| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18926 | εύρηκα | [εὕρηκα] εύ-ρη-κα επιφών. (αρχαιοπρ.-προφ.): (για να εκφραστεί ενθουσιασμός αμέσως μετά την εύρεση της λύσης ενός πολύπλοκου προβλήματος, ζητήματος) το βρήκα. [< αρχ. εὕρηκα, παρακ. του ρ. εὑρίσκω, γαλλ. eurêka, αγγλ. Eureka] | |
| 18927 | εύρημα | [εὕρημα] εύ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {ευρήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε ανακαλύπτει κάποιος με έρευνα, ιδ. με αρχαιολογική ανασκαφή ή ιατρική εξέταση: μακάβριο/σπάνιο ~. Τα ~ατα των δημοσκοπήσεων/μιας μελέτης.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Παλαιοντολογικά/προϊστορικά ~ατα. Κινητά ~ατα (βλ. τέχνεργο).|| (ΙΑΤΡ.) Αιματολογικό/ακτινολογικό/καλόηθες ~. Διαγνωστικά/κλινικά/παθολογικά ~ατα. 2. πρωτότυπη σκέψη, ιδέα: διαφημιστικό/ευφυές/σεναριακό/σκηνοθετικό ~. Σκηνικά ~ατα. Πβ. επινόηση. 3. (σπανιότ.-μτφ.) κάτι που βρίσκεται ή εμφανίζεται τυχαία, ανέλπιστα. Πβ. ευκαιρία, κελεπούρι, λαχείο. [< 1: αρχ. εὕρημα, γερμ. Befund, αγγλ. findings 2,3: αρχ. ~] | |
| 18928 | ευρηματικός | , ή, ό [εὑρηματικός] ευ-ρη-μα-τι-κός επίθ.: που μπορεί να επινοεί κάτι νέο, έξυπνο· που είναι αποτέλεσμα πρωτότυπης επινόησης: ~ός: καλλιτέχνης. ~ή: εικονοποιία/φαντασία. ~ό: πνεύμα (πβ. δημιουργικό).|| ~ός: συνδυασμός/τίτλος (πβ. ευφάνταστος). ~ή: γραφή/ενορχήστρωση/λύση/σκηνοθεσία. ~ό: χιούμορ. ~οί: διάλογοι (σε ταινία). ~ές: ιδέες/χορογραφίες. ~ά: σκηνικά/συνθήματα. Πβ. επινοητικός, εφευρετικός, πολυμήχανος. ● επίρρ.: ευρηματικά [< γαλλ. inventif] | |
| 18929 | ευρηματικότητα | [εὑρηματικότητα] ευ-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευρηματικού: η ~ της πλοκής/της σκέψης. ~ και δεξιοτεχνία/εξυπνάδα/καινοτομία/πρωτοτυπία. Παιδιά με ~, φαντασία και κριτική σκέψη. Πβ. επινοητικ-, εφευρετικ-ότητα. [< γαλλ. inventivité, 1917] | |
| 18930 | ευρισκόμενος | , η, ο [εὑρισκόμενος] ευ-ρι-σκό-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται κάπου (σε ορισμένο τόπο, θέση ή κατάσταση): επιγραφή ~η στην είσοδο του ναού.|| ~ σε ευθυμία. Τον σκότωσε ~ σε άμυνα. Κτίριο ~ο σε αχρησία.|| (ως ουσ.) Οι ~οι σε κατάσταση χηρείας. ● ΦΡ.: Άπαντα τα ευρισκόμενα (αρχαιοπρ., συνήθ. ως επίσ. τίτλος βιβλίου): οτιδήποτε σώζεται από την πνευματική παραγωγή, κυρ. ενός λογοτέχνη. [< αρχ. εὑρισκόμενος] | |
| 18931 | ευρίσκω | βλ. βρίσκω | |
| 18932 | ευριστικός | , ή, ό [εὑριστικός] ευ-ρι-στι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που βρίσκει μία λύση μεταξύ όλων των πιθανών σε κάθε στάδιο ενός προγράμματος: ~ός: αλγόριθμος/µηχανισµός. ~ή: συνάρτηση. Πβ. ευρετικός. [< αγγλ. heuristic, 1960, γαλλ. heuristique] | |
| 18933 | εύρος | [εὖρος] εύ-ρος ουσ. (ουδ.) {εύρ-ους} (λόγ.) 1. πλάτος: το ~ του ποταμού. Το ~ του οπτικού πεδίου. Πβ. φάρδος. 2. (μτφ.) φάσμα ή έκταση: γνωστικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/χρονικό ~. Το ~ των αρμοδιοτήτων/των ενδιαφερόντων/των επιλογών/του όρου/του προβλήματος/του σκανδάλου. Πβ. ευρύτητα. 3. απόσταση μεταξύ δύο ακραίων τιμών ενός μεγέθους: ~ φάσματος. Το ετήσιο ~ της θερμοκρασίας.|| (ΦΥΣ.) Το ~ της ταλάντωσης μεγαλώνει/μειώνεται. ● ΣΥΜΠΛ.: εύρος ζώνης: ΤΗΛΕΠ. ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων ή πληροφοριών στο πλαίσιο τηλεπικοινωνιακού δικτύου: υψηλό/χαμηλό ~ ~. Το ~ ~ της σύνδεσης με το διαδίκτυο. [< αγγλ. bandwidth, 1930] , εύρος τιμής βλ. τιμή [< 1,2: αρχ. εὖρος 3: γαλλ. amplitude] | |
| 18934 | ευρυ- & ευρύ- | : α' συνθετικό επιθέτων με τη σημασία του μεγάλου ή πλατιού: ευρυ-γώνιος/~ζωνικός. Ευρύ-χωρος.|| Eυρυ-μαθής (πβ. πολυ-). | |
| 18935 | ευρυαγγεία | [εὐρυαγγεία] ευ-ρυ-αγ-γεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βλάβη που προκαλείται από χρόνια διαστολή επιφανειακών μικρών αιμοφόρων αγγείων, κυρ. στο πρόσωπο και τους μηρούς, και εκδηλώνεται με βαθυκόκκινες κηλίδες στο δέρμα: ~ες κάτω άκρων. Πβ. τελαγγειεκτασία. Βλ. αιμαγγείωμα, κιρσός, πανάδες, φλεβίτιδα. [< γαλλ. dilatation des vaisseaux] | |
| 18936 | ευρυγώνιος | , α, ο [εὐρυγώνιος] ευ-ρυ-γώ-νι-ος επίθ.: ΦΩΤΟΓΡ. (συνήθ. για φακό) που καλύπτει μεγάλο εύρος πεδίου, λήψης: ~α: κάμερα/οθόνη/προβολή. Βλ. -γώνιος. [< γερμ. weitwinkel, γαλλ. grand-angulaire] | |
| 18937 | ευρυζωνικός | , ή, ό [εὐρυζωνικός] ευ-ρυ-ζω-νι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την ευρυζωνικότητα: ~ός: δρομολογητής. ~ή: κάλυψη/πρόσβαση/σύνδεση/τεχνολογία. ~ές: εφαρμογές/ταχύτητες/υποδομές. ~ά δίκτυα και υπηρεσίες. [< αμερικ. broadband, 1956] | |
| 18938 | ευρυζωνικότητα | [εὐρυζωνικότητα] ευ-ρυ-ζω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) : ΠΛΗΡΟΦ. ευρεία ζώνη ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων· συνεκδ. συσκευές και δίαυλοι επικοινωνίας που λειτουργούν σε αυτή την περιοχή· συνήθ. γενικότ. καινοτόμο περιβάλλον που προσφέρει γρήγορη και διαρκή σύνδεση στο διαδίκτυο σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού: ασύρματη/κινητή ~. Διείσδυση, διάδοση της ~ας. Συμμετοχή στην ~ και την Κοινωνία της Πληροφορίας. Βλ. έι ντι ες ελ, -ότητα. [< αμερικ. broadband, 1956] | |
| 18939 | ευρυθμία | [εὐρυθμία] ευ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του εύρυθμου: κοινωνική ~ και ευνομία. ~ στην αγορά/στην πόλη. Η ~ του πολιτεύματος/της φύσης (πβ. αρμονία). Ευκοσμία/ευταξία και ~. Πβ. ισορροπία, κανονικ-, ομαλ-ότητα. ΑΝΤ. αρρυθμία. [< αρχ. ευρυθμία, γαλλ. eurythmie, αγγλ. eurythmy] | |
| 18940 | εύρυθμος | , η, ο [εὔρυθμος] εύ-ρυθ-μος επίθ. (λόγ.): που έχει κανονικό, φυσιολογικό ρυθμό: ~η: ανάπτυξη/διαχείριση/κυκλοφορία/συνεργασία. Η ~η διεξαγωγή της δίκης/των εκλογών/εξετάσεων. Η ~η λειτουργία του κράτους/οργανισμού/συστήματος. Πβ. αρμονικός, ομαλός. Βλ. έκρυθμος. ΑΝΤ. άρρυθμος ● επίρρ.: εύρυθμα [< αρχ. εὔρυθμος] | |
| 18941 | ευρυμάθεια | [εὐρυμάθεια] ευ-ρυ-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευρυμαθούς: Διαθέτει/έχει ασυνήθιστη/μεγάλη ~. Πβ. πολυμάθεια. Βλ. -μάθεια. | |
| 18942 | ευρυμαθής | , ής, ές [εὐρυμαθής] ευ-ρυ-μα-θής επίθ./ουσ. {ευρυμαθέστατος} (λόγ.): που έχει ευρεία γνώση σε πολλά πεδία, πολύ μορφωμένος: ~ής: λόγιος. Πβ. πολυμαθής. Βλ. -μαθής. | |
| 18943 | ευρύνω | [εὐρύνω] ευ-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {εύρυ-νε, ευρύ-νθηκε, -νθεί, -μένος, ευρύν-οντας} (κυρ. μτφ.): κάνω κάτι πιο ευρύ: ~ει τους ορίζοντές του. Η εταιρεία έχει ~ει την γκάμα των προϊόντων της/τις δραστηριότητές της. Πβ. δι~, επεκτείνω. ΑΝΤ. περιορίζω (1) [< αρχ. εὐρύνω] | |
| 18944 | ευρύς | , εία, ύ [εὐρύς] ευ-ρύς επίθ. {ευρ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων, (θηλ. -ειών) | ευρύτ-ερος, -ατος} 1. (κυριολ.) που διαθέτει μεγάλο εύρος· που καλύπτει μεγάλη (γεωγραφική) έκταση: ~ύς: θώρακας. ~ύ: μέτωπο/στήθος. ~είς: ώμοι. Πβ. πλατύς, φαρδύς.|| ~εία: παράκαμψη πόλης (ενν. δρόμος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~εία: οθόνη. Δίκτυο ~είας ζώνης (: μεγάλου εύρους συχνοτήτων, πβ. ευρυζωνικός)/περιοχής. ΑΝΤ. στενός (1) 2. (μτφ.) που αναφέρεται ή εκτείνεται σε μεγάλο αριθμό προσώπων, αντικειμένων και στοιχείων τα οποία παρουσιάζουν συνήθ. ποικιλομορφία: ~ύς: ανασχηματισμός/ορίζοντας/όρος. ~εία: απήχηση/γκάμα/συναίνεση/σύσκεψη. ~είς: προσανατολισμοί/στόχοι. ~ κύκλος αναγνωστών/γνωριμιών/δραστηριοτήτων. ~ύ: φάσμα (ερμηνειών/προϊόντων). Περιοδικά ~είας κυκλοφορίας. Πρόσωπο κύρους και ~είας αποδοχής. Έργο ~είας αναγνώρισης. Αντιβιοτικά ~έος φάσματος. Ο ~ερος δημόσιος τομέας. Κρίση με ~ερες διαστάσεις. Σώμα με ~ατες αρμοδιότητες. Πβ. γενικότερος, διευρυ-, εκτετα-μένος. 3. (μτφ.) που δεν περιορίζεται από στερεότυπα, δογματισμούς, μονομέρεια: μετάβαση από τον τοπικισμό σε ~ερες αντιλήψεις. Έχει πνεύμα οικουμενικό, ~ύ. 4. ΑΘΛ. που επιτυγχάνεται με μεγάλη διαφορά μεταξύ των αντιπάλων: ~εία: νίκη. ~ύ: σκορ. ● επίρρ.: ευρέως (επίσ.): άποψη ~ διαδεδομένη. Είναι ~ γνωστό ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: Δίκτυα Ευρείας Περιοχής βλ. δίκτυο, ευρύ κοινό βλ. κοινό, προϊόντα ευρείας κατανάλωσης βλ. προϊόν ● ΦΡ.: με την ευρεία έννοια & με τη γενική/την ευρύτερη έννοια & (λόγ.) υπό (την) ευρεία έννοια/εν ευρεία εννοία: με γενική θεώρηση των πραγμάτων: δάσκαλος ~ ~ του όρου. ΑΝΤ. με τη(ν) αυστηρή/στενή/στενότερη έννοια, μεγάλης/ευρείας κλίμακας βλ. κλίμακα [< 1: αρχ. εὐρύς 2, 3: γερμ. weit, αγγλ. broad] | |
| 18945 | ευρύτητα | [εὐρύτητα] ευ-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευρέος: η ~ του χώρου (= ευρυχωρία).|| (μτφ.) Η ~ της θεματολογίας/του όρου. ~ γνώσεων/ενδιαφερόντων/προβληματισμού. Πολίτες με ~ αντιλήψεων/οριζόντων/πνεύματος/σκέψης. Πβ. εύρος. ΑΝΤ. στενότητα. Βλ. -ύτητα. ΣΥΝ. πλατύτητα [< αρχ. εὐρύτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ