Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [19920-19940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19046ευστοχώ[εὐστοχῶ] ευ-στο-χώ ρ. (αμτβ.) {ευστοχ-είς ... | ευστόχ-ησα, -ήσει, -ώντας}: είμαι εύστοχος: ~ησε σε σουτ τριών πόντων.|| (σπανιότ.-μτφ.) Ερμηνεία/πρόταση που ~εί. ΑΝΤ. αστοχώ (2) [< μτγν. εὐστοχῶ]
19047ευστροφία[εὐστροφία] ευ-στρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. η ιδιότητα του εύστροφου: ~ λόγου/πνεύματος. Παιχνίδι ~ας, αντίληψης, ταχύτητας. Πβ. εξυπνάδα, ευφυΐα, οξύνοια, σπιρτάδα. ΑΝΤ. βραδύνοια 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. ικανότητα του κινητήρα να ανεβάζει εύκολα στροφές με στόχο τη βέλτιστη απόδοσή του. [< 1: μτγν. εὐστροφία]
19048εύστροφος, η, ο [εὔστροφος] εύ-στρο-φος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που καταλαβαίνει, αντιδρά ή ενεργεί γρήγορα: ~ο: μυαλό. ~ και ετοιμόλογος/πνευματώδης. Πβ. έξυπνος, ευφυής, οξύνους, πολύστροφος, σπιρτόζος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: απάντηση. Βλ. -στροφος. ΑΝΤ. αργόστροφος (1) ● επίρρ.: εύστροφα [< αρχ. εὔστροφος]
19049ευσυγκινησία[εὐσυγκινησία] ευ-συ-γκι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ευσυγκίνητου: αυξημένη/έντονη ~. Ευερεθιστότητα/νευρικότητα και ~. Πβ. ευαισθησία. Βλ. ασυγκινησία, σκληρότητα.
19050ευσυγκίνητος, η, ο [εὐσυγκίνητος] ευ-συ-γκί-νη-τος επίθ.: που συγκινείται (εύκολα)· συναισθηματικός: ευάλωτος και ~. Πβ. ευαίσθητος. ΑΝΤ. ασυγκίνητος
19051ευσυνειδησία[εὐσυνειδησία] ευ-συ-νει-δη-σί-α ουσ. (θηλ.): συνέπεια, υπευθυνότητα, αίσθηση του καθήκοντος: επαγγελματική ~ (πβ. επαγγελματισμός). Αίσθημα ευθύνης και ~ας. Εργάζεται με αφοσίωση, ζήλο και ~. ΑΝΤ. ασυνειδησία [< μτγν. εὐσυνειδησία ‘καθαρή συνείδηση’]
19052ευσυνείδητος, η, ο [εὐσυνείδητος] ευ-συ-νεί-δη-τος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ευσυνειδησία: ~ος: επαγγελματίας/πολίτης/υπάλληλος. Πβ. έντιμος, συνεπής, υπεύθυνος. Βλ. ενσυνείδητος. ΑΝΤ. ασυνείδητος (1) 2. που γίνεται με επίγνωση των υποχρεώσεων και συναίσθηση του σωστού και του εσφαλμένου: ~η: εργασία/προσπάθεια. Η ~η άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος. ● επίρρ.: ευσυνείδητα & (λόγ.) ευσυνειδήτως [< μτγν. εὐσυνείδητος, γαλλ. consciencieux]
19053ευσύνοπτος, η, ο [εὐσύνοπτος] ευ-σύ-νο-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που είναι σύντομος ως προς τη διατύπωση· κατ' επέκτ. που συνοψίζεται ή γίνεται εύκολα κατανοητός: ~η: εισαγωγή. ~ο: βιβλίο. ~ος και εύληπτος λόγος. ~η καταγραφή των γεγονότων/παρουσίαση του θέματος. Πβ. περιληπτ-, συγκεφαλαιωτ-, συνοπτ-ικός. Βλ. αναλυτ-, διεξοδ-ικός, εκτεταμένος. ● επίρρ.: ευσύνοπτα [< αρχ. εὐσύνοπτος ‘που γίνεται αμέσως αντιληπτός’]
19054εύσχημος, η, ο [εὔσχημος] εύ-σχη-μος επίθ. (λόγ.): που φαίνεται αιτιολογημένος, αληθής, εύλογος, ενώ δεν είναι: ~η: δικαιολογία. Απέρριψε την πρόταση με ~ο τρόπο. Πβ. αληθο-, ευλογο-φανής, πειστικός, πιστευτός. ● επίρρ.: εύσχημα & (λόγ.) ευσχήμως [< μτγν. εὔσχημος]
19055εύσωμος, η, ο [εὔσωμος] εύ-σω-μος επίθ. (λόγ.-ευφημ.): παχύς και συνήθ. ψηλός: ~η: κυρία. Μεγέθη/μόδα για ~ους. Πβ. εύσαρκος, ευτραφής, σωματώδης. Βλ. μικρόσωμος. [< μτγν. εὔσωμος]
19056εύτακτος, η, ο [εὔτακτος] εύ-τα-κτος επίθ. (λόγ.) 1. που χαρακτηρίζεται από τάξη: ~ο: περιβάλλον. Πβ. νοικοκυρε-, συγυρισ-μένος, τακτικός.|| ~η: λειτουργία (πβ. εύρυθμη). 2. φρόνιμος, πειθαρχημένος: ~η: συμπεριφορά. Πβ. συνετός, σώφρων, υπάκουος. ΑΝΤ. απείθαρχος, άτακτος (2) ● επίρρ.: ευτάκτως [< αρχ. εὔτακτος]
19057ευταξία[εὐταξία] ευ-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη ή τήρηση της τάξης: κοινωνική ~. Η ~ των κοινόχρηστων χώρων. Ευκοσμία/ευπρέπεια/καθαριότητα και ~. ~ και ευρυθμία/ευνομία στην πόλη. Βλ. ακαταστασία, παρεκτροπή. ΑΝΤ. αταξία (2) [< αρχ. εὐταξία]
19058ευτέλεια[εὐτέλεια] ευ-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. κατώτερη ποιότητα: ~ του υλικού. Πβ. φτήνια. 2. (μτφ.) πολύ χαμηλή ηθική ή πνευματική στάθμη: ~ και διαφθορά/παρακμή/σήψη. Πβ. αναξιοπρέπεια, κατάπτωση, ποταπότητα, χαμέρπεια. [< αρχ. εὐτέλεια]
19059ευτελής, ής, ές [εὐτελής] ευ-τε-λής επίθ. {ευτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή) · ευτελέστ-ερος, -ατος} 1. που χαρακτηρίζεται από κακή ποιότητα: ~ή: προϊόντα/υλικά. 2. που δηλώνει πολύ χαμηλό ηθικό ή πνευματικό επίπεδο: ~ή: κίνητρα/μέσα. Υπεκφυγές και ~είς (= φτηνές) δικαιολογίες. Πβ. αναξιοπρεπής, ποταπός, ταπεινός, τιποτένιος. 3. ελάχιστος, μηδαμινός, αμελητέος: ~ές: ποσό. Συσκευές ~ούς αξίας. Σε ~ή τιμή/(λόγ.) έναντι ~ούς αντιτίμου. Πβ. εξευτελιστικός. ● επίρρ.: ευτελώς [-ῶς] [< αρχ. εὐτελής]
19060ευτελίζω[εὐτελίζω] ευ-τε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ευτέλι-σε, ευτελί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ευτελίζ-οντας} (λόγ.): απαξιώνω· υποβαθμίζω, υποβιβάζω: ~στηκε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια/ο θεσμός. Πβ. ψευτίζω.|| Διάλογος που ~στηκε σε φωνασκίες. Η ποιότητα της ζωής τους ~εται. Πβ. εξ~. [< μτγν. εὐτελίζω]
19061ευτελισμός[εὐτελισμός] ευ-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ευτελίζω: ~ των αξιών/της δημοκρατίας/της ζωής. ~ και ανυποληψία/διασυρμός. Πβ. απαξίωση, εξ~, ταπείνωση, υποβάθμιση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. εὐτελισμός]
19062εύτηκτος, η, ο [εὔτηκτος] εύ-τη-κτος επίθ. (επιστ.): που λιώνει εύκολα, ιδ. όταν θερμανθεί: ~ο: κράμα. ~α: άλατα. ΑΝΤ. δύστηκτος [< αρχ. εὔτηκτος, γαλλ. eutectique, 1903, αγγλ. eutectic]
19063ευτολμία[εὐτολμία] ευ-τολ-μί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): θάρρος, αποφασιστικότητα: ανδρεία/ευψυχία/παλικαριά και ~. Πβ. τόλμη. ΑΝΤ. ατολμία [< αρχ. εὐτολμία]
19064εύτολμος, η, ο [εὔτολμος] εύ-τολ-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει ή γίνεται με τόλμη: ~η: απάντηση/κριτική. Πβ. αποφασιστικός, γενναίος, σθεναρός, τολμηρός. ΑΝΤ. άτολμος ● επίρρ.: εύτολμα & (λόγ.) ευτόλμως [< αρχ. εὔτολμος]
19065ευτοπία[εὐτοπία] ευ-το-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. -ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ιδεατή κατάσταση ευδαιμονίας που είναι εφικτή σε αντιδιαστολή με την ουτοπία: ηθική/πολιτική ~. Βλ. δυστοπία. [< αγγλ. eutopia, γαλλ. eutopie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.