Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19820-19840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18946ευρυχωρία[εὐρυχωρία] ευ-ρυ-χω-ρί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευρύχωρου: η ~ των δωματίων.|| (σε αυτοκίνητο) Η ~ του εσωτερικού/της καμπίνας. Τα καθίσματα σύρονται πίσω δημιουργώντας ~. Πβ. άνεση, άπλα, απλωσιά. ΣΥΝ. απλοχωριά ΑΝΤ. στενότητα (1) [< αρχ. εὐρυχωρία]
18947ευρύχωρος, η, ο [εὐρύχωρος] ευ-ρύ-χω-ρος επίθ.: που διαθέτει αρκετό χώρο: ~η: αίθουσα/βεράντα/κουζίνα/ντουλάπα/τσάντα. ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο/καθιστικό. (καταχρ.) ~οι: χώροι. Πβ. άνετος, απλόχωρος. ΑΝΤ. στενόχωρος (1) ● επίρρ.: ευρύχωρα [< αρχ. εὐρύχωρος]
18948ευρώ[εὐρώ] ευ-ρώ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. (λαϊκό) πληθ. -ά}: ΟΙΚΟΝ. το κοινό νόμισμα της ευρωζώνης (σύμβ. €): κέρματα/χαρτονομίσματα ~ (= ευρωκέρματα, ευρωχαρτονομίσματα). Ένα ~ υποδιαιρείται σε εκατό λεπτά (βλ. ευρωλεπτό). Πβ. ευρωνόμισμα, ευρώπουλο. Βλ. δεκά-, δί-, εικοσά-, πεντά-ευρο, εκιού, ECU. ΣΥΝ. γιούρο2 ● Υποκ.: ευρουλάκι/ευρουδάκι/ευρούλι (το) (συνήθ. στον πληθ.} ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη του ευρώ: ευρωζώνη., ομάδα του ευρώ: η ομάδα των υπουργών οικονομίας και οικονομικών της ευρωζώνης. Βλ. ΟΝΕ. ΣΥΝ. γιούρογκρουπ, ευρωγκρούπ, ευρωομάδα [< αγγλ. eurogroup, 1997] [< γαλλ. euro, 1995, αγγλ. ~, 1981, γερμ. Euro]
18949ευρω-& (σπάν.) ευρ- πρόθημα λέξεων που αναφέρονται 1. στην Ευρώπη ως γεωγραφική οντότητα: ευρω-αμερικανικός/~ατλαντικός/~μεσογειακός. Ευρ-ασιατικός.|| (γενικότ.) Ευρω-αριστερά/~δεξιά.|| (με αναφορά στη δυτική Ευρώπη:) Ευρω-κομμουνισμός.|| Ευρω-κεντρισμός/~λαγνεία.|| Ευρω-λιγούρης. 2. στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ευρω-αγορά/~βαρόμετρο/~διαβατήριο/~δικαστήριο/~εκλογές/~κοινοβούλιο/~στρατός/~σύνταγμα/~τράπεζα/~ψηφοδέλτιο.|| Ευρω-σκεπτικισμός/~φοβία. 3. ΟΙΚΟΝ. στην ευρωπαϊκή χρηματαγορά ή το ευρώ: ευρω-ζώνη/~νόμισμα/~ομόλογο/~σύστημα. ● βλ. γιουρο- & γιούρο-
18950ευρωαγορά[εὐρωαγορά] ευ-ρω-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΝ. 1. η
18952ευρωαμερικανικός, ή, ό [εὐρωαμερικανικός] ευ-ρω-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής: ~ός: διάλογος. ~ή: συμφωνία/συνεργασία. ~ό: συμβούλιο. Πβ. δι-, ευρω-ατλαντικός. [< αγγλ. Euro-American, 1928]
18953ευρωαριστερά[εὐρωαριστερά] ευ-ρω-α-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΠΟΛΙΤ. τα αριστερά ευρωπαϊκά κόμματα: ευρωβουλευτές της ~άς. ΑΝΤ. ευρωδεξιά
18954ευρωαστυνομία[εὐρωαστυνομία] ευ-ρω-α-στυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ευρωπόλ.
18955ευρωατλαντικός, ή, ό [εὐρωατλαντικός] ευ-ρω-ατ-λα-ντι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Β. Αμερικής: ~ή: ασφάλεια/κοινότητα/συνεργασία. ~ό: συμβούλιο. Χώρα με ~ή πορεία/προοπτική. Πβ. διατλαντ-, ευρωαμερικαν-ικός. Βλ. βορειοατλαντικός, ευρωμεσογειακός. [< αγγλ. Euro-Atlantic]
18956ευρωατλαντισμός[εὐρωατλαντισμός] ευ-ρω-ατ-λα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. θέση που, ενώ θεωρεί σημαντική τη συνεργασία ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ, υπογραμμίζει παράλληλα την ανάγκη διαμόρφωσης μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Βλ. ευρωπαϊσμός. [< αγγλ. Euro-Atlanticism]
18957ευρωατλαντιστής[εὐρωατλαντιστής] ευ-ρω-ατ-λα-ντι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του ευρωατλαντισμού. Βλ. ευρωπαϊστής.
18958ευρωβαρόμετρο[εὐρωβαρόμετρο] ευ-ρω-βα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): δημοσκόπηση ή σειρά σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης, που διεξάγεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το 1973 εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για διάφορα θέματα τα οποία αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση: τακτικό ~. ~ για την υγεία, τα τρόφιμα και τη διατροφή. [< αγγλ. eurobarometer, γαλλ. eurobaromètre]
18959ευρωβόρος, α, ο [εὐρωβόρος] ευ-ρω-βό-ρος επίθ. (λόγ.): πολυδάπανος: ~α: διαδικασία/επένδυση.
18960ευρωβουλευτής[εὐρωβουλευτής] ευ-ρω-βου-λευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. ευρωβουλευτίνα}: ΠΟΛΙΤ. αιρετός αντιπρόσωπος του λαού στην Ευρωβουλή, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: τέως/υποψήφιος ~. [< γαλλ. eurodéputé, 1984, αγγλ. Member of the European Parliament (MEP)]
18961ευρωβουλευτικός, ή, ό [εὐρωβουλευτικός] ευ-ρω-βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ευρωβουλευτή: ~ή: έδρα/θητεία/ομάδα. ~ό: αξίωμα.|| (ως ουσ.) Οι ~ές (ενν. εκλογές, ευρωεκλογές).
18962ευρωβουλή[εὐρωβουλή] ευ-ρω-βου-λή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): ΠΟΛΙΤ. ευρωκοινοβούλιο: Επιτροπή Εξωτερικών/Νομικών Υποθέσεων της ~ής. ΣΥΝ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [< αγγλ. europarliament, 1962]
18963ευρωγκρούπ[εὐρωγκρούπ] ευ-ρω-γκρούπ ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ομάδα του ευρώ.
18964ευρωδεξιά[εὐρωδεξιά] ευ-ρω-δε-ξι-ά ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΠΟΛΙΤ. τα δεξιά ευρωπαϊκά κόμματα: ευρωβουλευτές της ~άς. ΑΝΤ. ευρωαριστερά
18965ευρωδιαβατήριο[εὐρωδιαβατήριο] ευ-ρω-δι-α-βα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (συχνά με κεφαλ. Ε) 1. ενιαίο πιστοποιητικό επαγγελματικών προσόντων που αποκτήθηκαν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει ισχύ σε οποιονδήποτε φορέα του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα σε όλα τα κράτη-μέλη: ~ κατάρτισης. Βλ. ΟΕΕΚ. 2. (σπάν.) το καινούργιο διαβατήριο ενιαίας μορφής για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. europass, 1977]
18966ευρωδικαστήριο[εὐρωδικαστήριο] ευ-ρω-δι-κα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ακρ. ΔΕΕ). [< αγγλ. Court of Justice of the European Union (CJEU)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.