Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19880-19900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19006ευρωποίηση[εὐρωποίηση] ευ-ρω-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μετατροπή χρηματικού ποσού ή μετοχών σε ευρώ: ~ συναλλάγματος. Βλ. δραχμοποίηση. 2. εναρμόνιση των θεσμών ενός κράτους με τα πρότυπα και τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. εξευρωπαϊσμός. Βλ. -ποίηση.
19007ευρωπόλ[εὐρωπόλ] ευ-ρω-πόλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Ε): Αστυνομική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ως αποστολή τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της συνεργασίας μεταξύ ευρωπαϊκών αστυνομικών δυνάμεων για την πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, και ως κύριο καθήκον τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών: σύμβαση ~ (: με την οποία ιδρύθηκε). Βλ. ιντερπόλ. ΣΥΝ. γιουροπόλ, ευρωαστυνομία [< αγγλ. ακρ. Europol (European Police Office), 1992]
19008ευρώπουλο[εὐρώπουλο] ευ-ρώ-που-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): ευρώ: Δεν μου έμεινε ούτε ένα ~. (αργκό) Έσκασα 50 ~α. ● Υποκ.: ευρωπουλάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}
19009ευρωσκεπτικισμός[εὐρωσκεπτικισμός] ευ-ρω-σκε-πτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. δυσπιστία ή επιφύλαξη σχετικά με τη βιωσιμότητα ή τη χρησιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· αντίθεση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πβ. αντιευρωπαϊσμός, ευρωφοβία. Βλ. ευρωλαγνεία. [< αγγλ. euroscepticism, 1992, γαλλ. euroscepticisme]
19010ευρωσκεπτικιστής[εὐρωσκεπτικιστής] ευ-ρω-σκε-πτι-κι-στής επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. ευρωσκεπτικίστρια}: πρόσωπο που διακατέχεται από ευρωσκεπτικισμό: ~ής: ηγέτης/υπουργός. ~ές: ψηφοφόροι.|| ~ές και (φιλο)ευρωπαϊστές. Πβ. αντιευρωπαϊστής, ευρωφοβικός. [< αγγλ. euroscepticist, γαλλ. eurosceptique, 1992]
19011ευρωσκεπτικιστικός, ή, ό [εὐρωσκεπτικιστικός] ευ-ρω-σκε-πτι-κι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ευρωσκεπτικισμό: ~ό: κόμμα. ~ές: δυνάμεις. Πβ. αντιευρωπαϊκός, ευρωφοβικός. Βλ. ευρωπαϊστικός, φιλοευρωπαϊκός. [< αγγλ. eurosceptic, 1986, γαλλ. eurosceptique, 1992]
19012ευρωσοσιαλιστής[εὐρωσοσιαλιστής] ευ-ρω-σο-σι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτικός που ανήκει σε σοσιαλιστικό κόμμα ευρωπαϊκής χώρας. [< γαλλ. eurosocialiste, αγγλ. eurosocialist]
19013ευρωστία[εὐρωστία] ευ-ρω-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύρωστου: (μτφ.) οικονομική ~. Η ~ των επιχειρήσεων. Πβ. ακμαιότητα, ισχύς.|| (κυριολ.) Ευεξία/ζωτικότητα/μακροζωία και ~.|| H ~ των φυτών (πβ. ανάπτυξη). ΣΥΝ. ρώμη ΑΝΤ. ασθενικότητα, καχεξία (2) [< αρχ. εὐρωστία]
19014εύρωστος, η, ο [εὔρωστος] εύ-ρω-στος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. καχεκτικός 1. (μτφ.) ακμαίος, ισχυρός (συνήθ. οικονομικά): ~ος: δήμος. ~η: αγορά/εταιρεία. ~ο: ταμείο. Μια δραστήρια/δυναμική και ~η κοινότητα της πόλης. Πβ. ανθηρός, δυνατός. 2. που έχει φυσική, σωματική δύναμη και υγεία: ~ος: οργανισμός.|| ~ο: φυτό. Πβ. γερός, ρωμαλέος, σφριγηλός. ΑΝΤ. ασθενικός (1) [< 2: αρχ. εὔρωστος]
19015ευρωστρατός[εὐρωστρατός] ευ-ρω-στρα-τός ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. Ε): σώμα στρατού που ιδρύθηκε το 1992 από χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ.-γαλλ. Eurocorps, μετά το 1992]
19016ευρωσύνταγμα[εὐρωσύνταγμα] ευ-ρω-σύ-νταγ-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνθήκη που στόχευε σε ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα: σχέδιο του ~ατος. [< αγγλ. European Constitution, 2004]
19017ευρωσύστημα[εὐρωσύστημα] ευ-ρω-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. το σύστημα των κεντρικών τραπεζών του ευρώ το οποίο περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών της ευρωζώνης. Βλ. ΕΣΚΤ. [< αγγλ. Eurosystem, γαλλ. Eurosystème]
19018ευρωτίαση[εὐρωτίαση] ευ-ρω-τί-α-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μούχλιασμα, μούχλα. [< γαλλ. moisissure]
19019ευρωτούνελ[εὐρωτοῦνελ] ευ-ρω-τού-νελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: η υποθαλάσσια σήραγγα που περνά κάτω από τη Μάγχη και ενώνει τη Γαλλία με τη Μ. Βρετανία. [< γαλλ.-αγγλ. Εurotunnel, 1986]
19020ευρωτουρκικός, ή, ό [εὐρωτουρκικός] ευ-ρω-τουρ-κι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία ή με τους Ευρωπαίους και τους Τούρκους: ~ες: συνομιλίες. Βλ. ελληνοτουρκικός. ● Ουσ.: ευρωτουρκικά (τα): ενν. θέματα.
19021ευρωτράπεζα[εὐρωτράπεζα] ευ-ρω-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) 1. ευρωπαϊκή τράπεζα. 2. ΟΙΚΟΝ. Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ακρ. ΕΚΤ). [< 1: αγγλ. eurobank, 1972]
19022ευρωφοβία[εὐρωφοβία] ευ-ρω-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): έντονος φόβος για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση: ~ και εχθρότητα προς τη Δύση. Πβ. αντιευρωπαϊσμός, ευρωσκεπτικισμός. Βλ. ευρωλαγνεία, (φιλο)ευρωπαϊσμός, -φοβία. [< αγγλ. europhobia, γαλλ. europhobie]
19023ευρωφοβικός, ή, ό [εὐρωφοβικός] ευ-ρω-φο-βι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ευρωφοβία: ~ή: πολιτική/στάση. ~ό: σύνδρομο.|| (ως ουσ.) Σύγκρουση μεταξύ ~ών και ευρωπαϊστών. Πβ. ευρωσκεπτικιστής. [< αγγλ. europhobic, 1978, γαλλ. europhobe περ. 1970]
19024ευρωχαρτονόμισμα[εὐρωχαρτονόμισμα] ευ-ρω-χαρ-το-νό-μι-σμα ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα ευρώ. Βλ. ευρω-κέρμα, -νόμισμα. [< αγγλ. eurobanknote]
19025ευρωψηφοδέλτιο[εὐρωψηφοδέλτιο] ευ-ρω-ψη-φο-δέλ-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΠΟΛΙΤ. ψηφοδέλτιο για τις ευρωεκλογές.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.