Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19780-19800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18906ευπροσάρμοστος, η, ο [εὐπροσάρμοστος] ευ-προ-σάρ-μο-στος επίθ. (λόγ.): που μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί στο περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες: ~ο: σχέδιο (πβ. ελαστικός, ευέλικτος, εύκαμπτος).|| (για πρόσ.) ~ στις περιστάσεις. ~ και βολικός τύπος. Πβ. προσαρμόσιμος, προσαρμοστικός. ΑΝΤ. δυσπροσάρμοστος
18907ευπρόσβλητος, η, ο [εὐπρόσβλητος] ευ-πρό-σβλη-τος επίθ. (λόγ.) 1. που μπορεί εύκολα να δεχτεί επίθεση και γενικότ. να επηρεαστεί: Πόλη ~η από επιδρομείς. Το πιο ~ο τμήμα του τείχους.|| (μτφ.) Εδάφη ~α στη διάβρωση. Συσκευές ~ες από την υγρασία. Πβ. ευαίσθητος, ευάλωτος, ευπαθής, τρωτός. ΑΝΤ. απρόσβλητος (1) 2. που νοσεί συχνά: οργανισμός ~ από/σε κρυολογήματα/λοιμώξεις. Φυτό ~ο στα έντομα και στους μύκητες. Πβ. ασθενικός, φιλάσθενος. [< γαλλ. attaquable]
18908ευπρόσδεκτος, η, ο [εὐπρόσδεκτος] ευ-πρόσ-δε-κτος επίθ. (λόγ.): που γίνεται δεκτός με (μεγάλη) ευχαρίστηση: ~η: είδηση/πρόταση. ~ο: δώρο/μήνυμα. Κάθε βοήθεια/κριτική/συμβουλή/συνεισφορά ~η (πβ. απαραίτητη, χρήσιμη). ~ες οι διορθώσεις/ιδέες/παρατηρήσεις σου.|| (για πρόσ.) ~ος: επισκέπτης. Αν θέλεις να έλθεις (μαζί μας), είσαι ~! Πβ. επιθυμητός. ΣΥΝ. καλοδεχούμενος ΑΝΤ. ανεπιθύμητος ● επίρρ.: ευπρόσδεκτα [< μτγν. εὐπρόσδεκτος]
18909ευπροσδιόριστος, η, ο [εὐπροσδιόριστος] ευ-προσ-δι-ό-ρι-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί εύκολα να προσδιοριστεί: ~η: αιτία. ~ες: πληροφορίες. Στόχος ορατός και ~. Βλ. απροσδιόριστος.
18910ευπροσηγορία[εὐπροσηγορία] ευ-προ-ση-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ιδιότητα του ευπροσήγορου. Πβ. καταδεκτικότητα, προσήνεια, συγκατάβαση. [< αρχ. εὐπροσηγορία ‘γλυκομίλητο ύφος’]
18911ευπροσήγορος, η, ο [εὐπροσήγορος] ευ-προ-σή-γο-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): καταδεκτικός, συγκαταβατικός και γλυκομίλητος: ~η: συμπεριφορά. ~ προς τους συναδέλφους του. Ευγενικός/καλοσυνάτος/μειλίχιος και ~. Πβ. ευπρόσιτος, προσηνής. [< αρχ. εὐπροσήγορος]
18912ευπρόσιτος, η, ο [εὐπρόσιτος] ευ-πρό-σι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (για τόπο) που έχει εύκολη πρόσβαση: ~ος: προορισμός. ~η: θέση. Δήμος ~ οδικώς από τρεις πλευρές. Περιοχή ~η από τη θάλασσα. Εμφανές και ~ο σημείο. Πβ. προσβάσιμος. ΑΝΤ. δυσπρόσιτος (1) 2. (μτφ., για πρόσ.) για πρόσωπο που μπορεί να προσεγγιστεί εύκολα λόγω χαρακτήρα. Πβ. ευπροσήγορος. ΑΝΤ. δυσπρόσιτος (2) 3. (μτφ.) για κάτι που μπορεί να το φτάσει ή να το προσπελάσει κάποιος εύκολα: Ο εξοπλισμός πυρόσβεσης πρέπει να είναι εύχρηστος και ~.|| ~ες: πληροφορίες (ΑΝΤ. απρόσιτες). Πβ. προσ-ιτός, -πελάσιμος. [< μτγν. εὐπρόσιτος ‘που έχει εύκολη πρόσβαση (για τόπο), γλυκομίλητος’, γαλλ. accessible]
18913ευπρόσωπος

, η, ο [εὐπρόσωπος] ευ-πρό-σω-πος επίθ. (λόγ.): ευπρεπής, αξιοπρεπής· που αφήνει καλές εντυπώσεις: η ~η εκπροσώπηση/παρουσία/συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς διοργανώσεις.|| (κατ' επέκτ.) Καθαρός και ~ χώρος (πβ. περιποιημένος, φροντισμένος). Πβ. ευπαρουσίαστος. Βλ. -πρόσωπος. ● επίρρ.: ευπρόσωπα & (λόγ.) ευπροσώπως [< αρχ. εὐπρόσωπος]

18914ευπώλητος, η, ο [εὐπώλητος] ευ-πώ-λη-τος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για βιβλίο) που σημειώνει τις περισσότερες στο είδος του ή γενικότ. πολύ υψηλές πωλήσεις: ~ο: μυθιστόρημα.|| (συνηθέστ. ως ουσ.) Τα ~α της χρονιάς. Λίστες των ~ων/(λογιότ.) ~ήτων. Βλ. μπεστ-σέλερ.
18915ευρασιατικός, ή, ό [εὐρασιατικός] ευ-ρα-σι-α-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην Ευρώπη και την Ασία ως ενιαίο γεωγραφικό χώρο: ~ές: στέπες.|| (ΖΩΟΛ.) ~ός: λύγκας.|| (ΓΕΩΛ.) ~ή: πλάκα. [< γερμ. eurasisch, αγγλ. eurasian, γαλλ. eurasiatique, 1930]
18916ευρεθείς, είσα, έν [εὑρεθείς] ευ-ρε-θείς επίθ. (λόγ.): που έχει βρεθεί: ~έν: αρχείο. ~έντα: στοιχεία. Η ~είσα εικόνα της Παναγίας. Σύμφωνα με ~είσα επιγραφή ... [< αρχ. εὑρεθείς, μτχ. αορ. του ρ. βρίσκομαι]
18917ευρέθηβλ. βρίσκομαι
18918εύρεση[εὕρεση] εύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βρίσκω: ~ κατοικίας/προσωπικού/συνεργατών/συντρόφου. ~ απαντήσεων/λύσεων. ~ αποσκευών/χαμένων αντικειμένων (ΑΝΤ. απώλεια, χάσιμο). ~ της εικόνας/των λειψάνων. Γραφείο ~έσεως εργασίας. Πβ. αν~. Βλ. επαν~. || ~ εμβολίου/θεραπείας. Πβ. ανακάλυψη, επινόηση. Βλ. εφ~.|| ~ οικονομικών πόρων. Πβ. εξασφάλιση, εξ~, εξοικονόμηση, (προσ)πορισμός.|| (ΜΑΘ.) ~ της ρίζας. (ΓΕΩΜ.) ~ της απόστασης (μεταξύ δύο σημείων)/του μήκους (κύκλου). Πβ. μέτρηση, υπολογισμός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εντοπισμός στοιχείων ύστερα από αναζήτηση σε σύνολο δεδομένων: αναλυτική/γρήγορη ~. ~ ανά κατηγορία. ~ αποτελεσμάτων/αρχείου/διαδρομής (βλ. πλοηγός)/λέξης. Εργαλείο/μηχανή ~ης. [< 1: αρχ. εὕρεσις 2: finding]
18919ευρεσιτεχνία[εὑρεσιτεχνία] ευ-ρε-σι-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): επινόηση νέου προϊόντος, οργάνου ή μεθόδου: ελληνική/παγκόσμια ~. Τεχνολογικές ~ες. Καινοτομίες και ~ες. Κατοχύρωση ~ών. Βλ. -τεχνία. ● ΣΥΜΠΛ.: δίπλωμα ευρεσιτεχνίας: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. επίσημoς τίτλος που δηλώνει ότι έχει παραχωρηθεί στον εφευρέτη το αποκλειστικό προνόμιο της εκμετάλλευσης του νέου του προϊόντος για ορισμένο χρονικό διάστημα (είκοσι χρόνια) από την υποβολή της αίτησης: ευρωπαϊκό (/κοινοτικό) ~ ~. Πβ. πατέντα. [< γαλλ. brevet d'invention]
18920ευρετηριάζω[εὑρετηριάζω] ευ-ρε-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ευρετηρία-σε, ευρετηριά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (επιστ.): καταχωρώ και ταξινομώ στοιχεία σε ευρετήριο: Βάση δεδομένων που ~ει διδακτορικές διατριβές/τίτλους περιοδικών. ~σμένα: άρθρα. Βλ. αποδελτιώνω, αρχειοθετώ, καταλογογραφώ. [< αγγλ. index]
18921ευρετηρίαση[εὑρετηρίαση] ευ-ρε-τη-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ευρετηριασμός (ο) (επιστ.): σύνταξη ευρετηρίου: αλφαβητική/θεματική ~. ~ αρχείων/βιβλίων. Βλ. αποδελτίωση, αρχειοθέτηση, καταλογογράφηση, ταξινόμηση. [< αγγλ. indexing]
18922ευρετήριο[εὑρετήριο] ευ-ρε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. κατάλογος στοιχείων που έχει συνταχθεί συνήθ. με αλφαβητική σειρά, για να διευκολύνεται η ανεύρεσή τους· ειδικότ. πίνακας που τοποθετείται στο τέλος συγγράμματος, περιλαμβάνει κυρ. επιστημονικούς όρους και κύρια ονόματα, και συνοδεύεται από καταγραφή του αριθμού της σελίδας όπου έχει αναφερθεί καθεμιά λέξη ή φράση: θεματικό ~. ~ άρθρων/εστιατορίων/οδών/προϊόντων/υπηρεσιών.|| ~ προσώπων. Πβ. ίντεξ. 2. (ειδικότ.) σημειωματάριο: τηλεφωνικό ~. ~α διευθύνσεων. Βλ. ατζέντα, -τήριο. [< γαλλ. répertoire, index]
18923ευρετής & ευρέτης[εὑρετής] ευ-ρε-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. πρόσωπο που βρήκε κάτι χαμένο: ~ κλοπιμαίων. 2. επινοητής, εφευρέτης: ο ~ της διαλεκτικής/ιατρικής. [< 2: αρχ. εὑρετής]
18924ευρετικός, ή, ό [εὑρετικός] ευ-ρε-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται, χρησιμεύει ή συμβάλλει στην εύρεση κυρ. επιστημονικών στοιχείων: (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: μάθηση (= ανακαλυπτική).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αλγόριθμος. ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/μέθοδος (: για την ανίχνευση ιών σε υπολογιστή). Πβ. ευριστικός. [< αρχ. εὑρετικός ‘δημιουργικός, επινοητικός’, γερμ. heuristisch, γαλλ. heuristique, αγγλ. heuristic]
18925εύρετρα[εὕρετρα] εύ-ρε-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) {ευρέτρων}: αμοιβή που δίνεται για την εύρεση και παράδοση χαμένου αντικειμένου ή κατοικιδίου: νόμιμα ~. Διεκδικούσε/καταβλήθηκαν/προσφέρει ~. [< μτγν. εὕρετρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.