Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19900-19920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19026εύσαρκος, η, ο [εὔσαρκος] εύ-σαρ-κος επίθ. (λόγ.): σωματώδης, παχύσαρκος: ~ο: κορμί. Πβ. εύσωμος, ευτραφής, παχύς, σαρκ-, σωματ-ώδης. ΑΝΤ. άσαρκος (2), ισχνός (2), λιπόσαρκος [< αρχ. εὔσαρκος]
19027ευσεβάστως[εὐσεβάστως] ευ-σε-βά-στως επίρρ. (λόγ.): με μεγάλο σεβασμό: Δια της παρούσης επιστολής, ~ σας πληροφορώ ότι ... [< γαλλ. respectueusement]
19028ευσέβεια[εὐσέβεια] ευ-σέ-βει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας}: σεβασμός προς τα θεία: θρησκευτική/λαϊκή ~. Πίστη και ~. Πβ. ευλάβεια, θεοσέβεια. ΑΝΤ. ασέβεια [< αρχ. εὐσέβεια]
19029ευσεβής, ής, ές [εὐσεβής] ευ-σε-βής επίθ. {ευσεβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ευσεβέστ-ερος, -ατος}: που χαρακτηρίζεται από ευσέβεια: ~ής: πιστός. ~ές: ποίμνιο. ~είς: προσκυνητές/χριστιανοί. Πβ. ευλαβής, θεοσεβής, φιλόθεος. ΑΝΤ. ασεβής ● επίρρ.: ευσεβώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ευσεβής πόθος (συνήθ. ειρων.): έντονη και κρυφή επιθυμία για κάτι που είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί: ~ ~ και όνειρο θερινής νυκτός. ~είς ~οι και μεγάλες προσδοκίες. ΣΥΝ. ευσεβοποθισμός [< αρχ. εὐσεβής]
19030ευσεβισμός[εὐσεβισμός] ευ-σε-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. κίνημα που εμφανίστηκε τον 17ο αι. στον λουθηρανισμό και έδινε έμφαση στην προσωπική θρησκευτική εμπειρία και όχι στη δογματική πίστη· κατ' επέκτ. υπερβολικός θρησκευτικός ζήλος. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πιετισμός [< γερμ. Pietismus]
19031ευσεβιστής[εὐσεβιστής] ευ-σε-βι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασπάζεται τον ευσεβισμό.
19032ευσεβιστικός, ή, ό [εὐσεβιστικός] ευ-σε-βι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ευσεβισμό ή τους ευσεβιστές: ~ή: αντίληψη/ερμηνεία/θεώρηση. ~ό: πνεύμα.
19033ευσεβοποθισμός[εὐσεβοποθισμός] ευ-σε-βο-πο-θι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ., κυρ. στην Κύπρο): ευσεβής πόθος: Αυταπάτες/ψευδαισθήσεις/ωραιοποιήσεις και ~οί. Βλ. -ισμός.
19034εύσημα[εὔσημα] εύ-ση-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {ευσήμ-ων | σπάν. στον εν. εύσημο}: δημόσια αναγνώριση των υπηρεσιών, του έργου, της προσφοράς ή της αξίας κάποιου: ~ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς τις Ένοπλες Δυνάμεις. Τα ~ ανήκουν/αξίζουν σε όλους τους συντελεστές της επιτυχίας. Του απέδωσε/απένειμε (τα) ~ (= τον εγκωμίασε). Απέσπασε τα ~ (= δέχθηκε έπαινο).|| (ειδικότ.) Επίδοση διακριτικών ~ων (= βραβείων). Βλ. παράσημο. [< μτγν. εὔσημα 'παράσημα', γαλλ. insignes]
19035ευσπλαχνία[εὐσπλαχνία] ευ-σπλα-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) ευσπλαγχνία: λύπηση, οίκτος, συμπόνια: Η ~ και φιλανθρωπία του Θεού. ~ και αγάπη/μακροθυμία/συγχωρητικότητα. Πβ. έλεος, πονοψυχία, φιλ~. Βλ. απανθρωπιά. ΑΝΤ. ασπλαχνία [< αρχ. εὐσπλαγχνία]
19036ευσπλαχνίζομαι[εὐσπλαχνίζομαι] ευ-σπλα-χνί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ευσπλαχνί-στηκε κ. σθηκε} (λόγ.) & (λογιότ.) ευσπλαγχνίζομαι: νιώθω και δείχνω ευσπλαχνία: ~εται και ελεεί τους συνανθρώπους του.|| (ελλειπτ.) Ο Θεός μακροθυμεί, ~εται και συγχωρεί. Πβ. λυπάμαι, σπλαχνίζομαι, συμπονώ. [< μτγν. εὐσπλαχνίζομαι]
19037ευσπλαχνικός, ή, ό [εὐσπλαχνικός ] ευ-σπλα-χνι-κός επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) ευσπλαγχνικός: που δείχνει οίκτο, συμπόνια, πονόψυχος: (για τον Θεό) ~ και ελεήμων/φιλάνθρωπος. Πβ. οικτίρμων, σπλαχν-, (συμ)πονετ-ικός, φιλεύσπλαχνος. ΣΥΝ. εύσπλαχνος ΑΝΤ. άσπλαχνος ● επίρρ.: ευσπλαχνικά [< μεσν. ευσπλαχνικός]
19038εύσπλαχνος, η, ο [εὔσπλαχνος] εύ-σπλα-χνος επίθ. & εύσπλαγχνος (λόγ.): ευσπλαχνικός. Πβ. πολυ~, φιλ~. ΑΝΤ. άσπλαχνος [< μτγν. εὔσπλαγχνος]
19039ευσταθεί[εὐσταθεῖ] ευ-στα-θεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.-συνήθ. με την άρνηση δεν): ισχύει, είναι βάσιμο, έγκυρο ή λογικό: Άποψη/θεωρία/πληροφορία που ~. Καταγγελίες/φήμες που δεν ~ούν. Το επιχείρημα δεν ~. Πβ. στέκει. [< αρχ. εὐσταθῶ ‘είμαι σταθερός’]
19040ευστάθεια[εὐστάθεια] ευ-στά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ευσταθούς: η ~ των κατασκευών/του κτιρίου/του πλοίου. Ενίσχυση της ~ας (του εδάφους). Συστήματα ~ας του αυτοκινήτου.|| (μτφ.) Οικονομική ~. Πβ. σταθερότητα. ΑΝΤ. αστάθεια (2) [< αρχ. εὐστάθεια]
19041ευσταθής, ής, ές [εὐσταθής] ευ-στα-θής επίθ. {ευσταθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) 1. που είναι σταθερός, που ισορροπεί: ~ής: κίνηση. ~ές: πλοίο. Πβ. στέρεος.|| (ΦΥΣ.) ~ής: ισορροπία. ΑΝΤ. ασταθής (2) 2. (μτφ.) που ισχύει, στέκει· ορθός, έγκυρος: Νομικά ~ ισχυρισμός. Πβ. αδιάσειστος, ακλόνητος. ● επίρρ.: ευσταθώς [-ῶς] [< αρχ. εὐσταθής]
19042ευσταλής, ής, ές [εὐσταλής] ευ-στα-λής επίθ. {ευσταλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· σπανιότ. στο ουδ.} (λόγ.): που έχει ωραίο παράστημα, κορμοστασιά: ~ και αγέρωχος/επιβλητικός/ευθυτενής. Πβ. γεροδεμένος, λυγερόκορμος. [< αρχ. εὐσταλής]
19043ευσταχιανός, ή, ό [εὐσταχιανός] ευ-στα-χι-α-νός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ευσταχιανή σάλπιγγα: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. λεπτός, οστεώδης και χόνδρινος σωλήνας (πόρος) που συνδέει την κοιλότητα του μέσου αυτιού με τον ρινοφάρυγγα και εξισορροπεί την πίεση του αέρα σε καθεμιά από τις δύο πλευρές της μεμβράνης του τυμπάνου. [< γερμ. eustachische, ιταλ. ανθρ. B. Eustachio]
19044ευστοχία[εὐστοχία] ευ-στο-χί-α ουσ. (θηλ.): ικανότητα ή επιτυχία κάποιου να πετύχει τον στόχο του: (κυριολ.-συνήθ. ΑΘΛ.) απόλυτη/εκπληκτική ~. (στο μπάσκετ) ~ στις βολές/στα τρίποντα. Η ~ των αντιπάλων.|| (μτφ.) ~ των εκφραστικών μέσων/των παρατηρήσεων. Πβ. αποτελεσματικότητα. ΑΝΤ. αστοχία (1) [< αρχ. εὐστοχία]
19045εύστοχος, η, ο [εὔστοχος] εύ-στο-χος επίθ. 1. (μτφ.) που συμβάλλει στην εκπλήρωση σκοπού: ~ος: τίτλος. ~η: διατύπωση/επιλογή/ερώτηση/κριτική/παρατήρηση. ~ο: άρθρο/παράδειγμα/σχόλιο. ~ες: παρεμβάσεις. (για πρόσ.) ~οι (= ακριβείς) στις προβλέψεις τους. Πβ. αποτελεσματικός, επιτυχής, καίριος. 2. (συνήθ. ΑΘΛ.) που βρίσκει τον στόχο: ~η: βολή. ~ο: χτύπημα (πέναλτι).|| (για πρόσ.) ~οι: παίκτες.|| (μτφ.) ~ες: επιθέσεις. ~α: πυρά. Πβ. ευθύβολος. ΑΝΤ. άστοχος (2) ● επίρρ.: εύστοχα [< αρχ. εὔστοχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.