Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19860-19880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
18987ευρωλεπτό[εὐρωλεπτό] ευ-ρω-λε-πτό ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ. ΣΥΝ. λεπτό (2)
18988ευρωλίγκα[εὐρωλίγκα] ευ-ρω-λί-γκα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΑΘΛ. (συνήθ. στο μπάσκετ) πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα σε επίπεδο συλλόγων, στο οποίο μετέχουν οι ομάδες που κατέλαβαν την πρώτη ή μία από τις πρώτες θέσεις των διαφόρων εθνικών πρωταθλημάτων. Βλ. ευρω-, μουντο-μπάσκετ. [< αγγλ. euroleague]
18989ευρωλιγούρης[εὐρωλιγούρης] ευ-ρω-λι-γού-ρης ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (μειωτ.): πρόσωπο που υποστηρίζει άκριτα τη Δυτική Ευρώπη και γενικότ. ασπάζεται καθετί ευρωπαϊκό. Πβ. ευρωλάγνος.
18990ευρωμεσογειακός, ή, ό [εὐρωμεσογειακός] ευ-ρω-με-σο-γει-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Μεσογείου: ~ή: διάσκεψη/ζώνη/συνεργασία. ~ό: φόρουμ. ~οί: εταίροι. Η ~ή αγορά (ενέργειας)/συνάντηση Υπουργών Εξωτερικών. Βλ. ευρωατλαντικός. [< αγγλ. Euro-Mediterranean]
18991ευρωμηχανισμόςευ-ρω-μη-χα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ευρωπαϊκός μηχανισμός. Ο μόνιμος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism - ESM)
18992ευρωμπάσκετ[εὐρωμπάσκετ] ε-υ-ρω-μπά-σκετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ.το αρχικό Ε): ΑΘΛ. πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ σε επίπεδο εθνικών ομάδων. Βλ. ευρωλίγκα, μουντομπάσκετ. [< αγγλ. Eurobasket]
18993ευρών[εὑρών] ευ-ρών ουσ. (αρσ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: ο ευρών αμειφθήσεται (αρχαιοπρ.-συνήθ. σε αγγελία): για να δηλωθεί ότι θα ανταμειφθεί όποιος βρει κάτι που έχει χαθεί: Απωλέσθη σκύλος· ~ ~. [< αρχ. εὑρών, μτχ. αορ. β’ του ρ. εὑρίσκω]
18994ευρωνόμισμα[εὐρωνόμισμα] ευ-ρω-νό-μι-σμα ουσ. (ουδ.) ΟΙΚΟΝ. 1. ευρώ: το ενιαίο/κοινό ~. Οι χώρες του ~ατος. Ισοτιμία δολαρίου-~ατος. Βλ. εκιού, ECU. 2. κεφάλαιο κατατεθειμένο σε τράπεζα ευρωπαϊκής χώρας (κυρ. οικονομικά και βιομηχανικά ισχυρής) σε νόμισμα διαφορετικό από αυτό της χώρας όπου βρίσκεται η τράπεζα. Βλ. ευρω-αγορά, -δολάριο, -ομόλογο. [< 2: αγγλ. eurocurrency, 1961, γαλλ. euromonnaie, eurodevise, περ. 1965]
18995ευρωομάδα[εὐρωομάδα] ευ-ρω-ο-μά-δα ουσ. (θηλ.): γιούρογκρουπ, ομάδα του ευρώ. || Η ομάδα των πρασίνων/των σοσιαλιστών.
18996ευρωομόλογο[εὐρωομόλογο] ευ-ρω-ο-μό-λο-γο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ομόλογο που εκδίδεται από διεθνή κοινοπραξία επενδυτικών τραπεζών έξω από τη δικαιοδοσία ενός ενιαίου νομίσματος ή σε διαφορετικό νόμισμα από αυτό της χώρας στην οποία γίνεται η έκδοση. Βλ. ευρω-αγορά, -νόμισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά ευρωομολόγων: δίκτυο από διεθνείς τράπεζες και χρηματομεσίτες για τον δανεισμό ξένων νομισμάτων έξω από τη χώρα προέλευσής τους ως μέσο χρηματοδότησης εμπορικών και επενδυτικών συναλλαγών: διατραπεζική ~ ~. [< αγγλ. eurobond, 1966]
18951Ευρωπαϊκή Ένωση ως ενιαία αγορά. 2.{συνηθέστ. στον πληθ.} αγορά ευρωνομισμάτων ή ευρωομολόγων: Κέρδη/σημαντικές απώλειες στις ~ές. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. euromarket, γαλλ. euromarché, 1970]
18997ευρωπαϊκός, ή, ό [εὐρωπαϊκός] ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την Ευρώπη ή/και τους Ευρωπαίους: ~ός: (ΙΣΤ.) διαφωτισμός/πολιτισμός. ~ή: ιστορία. ~ές: γλώσσες. ~ά: κράτη. Τμήμα Διεθνών και ~ών Σπουδών. Βλ. ανατολικο~, βορειο~, δυτικο~, νοτιο~.|| (ειδικότ., που σχετίζεται με τα ισχυρά κράτη της Κεντρικής, Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, αναπτυγμένος, πολιτισμένος) ~ή: κουλτούρα/νοοτροπία. ~ές: δυνάμεις. Κτίριο ~ών προδιαγραφών. Έργο σύμφωνα με τα ~ά δεδομένα. Βλ. παν~. 2. (συχνά με κεφαλ. Ε) που σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: Οργανισμός (Περιβάλλοντος/Φαρμάκων)/Σύνδεσμος/Χώρος (Ανώτατης Εκπαίδευσης/Έρευνας). ~ή: αγορά/νομοθεσία/οικονομία/ολοκλήρωση/πολιτική/Συνέλευση. ~ό: Έτος (Γλωσσών)/Κοινωνικό Ταμείο/νόμισμα (= ευρωνόμισμα). ~ά: πρότυπα. Κέντρο ~ής Τεκμηρίωσης. Επιτροπή ~ών Υποθέσεων. Βλ. αντι~, φιλο~. ● επίρρ.: ευρωπαϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ακρ. ΔΕΕ): ΝΟΜ. ανώτατο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επιβλέπει την εφαρμογή των ευρωπαϊκών συμφωνιών, αποφασίζει για την ισχύ και τη σημασία της κοινοτικής νομοθεσίας και καθορίζει αν μια πράξη ή παράλειψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο Υπουργών ή κάποιο κράτος-μέλος συνιστά παραβίαση κοινοτικού νόμου: παραπομπή/προσφυγή στο ~ ~. Καταδίκη (ενν. χώρας) από το ~ ~ για θέματα περιβάλλοντος. ΣΥΝ. ευρωδικαστήριο. Βλ. ΕΔΑΔ. [< αγγλ. Court of Justice of the European Union] , Ευρωπαϊκή Ένωση (ακρ. ΕΕ): σχηματισμός ευρωπαϊκών κρατών με στόχο την κοινή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πορεία: είσοδος/ένταξη της χώρας στην ~ ~. Έργο χρηματοδοτούμενο από την ~ ~. Βλ. ΕΟΚ, ΟΝΕ. [< αγγλ. European Union, 1993] , Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ακρ. ΕΕ, προφ. Επιτροπή): το εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και οι πρόδρομοί του) με έδρα τις Βρυξέλλες, το οποίο αποτελείται από έναν επίτροπο από κάθε κράτος-μέλος, υπεύθυνο για την πρόταση νόμων και διατάξεων καθώς και για την επίβλεψη της υλοποίησής τους. Βλ. το Κολέγιο των Επιτρόπων. ΣΥΝ. Κομισιόν [< γαλλ. Commission Européenne, αγγλ. European Commission, 1956] , Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ακρ. ΕΖΕΣ): οργανισμός ο οποίος συγκροτήθηκε από ευρωπαϊκά κράτη (σήμερα αποτελείται από το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία, την Ισλανδία και την Ελβετία) με σκοπό την ενθάρρυνση των ελεύθερων συναλλαγών. [< γαλλ. Association européenne de libre-échange] , ευρωπαϊκή ιδέα: η ιδέα της ενοποίησης των ευρωπαϊκών κρατών., Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ακρ. ΕΚΤ): τραπεζικός οργανισμός των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν κοινό νόμισμα, υπεύθυνος για τη χάραξη και εφαρμογή της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ. ΣΥΝ. ευρωτράπεζα (2) [< αγγλ. European Central Bank, 1998] , Ευρωπαϊκή Κοινότητα: οικονομική και πολιτική ένωση δώδεκα χωρών, που αποτέλεσε την εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ακρ. ΕΟΚ) και αντικαταστάθηκε το 1993 από την Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ ~ Άνθρακα και Χάλυβα/Ατομικής Ενέργειας. [< αγγλ. European Community, 1961] , Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ακρ. ΕΟΚ): ευρωπαϊκός οργανισμός ο οποίος εξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και αποτελεί πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. European Economic Community, 1957, γαλλ. Communauté économique européenne] , Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: εκλεγμένο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμόδιο για την υιοθέτηση ή την απόρριψη των νόμων και των διατάξεων που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. ΣΥΝ. ευρωβουλή, ευρωκοινοβούλιο [< αγγλ. European Parliament, 1959] , Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ακρ. ΕΤΠΑ): αποσκοπεί στην προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής με τη διόρθωση των κυριότερων περιφερειακών ανισορροπιών., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος: ζώνη ελεύθερων συναλλαγών αποτελούμενη από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ισλανδία, τη Νορβηγία και το Λιχτενστάιν. [< αγγλ. European Economic Area, 1985] , ευρωπαϊκού επιπέδου: πολύ καλής ποιότητας: εγκαταστάσεις/υποδομή ~ ~. || Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία βλ. εθελοντικός, Ευρωπαϊκό Δίκαιο βλ. δίκαιο, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βλ. ένταλμα, ευρωπαϊκό πρωινό βλ. πρωινός, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής βλ. συμβούλιο, Ευρωπαϊκό/Διεθνές/Παγκόσμιο Έτος βλ. έτος, ευρωπαϊκό/κοινοτικό κεκτημένο βλ. κεκτημένο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο ● ΦΡ.: φοράει το ευρωπαϊκό του/της κουστούμι βλ. κουστούμι [< γαλλ. européen, αγγλ. European]
18998ευρωπαϊκότητα[εὐρωπαϊκότητα] ευ-ρω-πα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευρωπαϊκού: ~ και ευρωπαϊκή συνείδηση. Η ~ στην εκπαίδευση. Βλ. -ότητα.
18999Ευρωπαίος, Ευρωπαία[Εὐρωπαῖος] Ε-υ-ρω-παί-ος επίθ./ουσ. 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ευρώπη ή κατάγεται από αυτή. Βλ. Νοτιοευρωπαίος. 2. (ειδικότ.) πρόσωπο που έχει γεννηθεί σε ή κατάγεται από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ~ος: αξιωματούχος/Επίτροπος/Επόπτης (Προστασίας Δεδομένων). 3. (μτφ.) πολιτισμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής βλ. διαμεσολαβητής [< μτγν. Εὐρωπαῖος ‘σχετικός με την Ευρώπη’]
19000ευρωπαϊσμός[εὐρωπαϊσμός] ευ-ρω-πα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θέση που ευνοεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από οικονομική ή/και πολιτική άποψη και υποστηρίζει την ενότητα των ευρωπαϊκών κρατών: ~ και ευρωσκεπτικισμός. Βλ. εξ~, (ευρω)ατλαντ-, εθνοκεντρ-, ευρωκεντρ-, ευρωσκεπτικ-ισμός. ΣΥΝ. φιλοευρωπαϊσμός ΑΝΤ. αντιευρωπαϊσμός [< γαλλ. européanisme, européisme, 1969, αγγλ. Europeanism, 1962]
19001ευρωπαϊστής[εὐρωπαϊστής] ευ-ρω-πα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του ευρωπαϊσμού: θερμός ~ής.|| (ως επίθ.) ~ής: πολιτικός. Βλ. (ευρω)ατλαντ-, ευρωσκεπτικ-ιστής. ΣΥΝ. φιλοευρωπαϊστής ΑΝΤ. αντιευρωπαϊστής [< γαλλ. européaniste, européiste, 1927, αγγλ. europeanist, 1962]
19002ευρωπαϊστικός, ή, ό [εὐρωπαϊστικός] ευ-ρω-πα-ϊ-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον ευρωπαϊσμό ή τους ευρωπαϊστές: ~ή: πολιτική/προσέγγιση. ~ό: κόμμα. ~ές: θέσεις. Πβ. φιλοευρωπαϊκός. [< γαλλ. européiste, 1927]
19003ευρωπεριφέρεια[εὐρωπεριφέρεια] ευ-ρω-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. & ευρωπαϊκή περιφέρεια: το σύνολο των ασθενέστερων οικονομικά κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθεμία από τις διασυνοριακές ζώνες στις οποίες έχουν υποδιαιρεθεί τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίες συνιστούν διοικητικές μονάδες με κοινά συμφέροντα. [< αγγλ. Euroregion]
19004Ευρώπη[Εὐρώπη] Ε-υ-ρώ-πη ουσ. (θηλ.): μία από τις έξι ηπείρους μεταξύ Ασίας και Ατλαντικού Ωκεανού· ειδικότ. τα ευρωπαϊκά κράτη, κυρ. τα ισχυρά· καταχρ. η Ευρωπαϊκή Ένωση: Βόρεια/Κεντρική/Νότια ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Ενωμένη Ευρώπη & (σπάν.-λόγ.) Ηνωμένη Ευρώπη: Ευρωπαϊκή Ένωση., Ανατολική Ευρώπη βλ. ανατολικός, Άνοιξη της Ευρώπης βλ. άνοιξη, Δυτική Ευρώπη βλ. δυτικός, Συμβούλιο της Ευρώπης βλ. συμβούλιο ● ΦΡ.: εις/από τας Ευρώπας (προφ.-ειρων.): στην/από την Ευρώπη, ιδ. αναφορικά με τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη. [< αρχ. Εὐρώπη]
19005ευρώπιο[εὐρώπιο] ευ-ρώ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {ευρωπί-ου}: ΧΗΜ. δισθενές και τρισθενές μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Eu, Z 63) που ανήκει στις σπάνιες γαίες ή λανθανίδες. [< γαλλ.-αγγλ. europium, 1901 < Europa]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.