο αέρα: ημιαυτόματο ~. Αθλητικά ~α. Αγωνιστικά ~α για σκοποβολή. Βέργες ~ων. Βλ. πυροβόλο όπλο. [< αγγλ. airgun] | |
| 977 | αερογέλη | [ἀερογέλη] α-ε-ρο-γέ-λη ουσ. (θηλ.) & αεροτζέλ: ΧΗΜ. εξαιρετικά ελαφρύ και πορώδες στερεό υλικό, το οποίο αποτελείται κατά 99% από αέριο: πυριτική ~. [< αγγλ. aerogel, 1931] | |
| 978 | αερογενής | , ής, ές [ἀερογενής] α-ε-ρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλείται μέσω του αέρα: ~ής: μόλυνση. ~ής μετάδοση ιού/λοιμογόνου παράγοντα. Βλ. -γενής. ● επίρρ.: αερογενώς [-ῶς] (λόγ.): ~ μεταδιδόμενα νοσήματα. | |
| 979 | αερογέφυρα | [ἀερογέφυρα] α-ε-ρο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. παροχή βοήθειας με ιπτάμενα μέσα σε περιοχές που έχουν πληγεί και δεν μπορεί να τις προσεγγίσει κανείς με άλλο τρόπο: ανθρωπιστική ~ μετά τις πλημμύρες/στους σεισμοπαθείς.|| ~ ζωής για τη μεταφορά ζωτικών οργάνων. 2. (καταχρ.) γέφυρα σύνδεσης δύο σημείων του οδικού ή σιδηροδρομικού δικτύου. Πβ. ανισόπεδος κόμβος. [< 1: γαλλ. pont aérien, αγγλ. airlift, 1945] | |
| 980 | αερογραμμή | [ἀερογραμμή] α-ε-ρο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.): εταιρεία ή σύνολο εταιρειών που διαχειρίζονται αεροπορικές μεταφορές: ~ές εξωτερικού/εσωτερικού. Διεθνείς/τοπικές ~ές. ΣΥΝ. αεροπορική γραμμή [< αγγλ. airline, 1910, γαλλ. ligne aérienne] | |
| 981 | αερογραφία | [ἀερογραφία] α-ε-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής με αερογράφο και συνεκδ. το αντίστοιχο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. aérographie] | |
| 982 | αερογράφος | [ἀερογράφος] α-ε-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό εργαλείο για ομοιόμορφο ψεκασμό επιφανειών με χρώμα ή μελάνι: ~ για ζωγραφική/μοντελισμό/υφάσματα. Βλ. -γράφος, πιστολέτο, σπρέι. [< αγγλ. aerograph, γαλλ. aérographe, 1923] | |
| 983 | αεροδιάδρομος | [ἀεροδιάδρομος] α-ε-ρο-δι-ά-δρο-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΕΡΟΝ. εναέριος διάδρομος καθορισμένος από διεθνείς συμβάσεις για την ελεγχόμενη και ασφαλή πτήση αεροσκαφών: διεθνείς/στρατιωτικοί ~οι. Βλ. FIR. 2. (καταχρ.) διάδρομος προσγείωσης, απογείωσης αεροπλάνων. [< αγγλ. air corridor, 1922] | |
| 984 | αεροδιακομιδή | [ἀεροδιακομιδή] α-ε-ρο-δι-α-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μεταφορά ασθενούς ή τραυματία σε νοσοκομείο με εναέρια μέσα: Τμήμα ~ών του ΕΚΑΒ. | |
| 985 | αεροδιαπερατός | , ή, ό [ἀεροδιαπερατός] α-ε-ρο-δι-α-πε-ρα-τός επίθ. (επιστ.): (για αντικείμενο) που το διαπερνά ο αέρας: ~ός: επίδεσμος. ~ή: χειρουργική ταινία. ~οί: φακοί επαφής. ~ές: μάσκες προστασίας. [< αγγλ. air permeable] | |
| 986 | αεροδιαπερατότητα | [ἀεροδιαπερατότητα] α-ε-ρο-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & αεροπερατότητα (επιστ.): η ιδιότητα του αεροδιαπερατού: ~ του εδάφους/του επιθέματος/των κεραμικών. Βλ. αεροστεγανότητα. [< αγγλ. air permeability] | |
| 987 | αεροδιάστημα | [ἀεροδιάστημα] α-ε-ρο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.): το Διάστημα, ιδ. αναφορικά με την αεροναυτική και την αστροναυτική. [< αγγλ. aerospace, 1958] | |
| 988 | αεροδιαστημικός | , ή, ό [ἀεροδιαστημικός] α-ε-ρο-δι-α-στη-μι-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. -ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. που σχετίζεται με την αεροναυτική και αστροναυτική επιστήμη και τεχνολογία: ~ός: μηχανικός/όμιλος/σχεδιασμός. ~ή: βιομηχανία/έρευνα/μηχανική. ~ό: κέντρο (πβ. κοσμοδρόμιο)/σκάφος. ~ά: ταξίδια. ● Ουσ.: αεροδιαστημική (η): η επιστήμη που μελετά το αεροδιάστημα: αμυντική/πολιτική ~. Βλ. αεροναυτική. [< αγγλ. aerospace, 1961] ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική/(αερο)διαστημική ιατρική βλ. ιατρική [< αγγλ. aerospace, 1958, γαλλ. aérospatial, 1960] | |
| 989 | αεροδιαφήμιση | [ἀεροδιαφήμιση] α-ε-ρο-δι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.): διαφήμιση προϊόντος ή υπηρεσίας σε πανό που σύρεται από αεροπλάνο ή ελικόπτερο. Πβ. αεροπορική διαφήμιση. | |
| 990 | αεροδικείο | [ἀεροδικεῖο] α-ε-ρο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. ποινικό δικαστήριο της Πολεμικής Αεροπορίας και συνεκδ. το κτίριο στέγασής του: διαρκές αναθεωρητικό/πενταμελές ~. Βλ. ναυτο-, στρατο-δικείο.Ο | |
| 991 | αεροδίνη | [ἀεροδίνη] α-ε-ρο-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. ανεμοστρόβιλος. Βλ. κυκλώνας. [< αγγλ. air vortex] | |
| 992 | αεροδρομιακός | , ή, ό [ἀεροδρομιακός] α-ε-ρο-δρο-μι-α-κός επίθ. & αεροδρομικός (λόγ.): που αναφέρεται ή ανήκει σε αεροδρόμιο: ~ές: δραστηριότητες. | |
| 993 | αεροδρόμιο | [ἀεροδρόμιο] α-ε-ρο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {αεροδρομ-ίου}: επίπεδη έκταση, με τις σχετικές εγκαταστάσεις, κατάλληλη για την απογείωση, προσγείωση, στάθμευση και συντήρηση αεροσκαφών: διεθνές/εμπορικό/πλωτό/πολεμικό/πολιτικό/στρατιωτικό ~. Πύργος ελέγχου/ραντάρ/τερματικός σταθμός/υπηρεσίες ~ίου. Φόροι ~ίων. Αφίξεις και αναχωρήσεις από το ~. Με πήγε στο/με πήρε από το ~. Βλ. -δρόμιο, εναέρια κυκλοφορία. ΣΥΝ. αερολιμένας || Μεταγραφές ~ίου. Βλ. μεταγραφή. [< γαλλ. aérodrome, 1903] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ