| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 18967 | ευρωδικαστής | [εὐρωδικαστής] ευ-ρω-δι-κα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Ε): ΝΟΜ. δικαστής που είναι μέλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. | |
| 18968 | ευρωδολάριο | [εὐρωδολάριο] ευ-ρω-δο-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. καταθέσεις αμερικανικών δολαρίων σε ευρωπαϊκές τράπεζες. [< αγγλ. eurodollar, 1960, γαλλ. ~, 1961] | |
| 18969 | ευρωεκλογές | [εὐρωεκλογές] ευ-ρω-ε-κλο-γές ουσ. (θηλ.) (οι) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ε) & ευρωπαϊκές εκλογές: ΠΟΛΙΤ. εκλογές που διεξάγονται ανά πενταετία σε καθένα από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις οποίες αναδεικνύονται τα μέλη του ευρωκοινοβουλίου. Βλ. ευρωκάλπη. [< αγγλ. euroelections, 1979] | |
| 18970 | ευρωεπιτόκιο | [εὐρωεπιτόκιο] ευ-ρω-ε-πι-τό-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. επιτόκιο που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. [< αγγλ. euro rate] | |
| 18971 | ευρωζώνη | [εὐρωζώνη] ευ-ρω-ζώ-νη ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Ε): ΟΙΚΟΝ. τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως ενιαίο νόμισμα: είσοδος/ένταξη/συμμετοχή (ενν. χώρας) στην ~. Στους κόλπους της ~ης. Βλ. ΟΝΕ. ΣΥΝ. ζώνη του ευρώ [< αγγλ. eurozone] | |
| 18972 | ευρωκάλπη | [εὐρωκάλπη] ευ-ρω-κάλ-πη ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών: το μήνυμα/οι νικητές της ~ης. Αποχή από τις/συμμετοχή στις ~ες. 2. κάλπη μέσα στην οποία οι εκλογείς ρίχνουν το ψηφοδέλτιο για την ανάδειξη των μελών του Ευρωκοινοβουλίου. | |
| 18973 | ευρωκεντρικός | , ή, ό [εὐρωκεντρικός] ευ-ρω-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως κέντρο αναφοράς την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους: ~ή: αντίληψη/πολιτική. Βλ. δυτικο-, εθνο-, ελληνο-κεντρικός, ευρω-παϊστής, -σκεπτικιστής. [< αγγλ. eurocentric, 1927, γαλλ. eurocentrique] | |
| 18974 | ευρωκεντρισμός | [εὐρωκεντρισμός] ευ-ρω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία που εστιάζει στην Ευρώπη ή/και στους Ευρωπαίους και ιδ. τάση ερμηνείας των πάντων σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αξίες και εμπειρίες. Βλ. αφρο-, εθνο-, ελληνο-κεντρισμός, ευρω-παϊσμός, -σκεπτικισμός. [< ιταλ. eurocentrismo, 1967, αγγλ. eurocentrism, 1974, γαλλ. eurocentrisme, 1977] | |
| 18975 | ευρωκέρμα | [εὐρωκέρμα] ευ-ρω-κέρ-μα ουσ. (ουδ.): κέρμα ευρώ. Βλ. ευρω(χαρτο)νόμισμα. [< αγγλ. euro coin] | |
| 18976 | ευρωκοινοβούλιο | [εὐρωκοινοβούλιο] ευ-ρω-κοι-νο-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): ΠΟΛΙΤ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: η Επιτροπή Περιβάλλοντος/η ολομέλεια του ~ίου. ΣΥΝ. ευρωβουλή [< αγγλ. europarliament, 1962] | |
| 18977 | ευρωκομμουνισμός | [εὐρωκομμουνισμός] ευ-ρω-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ευρωκομουνισμός: ΠΟΛΙΤ. ρεύμα που αναπτύχθηκε στα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, με κύρια χαρακτηριστικά την επιθυμία για κατάληψη της εξουσίας μέσω συνασπισμών και την ανεξαρτησία από τη σοβιετική ηγεσία: γαλλικός/ιταλικός ~. [< αγγλ. eurocommunism, 1976, γαλλ. eurocommunisme] | |
| 18978 | ευρωκομμουνιστής | [εὐρωκομμουνιστής] ευ-ρω-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.) & ευρωκομουνιστής: υποστηρικτής του ευρωκομμουνισμού. [< αγγλ. eurocommunist, 1976, γαλλ. eurocommuniste] | |
| 18979 | ευρωκομμουνιστικός | , ή, ό [εὐρωκομμουνιστικός] ευ-ρω-κομ-μου-νι-στι-κός επίθ. & (σπάν.) ευρωκομουνιστικός: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ευρωκομμουνισμό: ~ό: κόμμα/ρεύμα. Η ~ή Αριστερά. [< αγγλ. eurocommunistic] | |
| 18980 | ευρωκονδύλια | [εὐρωκονδύλια] ευ-ρω-κον-δύ-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΝ. κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. [< αγγλ. eurofunds] | |
| 18981 | ευρωκούπα | [εὐρωκούπα] ευ-ρω-κού-πα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ευρωκύπελλο. | |
| 18982 | ευρωκράτες | [εὐρωκράτες] ευ-ρω-κρά-τες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ευρωκράτης} (συνήθ. μειωτ.): το προσωπικό των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων: η ελίτ/τα λόμπι των ~ών. Τεχνοκράτης-~ης. Βλ. γραφειοκράτης, -κράτης, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [< αγγλ. eurocrats, 1961, γαλλ. eurocrates, 1964] | |
| 18983 | ευρωκύπελλο | [εὐρωκύπελλο] ευ-ρω-κύ-πελ-λο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ή κύπελλο ως διοργάνωση και το αντίστοιχο τρόπαιο: ~ ανδρών/γυναικών. Το ~ του μπάσκετ/του πόλο. ΣΥΝ. ευρωκούπα [< αγγλ. EuroCup] | |
| 18984 | ευρωκώδικας | [εὐρωκώδικας] ευ-ρω-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): καθένας από σειρά ευρωπαϊκών κανονισμών (προτύπων) που αναφέρονται στον σχεδιασμό δομικών έργων και στοχεύουν στο να εναρμονίσουν τους κανονισμούς υπολογισμού των κρατών-μελών για τη στατική επάρκεια των οικοδομημάτων και των μερών που τα απαρτίζουν (δομικών στοιχείων και προϊόντων). [< αγγλ. Eurocode, 1985] | |
| 18985 | ευρωλαγνεία | [εὐρωλαγνεία] ευ-ρω-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εμμονή και υπερβολική προσήλωση σε καθετί ευρωπαϊκό: σύνδρομα ~ας. Βλ. ευρωσκεπτικισμός, ευρωφοβία, -λαγνεία. | |
| 18986 | ευρωλάγνος | , α, ο [εὐρωλάγνος] ευ-ρω-λά-γνος επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζεται από ευρωλαγνεία: οι ~οι θιασώτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| Εγχώριοι ~οι. Πβ. ευρωλιγούρης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ